ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗ ΠΑΙΔΕΡΑΣΤΩΝ ΜΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΩΝ

ΤΑ ΥΠΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΕΝΤΩΝ, ΣΕ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ

Αναστασία Παπαδοπούλου: «Η δημοσιοποίηση του ονόματος του θύτη αναπόφευκτα, αν και έμμεσα, θα οδηγήσει και στην ταυτοποίηση του θύματος»

Το 80% των παιδεραστών προέρχονται από το περιβάλλον των θυμάτων..

Eπ. Προσωπικών Δεδομένων: «Δεν παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα με τη δημοσιοποίηση, αλλά υπάρχει κίνδυνος… ταυτοποίησης»


Έκπληκτοι, εμβρόντητοι και συνάμα φοβισμένοι ακούνε καθημερινά οι Κύπριοι τα αυξανόμενα κρούσματα σεξουαλικής παρενόχλησης παιδιών. Μετά το σοκ της είδησης… σιωπή. Για κάποιους πρόσκαιρη ικανοποίηση γιατί δεν ήταν θύματα τα παιδιά τους τέτοιων τραυματικών εμπειριών, για άλλους ανάξεση πληγών και εφιάλτες, με τους οποίους ζουν καθημερινά. Κι όμως τα κρούσματα αυξάνονται και ο κίνδυνος παραμονεύει για όλους. Η καθημερινότητά μας γέμισε με ειδήσεις, όπως «70χρονος παρέσυρε 11χρονη», «θείος βίασε την αδελφότεκνη», «οικογενειακός φίλος αυνανιζόταν μπροστά στα παιδιά» και άλλες ειδεχθείς καταστάσεις, όπως οι ακραίες με τους βιασμούς από πατέρες των παιδιών τους.

Αναζητούνται τρόποι

Πέρα από την ποινική πτυχή της υπόθεσης και την προσαγωγή στο δικαστήριο, με τη συνεπαγόμενη καταδίκη υπάρχει και η επονομαζόμενη προστασία της υπόλοιπης κοινωνίας. Αν και έγιναν κάποιες προσπάθειες με νομοθεσίες για απομάκρυνση-αποκλεισμό της πρόσβασης των παιδεραστών-παιδόφιλων από τους χώρους όπου συχνάζουν παιδιά, εντούτοις το θέμα δεν επιλύεται, αλλά μάλλον αυξάνεται, λόγω και της πρόσβασής τους στο διαδίκτυο.

Αναζητώντας κάποιους τρόπους, κυρίως για προστασία των θυμάτων, κάποιος μπορεί να παρατηρήσει μια εμφανή διαφορά με την Ελλάδα. Εκεί όπου οι καταδικασθέντες-βιαστές παιδιών φωτογραφίζονται από την Αστυνομία και τα στοιχεία τους δίνονται στη δημοσιότητα. Αφενός για να δεχτεί ο καταδικασθείς τη δημόσια καταδίκη και αποστροφή της κοινωνίας και αφετέρου για προστασία των παιδιών, αφού πλέον οι γονείς, δάσκαλοι και άλλοι που είναι επιφορτισμένοι με την προστασία τους θα γνωρίζουν τον κίνδυνο. Η δημόσια διαπόμπευση ενδέχεται να είναι και η μεγαλύτερη τιμωρία των αρρωστημένων δραστών, αλλά και ο παραδειγματισμός των επίδοξων βιαστών ανθρωπίνων παιδικών ψυχών.

Στην Κύπρο, προφανώς, που ως μικρός τόπος η δημόσια καταδίκη-διαπόμπευση των παιδόφιλων με τη δημοσιοποίηση φωτογραφίας, διεύθυνσης και ονόματος του εγκληματία θα ήταν τεράστια τιμωρία, δεν εφαρμόζεται λόγω έλλειψης νομοθεσίας. Αναζητήσαμε την εξειδικευμένη τοποθέτηση ανθρώπων που ασχολούνται με το θέμα, ώστε να προσδιοριστούν με μεγαλύτερη σαφήνεια τα υπέρ και κατά της θέσης περί δημοσιοποίησης της ταυτότητας των παιδεραστών.

