Το αείμνηστο Φάνο Κωνσταντινίδη τον έζησα από κοντά για δεκαετίες και τον είχα εκτιμήσει όσο κανέναν άλλον από τους συναδέλφους μου δημοσιογράφους. Μου παραστάθηκε από τον πρώτο χρόνο που μπήκα στη δημοσιογραφία το 1961. Συνδεθήκαμε και μείναμε φίλοι στενοί μέχρι τον θάνατό του. Η πρώτη μας γνωριμία έγινε στα γραφεία της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Συναγερμός», την οποία άρχισε να εκδίδει μετά την επιστροφή του από την Αθήνα, όπου είχε μεταβεί για να βοηθήσει τον αρχηγό της ΕΟΚΑ Διγενή στη συγγραφή των απομνημονευμάτων του. Απέναντι ακριβώς από τα γραφεία του «Συναγερμού» στεγαζόταν ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Αγωνιστών, όπου σύχναζα με άλλους ενωτικούς συναγωνιστές μου.

Όταν η εφημερίδα «Εθνική», στην οποία εργαζόμουν, ανέστειλε την καθημερινή της έκδοση και κυκλοφορούσε κάθε Κυριακή, έμεινα για μερικούς μήνες με τον αείμνηστο Νίκο Αβραάμ, που ήταν αρχισυντάκτης της εφημερίδας. Μόλις, όμως, ο αείμνηστος Αβραάμ εργοδοτήθηκε από τον «Φιλελεύθερο», έμεινα μόνος στην «Εθνική» και έπρεπε κάποιος να με καθοδηγεί στην ειδησεογραφική πτυχή, διότι στην αρθρογραφία-σχολιογραφία υπήρχαν πολλοί έμπειροι αρθρογράφοι.

Ο αείμνηστος Φάνος ανέλαβε να περνά κάθε Πέμπτη και Παρασκευή απόγευμα για να επιμελείται την ύλη που ετοίμαζα. Με καλοσύνη και υπομονή με καθοδηγούσε. Στο μεταξύ, κάθε βράδυ πήγαινα στον Σύνδεσμο Αγωνιστών και συναντιόμουν με τον αείμνηστο Φάνο στην εφημερίδα του, που την προωθούσε ο Σύνδεσμος, διότι η γραμμή της ήταν καθαρά εθνική-υπερκομματική.

Τέλη του 1964, όταν εκδόθηκε η «Πατρίδα», ήμουν από τους πρώτους που προσλήφθηκα, με εντολή του αρχηγού Διγενή. Έτσι, από τον Δεκέμβρη ήμουν ο μοναδικός δημοσιογράφος στην «Εθνική» και παράλληλα συντάκτης της «Πατρίδας». Όταν μετά την ανάκληση του Διγενή και της μεραρχίας η «Πατρίδα» έγινε εβδομαδιαία και η «Εθνική» ανέστειλε την έκδοσή της, έμεινα άνεργος.

Ένα μεσημέρι, που καθόμουν στο κουρείο του αγαπητού κοινού μας φίλου και συναγωνιστή Γιαννάκη Χριστοφόρου, ήρθε για να κόψει τα μαλλιά του ο αείμνηστος Φάνος. Με ρώτησε αν αποτάθηκα κάπου για δουλειά, διότι γνώριζε ότι λόγω των φρονημάτων μου ήμουν μαύρο πρόβατο για το ζυριχικό καθεστώς. Γνώριζε πολύ καλά τους διωγμούς των ενωτικών δημοσιογράφων, διότι ο ίδιος είχε απαχθεί και κακοποιηθεί βάναυσα από τραμπούκους του καθεστώτος.

Μόλις κουρεύτηκε, μου είπε να τον ακολουθήσω στην εφημερίδα «Μάχη», για να συναντήσουμε τον εκδότη της αείμνηστο Νίκο Σαμψών και να μιλήσουμε για την εργοδότησή μου. Πήγαμε στη «Μάχη», μιλήσαμε με τον Σαμψών, και μου είπε την άλλη μέρα να δω τον Δημήτρη Παπαδημήτρη, που ήταν αρχισυντάκτης της «Μάχης» και του «Θάρρους». Πήγα και μίλησα με τον Δημήτρη, τα βρήκαμε.

Από τις αρχές του 1968, που προσλήφθηκα στο συγκρότημα Σαμψών, μέχρι το 1973, που αναγκάστηκα να εγκαταλείψω την εργασία μου, ο Φάνος ήταν ο αόρατος μέντοράς μου. Μετά τον πόλεμο γύρισα στη «Μάχη» και ο αγαπητός Παπαδημήτρης μού είπε ότι θα έφευγε από το «Θάρρος» και θα με πρότεινε στον Σαμψών για αντικαταστάτη. Ο Φάνος εργοδοτήθηκε σε μια βραχύβια εφημερίδα και ζούσε σε οικονομική στενότητα, γιατί όλες οι πόρτες ήταν κλειστές γι’ αυτόν, όπως και σε μένα.

Ζούσαμε με τις ανταποκρίσεις των ελληνικών εφημερίδων. Ο Φάνος ήταν παράλληλα και συνεργάτης του Αθηναϊκού Πρακτορείου. Ακόμα και από το ΡΙΚ, όπου είχε αποταθεί να εργοδοτηθεί ως βοηθός συντάκτης ο πολύπειρος αυτός δημοσιογράφος και εκδότης, πήρε αρνητική απάντηση με προσωπική εντολή του Μακαρίου. Κατά τη διάρκεια της ανεργίας του, ο Φάνος με άλλους δημοσιογράφους είχαν ιδρύσει την εφημερίδα «Σημερινή» αλλά αποχώρησε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Για την αγωνιστική δράση του αείμνηστου Φάνου γράφτηκαν και λέχθηκαν πολλά, όχι όμως αρκετά για να αποδώσουν την πολυτιμότατη προσφορά του στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, που με το ψευδώνυμο «Δενδρινός» δρούσε με περίσκεψη, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, γι’ αυτό και δεν εντοπίστηκα ποτέ από τους Βρετανούς.

Κλείνω το ταπεινό μου σημείωμα για τον φίλτατο, αξέχαστο φίλο, κουμπάρο και συναγωνιστή Φάνο Κωνσταντινίδη με τούτα τα λόγια: Ήταν ένας εκλεκτός, συνεπής και έντιμος δημοσιογράφος. Ένας πιστός φίλος, που νοιαζόταν για τους αναξιοπαθούντες συναδέλφους του. Ήταν ένας πιστός σύζυγος, στοργικός πατέρας και πάνω απ' όλα ένας ταπεινός χριστιανός και φλογερός Έλληνας. Ήταν ένας άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης. Αιωνία σου η μνήμη, φίλτατε Φάνο, ελαφρύ το χώμα που σε σκέπασε.