Περισσότερο κακό παρά καλό;

Η νομικός Αναστασία Παπαδοπούλου, που ενδιέτριψε στο αντικείμενο για μεγάλο χρονικό διάστημα και παρουσίασε τις θέσεις της προς δημόσια συζήτηση, τοποθετεί τα γεγονότα σε επιστημονική βάση. Συγκεκριμένα, η κ. Παπαδοπούλου διορίστηκε ειδική σύμβουλος από την Κυβέρνηση σε ad hoc επιτροπή για να ετοιμάσει την εθνική στρατηγική για την προστασία των παιδιών από τη σεξουαλική εκμετάλλευση, τη σεξουαλική κακοποίηση και την παιδική πορνογραφία. Μετά από επίπονη και συστηματική δουλειά κατάφερε μαζί με τους συνεργάτες της να ετοιμάσει μια εμπεριστατωμένη Εθνική Στρατηγική για καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας προς περαιτέρω χρήση της από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους.

Ήδη μια πρώτη συζήτηση έγινε και σε επίπεδο Κοινοβουλίου, και συγκεκριμένα στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και προωθήθηκαν κάποια μέτρα και δράσεις από την Κυβέρνηση, αλλά προφανώς απομένουν να γίνουν πάρα πολλά. Σίγουρα το θέμα ίσως να είναι από τα αιχμηρότερα που αντιμετωπίζει η κοινωνία και η κ. Παπαδοπούλου με τις απαντήσεις μάς διαφωτίζει επαρκώς για το πού γέρνει η πλάστιγγα.

Παραθέτουμε επακριβώς τις τοποθετήσεις της Αναστασίας Παπαδοπούλου προς συζήτηση και προβληματισμό: «Το ζήτημα για τη δημοσίευση των ονομάτων καταδικασθέντων αφορά το κατά πόσον η δημοσιοποίηση θα κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Αυτοί που επιθυμούν τη δημοσίευση των ονομάτων επικαλούνται την ανάγκη προστασίας πιθανών θυμάτων. Η αντίθετη άποψη όμως θέτει πρώτα και πάνω απ' όλα την προστασία και το συμφέρον του παιδιού το οποίο έχει κακοποιηθεί», ανέφερε.

«Η δημοσίευση ονοματεπωνύμων καταδικασθέντων ατόμων για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών ενέχει τον τεράστιο κίνδυνο της ταυτόχρονης δημοσιοποίησης του ονόματος του θύματος. Είναι γνωστό και τεκμηριωμένο από έρευνες ότι ένα 80% περίπου των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών λαμβάνουν χώραν στον στενό κύκλο του παιδιού, π.χ. γονείς, συγγενείς, στενοί φίλοι της οικογένειας. Ως εκ τούτου η δημοσιοποίηση του ονόματος του θύτη αναπόφευκτα, αν και έμμεσα, θα οδηγήσει και στην ταυτοποίηση του θύματος.

»Η προστασία της ταυτότητας του θύματος είναι απολύτως αναγκαία, πρωτίστως ως τρόπος παροχής βοήθειας για το θύμα για να μπορέσει να ξεπεράσει το τραύμα χωρίς οποιαδήποτε επέμβαση ή στιγματοποίηση. Η εγγύηση της προστασίας του θύματος είναι επίσης αναγκαία, ούτως ώστε να ενθαρρυνθούν άλλα θύματα να σπάσουν τη σιωπή τους. Είναι δεδομένο ότι εάν τα θύματα πιστεύουν ότι θα αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους ευρύτατα, τότε αποθαρρύνονται από το να προχωρούν σε καταγγελίες», πρόσθεσε.

Αδόκιμη η σύγκριση

Στο ερώτημα τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, η κ. Παπαδοπούλου επεσήμανε τα εξής: «Η σύγκριση με άλλες χώρες δεν είναι δόκιμη, εφόσον στις λίγες χώρες όπου γίνεται η δημοσιοποίηση των ονομάτων τα μεγέθη της κοινωνίας είναι σαφέστατα πολύ μεγαλύτερα από την Κύπρο, άρα η ταυτοποίηση και στιγματοποίηση των θυμάτων είναι πολύ πιο δύσκολη. Σημειώνεται ότι πολύ λίγες χώρες προχωρούν σε δημόσια αποκάλυψη των καταδικασθέντων.

Στις πλείστες χώρες όπως και στην Κύπρο αυτό που υπάρχει είναι η λίστα καταδικασθέντων, οι οποίοι αποφυλακίζονται, και η εποπτεία τους από τις αρμόδιες Αρχές όπως η Αστυνομία και υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας. Αυτό τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται και στην Κύπρο εφόσον υπάρχει πλέον ειδικό μητρώο για καταδικασθέντες αυτών των αδικημάτων και η εποπτεία τους γίνεται από τη νεοσυσταθείσα Αρχή Εποπτείας. Το σύστημα εποπτείας χρήζει φυσικά περαιτέρω βελτίωσης, κάτι το οποίο περιλαμβάνεται στην Εθνική Στρατηγική».

Δημοσιοποίηση για παιδική πορνογραφία

Ωστόσο η κ. Παπαδοπούλου επισημαίνει ότι σε κάποιες περιπτώσεις η δημοσιοποίηση μπορεί να γίνεται. Συγκεκριμένα, «υπάρχουν φυσικά περιπτώσεις όπου η δημοσιοποίηση δεν οδηγεί στην ταυτοποίηση και επαναθυματοποίηση του θύματος. Περιπτώσεις όπου ο θύτης και το θύμα δεν έχουν καμία σχέση ή περιπτώσεις κατοχής και διανομής παιδικής πορνογραφίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υφίστανται οι λόγοι για τη μη δημοσιοποίηση και ίσως λανθασμένα αντιστρέφονται οι αρχές της προστασίας του παιδιού σε προστασία του θύτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν θα είχα καμία ένσταση για τη δημοσιοποίηση του καταδικασθέντος εφόσον δεν υπάρχουν οποιοιδήποτε λόγοι νομικοί ή ηθικοί για την προστασία αυτού».

Ποια η διαφορά μεταξύ παιδόφιλου και παιδεραστή

Στον κυκεώνα των πληροφοριών που ως ΜΜΕ παραθέτουμε στους πολίτες ενίοτε συγχύζουμε έννοιες και ορισμούς, θεωρώντας και λόγω άγνοιας ότι αναφερόμαστε στο ίδιο πλαίσιο που τις διέπει. Στην προκειμένη περίπτωση, περί των παιδόφιλων και παιδεραστών, που τους κατηγοριοποιήσαμε μαζί ενώ υπάρχουν σχετικές διαφορές προσέγγισης, η κ. Παπαδοπούλου εξήγησε τα εξής:

«Παιδόφιλοι είναι αυτοί οι οποίοι έχουν διαγνωσθεί με την ασθένεια της παιδοφιλίας, η οποία είναι μια παγκοσμίως αναγνωρισμένη ψυχιατρική ασθένεια. Ο παιδόφιλος είναι άτομο το οποίο διεγείρεται μόνο από παιδιά και συνήθως μόνο από παιδιά προεφηβικής ηλικίας. Όμως ένας παιδεραστής, δηλαδή κάποιος ο οποίος προβαίνει σε σεξουαλικό αδίκημα έναντι παιδιών, δεν είναι αναγκαία παιδόφιλος. Κατ’ ακρίβειαν οι έρευνες δείχνουν ότι μόνο ένας στους δέκα καταδικασθέντες για παιδεραστία είναι παιδόφιλος.

»Οι εννέα στους δέκα, η πλειοψηφία αυτών που προβαίνουν σε αδικήματα δηλαδή, δεν είναι "άρρωστοι" ή παιδόφιλοι. Είναι απλώς άτομα τα οποία δεν έθεσαν όρια όταν τους δόθηκε η ευκαιρία. Αντιστρόφως κάποιος ο οποίος είναι παιδόφιλος δεν θα προβεί αναγκαστικά σε αδίκημα εφόσον μπορεί να μάθει να ελέγχει τις ορμές του. Το σημειώνω επειδή χρησιμοποίησες αυτόν τον όρο στην ερώτησή σου και η αναφορά σε όλους τους παιδεραστές ως παιδόφιλους ενέχει κινδύνους, επειδή ο παιδόφιλος έχει χαρακτηριστικά και προφίλ ενώ ο παιδεραστής δεν έχει και μπορεί να είναι οποιοσδήποτε από οποιοδήποτε περιβάλλον. Είναι αναγκαίο να γνωρίζει ο κόσμος ότι ο κίνδυνος είναι παντού».

Η θέση της Επιτρόπου

Η δημοσιοποίηση των στοιχείων καταδικασθέντων παιδεραστών δεν εμπίπτει στον Νόμο περί προστασίας προσωπικών δεδομένων επισημαίνει η καθ’ ύλην αρμόδια Επίτροπος Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Ειρήνη Νικολαΐδου. Πάντα λαμβάνουμε υπόψη την αρχή της αναλογικότητας σε θέματα παραβίασης προσωπικών δεδομένων, ανέφερε.

Ωστόσο η κ. Νικολαΐδου ενστερνίζεται την άποψη -όπως τη μεταφέραμε στο ρεπορτάζ της Αναστασίας Παπαδοπούλου- ότι λόγω της μορφής των αδικημάτων, αλλά κυρίως λόγω του άμεσου κινδύνου ταυτοποίησης του θύματος, η δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων για τέτοιου είδους ειδεχθείς εγκληματίες δεν ενδείκνυται. Μάλλον θα προκαλέσουμε ζημιά στα παιδιά που είναι στην προκειμένη περίπτωση τα θύματα, παρά να προστατεύσουμε την ευρύτερη κοινωνία από τους εγκληματίες, είναι η τοποθέτηση της Επ. Προστασίας Προσωπικών δεδομένων.

Το δίλημμα παραμένει για όλους εμάς τους πολίτες, αν θα πρέπει ανεξαρτήτως κόστους να διαπομπεύονται οι πλέον εγκληματίες του ποινικού δικαίου που καταρρακώνουν τις ψυχές αθώων παιδιών, και η δημόσια συζήτηση σε τέτοιου είδους θέματα προσφέρει σε όλους την ευκαιρία να προβληματιστούν και αν είναι γονείς -γιατί όχι δηλαδή- και να φοβηθούν, για να μην πούμε να τρομάξουν και να γίνουν υποψιασμένοι για όλους. Ακόμη και για τον οικογενειακό τους περίγυρο.

82χρονος Πρόεδρος ιδρύματος για παιδιά… αποπλανούσε ανηλίκους

Ας μην ξεχνούμε ότι στην Ελλάδα μόλις τις προηγούμενες μέρες καταδικάστηκε σε 40 έτη φυλάκισης ο 82χρονος πρώην Πρόεδρος του Οικοτροφείου Πειραιά «Παιδικό Σπίτι», που βραβεύτηκε από αρκετές οργανώσεις για το έργο του, ο οποίος παρενοχλούσε βασανισμένα παιδιά για περισσότερα από 20 χρόνια. Ο καταδικασθείς συνήθιζε, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, να διαλέγει τους πιο αδύναμους ανηλίκους για τις αποτρόπαιες πράξεις του και φρόντιζε να τους απομονώνει από το φιλικό και οικογενειακό τους περιβάλλον. Σημειώνεται ότι ο εν λόγω εγκληματίας είχε διατελέσει Προϊστάμενος Διεύθυνσης του Δικαστηρίου Ανηλίκων επί 40 χρόνια και, ως εκ τούτου, αποφάσιζε για την τύχη των παιδιών.