Μια φορά κι έναν καιρό, στη χώρα των θαυμάτων, οι άνθρωποι μιλούσαν μια ξεχωριστή, μοναδική γλώσσα και πίστευαν ότι κάθε φορά που πρόφεραν τον ήχο [n] ο εγκέφαλός τους δονούνταν και γέμιζε οξυγόνο. Πίστευαν επίσης ότι οι εχθροί εκείνης της χώρας, κάτι σκοτεινά κέντρα—οι ίδιοι οι αρχηγοί των φυλών της—αποφάσισαν κάποια στιγμή να καταργήσουν τον ήχο [n]. Το υποχθόνιο σχέδιό τους ήταν να φτωχύνουν τον εγκέφαλο των επόμενων γενεών της χώρας εκείνης, να τους αποβλακώσουν. Και αυτό θα το κατάφερναν αν καταργούσαν τον ήχο [n]. Το πρώτο τους μέτρο ήταν να μειώσουν αισθητά τη χρήση του γράμματος ν στα γραπτά κείμενα. Υποθέτω ότι ένα από τα επόμενά τους μέτρα θα είναι να μπουν στα σπίτια των κατοίκων της χώρας εκείνης και να τους μαστιγώνουν, κάθε φορά που προφέρουν τον ήχο [n]—το μέλλον θα δείξει… 
 
Ακούγεται σαν παραμύθι· η ιστορία όμως αυτή κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και συναρπάζει δυστυχώς τους αφελείς αναγνώστες. Θα καταλάβατε βέβαια ότι σήμερα κοιτάμε έναν σχετικά πρόσφατο γλωσσικό μύθο, σύμφωνα με τον οποίο το «γράμμα» νι υπόσχεται υψηλές παροχές οξυγόνου στον εγκέφαλο, τον διεγείρει, τον δονεί, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να σκέφτεται σωστά!
 
Γιατί ασχολούμαστε σήμερα με τον μύθο του Ν;
 
Είναι πλήθος οι ανακρίβειες που περιέχονται στο κείμενο του μύθου· άλλες εμφανείς και άλλες κρυμμένες κάτω από τις γραμμές: οι μαγικές, «οξυγονωτικές» ιδιότητες του φθόγγου [n], ο οποίος εξισώνεται ενίοτε με το γραπτό σύμβολο νι, ο ισχυρισμός περί γενικής κατάργησης του γράμματος νι, η σύγχυση των κραδασμών του κρανίου και της λειτουργίας του εγκεφάλου, οι συμβολικές σημασίες του σχήματος του γράμματος νι και άλλα πολλά ευφάνταστα. Μια εύστοχη ανασκευή του μύθου έχει κάνει με την αναλυτική ματιά του ο Νίκος Σαραντάκος στο διαδικτυακό άρθρο του Το γράμμα Ν και οι εγκεφαλικοί κραδασμοί των ελλαδεμπόρων, το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα· γι’ αυτό, δεν θα την επαναλάβω εδώ. 
 
Στόχος της δικής μου παρέμβασης είναι να προσθέσω ένα ακόμα επιστημονικό επιχείρημα στη φαρέτρα αυτών που στέκονται απέναντι στον μύθο. Λόγω της ειδίκευσής μου στη νευρογλωσσολογία, παρατήρησα στο τερατογράφημα του μύθου μια δόλια—και συνάμα εκστατική—υπόρρητη παραδοχή: ότι υπάρχει τάχα η δυνατότητα μέτρησης της οξυγόνωσης του εγκεφάλου όταν προφέρουμε τον φθόγγο [n] ή οποιονδήποτε άλλο φθόγγο. Η παραδοχή αυτή, αν και περνά απαρατήρητη, διαπνέει όλο το κείμενο προσδίδοντάς του την απαραίτητη επιστημονικοφάνεια και πείθει τελικά το αφελές κοινό· στην πραγματικότητα όμως χτίζει πάνω σε ανυπόστατα μεθοδολογικά επιτεύγματα των νευροεπιστημών.
 
Ανύπαρκτα επιστημονικά ευρήματα
 
Το πρώτο πλήγμα κατά της εγκυρότητας του κειμένου του μύθου είναι η παραπομπή που κάνει σε άρθρο του 1996 στο Medizin-Jurnal—και όχι Journal!—ένα ανύπαρκτο επιστημονικό περιοδικό. Καμία έκπληξη! Είναι προσφιλής τακτική των μυθογράφων να πετάνε βαρύγδουπους τίτλους επιστημονικών περιοδικών, τόμων και μελετών, για να πασπαλίσουν το κείμενό τους με σπουδαιοφάνεια. Πηγές οι οποίες στην καλύτερη περίπτωση είναι ανύπαρκτες και στη χειρότερη περίπτωση παρουσιάζονται παραποιημένες με σκοπό να ταιριάξουν στις ιδεοληψίες των μυθογράφων. Αν και κατ’ αρχήν δεν μου αρέσει να δίνω συμβουλές στους αναγνώστες μου, δεν μπορώ παρά να τους επιστήσω την προσοχή σε ύποπτες, ελλιπείς ή ακόμα και «απόκρυφες» πηγές που συναντούν σε κείμενα παρόμοια με αυτό του μύθου. Τα σοβαρά επιστημονικά ευρήματα δεν κυκλοφορούν σε μυστικιστικούς κύκλους κάποιας προνομιούχας ελίτ ή σε σκοτεινές στοές· είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο και σε κάθε ενδιαφερόμενο υπεύθυνο πολίτη που επιθυμεί να τα μελετήσει και να τα προσεγγίσει κριτικά—αν πρόκειται βέβαια για υπαρκτά ευρήματα.
 
Κραδασμός vs οξυγόνωση
 
Ο συγγραφέας του μύθου μάς καλεί να προφέρουμε δυνατά μια πρόταση με κάμποσα τελικά [n] και μια πρόταση με λιγότερα τελικά [n]. Ο φθόγγος [n] παράγεται με αντήχηση στη ρινική κοιλότητα και, έτσι, δημιουργεί μια αίσθηση συμπίεσης ή κραδασμού στο κρανίο· το ίδιο συμβαίνει βέβαια και με άλλους έρρινους φθόγγους, όπως το [m]. Κατά τον συγγραφέα του μύθου ο κραδασμός που νιώθουμε προφέροντας την πρόταση με πολλά τελικά [n] είναι ένδειξη τού τι συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλο. Μεγάλο σφάλμα!
 
Στις νευροεπιστήμες η έννοια της οξυγόνωσης του εγκεφάλου περιγράφει μια κατάσταση που αφορά τους νευρώνες, δηλαδή τα εγκεφαλικά κύτταρα τα οποία βρίσκονται μέσα στο κρανίο και δεν επηρεάζονται από τις συμπιέσεις του αέρα που συμβαίνουν στη στοματική ή στη ρινική κοιλότητα όταν παράγουμε λόγο. Ως ζωντανά κύτταρα, οι νευρώνες του εγκεφάλου καταναλώνουν συνεχώς οξυγόνο που αντλούν από την αιμοσφαιρίνη που παρέχεται μέσω του κυκλοφορικού συστήματος, ακόμα και κατά τη διάρκεια του ύπνου.
 
Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή οι νευρώνες δεν λαμβάνουν το απαραίτητο οξυγόνο που χρειάζονται για να ζήσουν, καταστρέφονται και δεν αντικαθίστανται—είναι το γνωστό μας ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο οδηγεί συνήθως σε εγκεφαλικές δυσλειτουργίες. Άρα, λοιπόν, κατά τη βασική–ουδέτερη λειτουργία τους οι νευρώνες είναι συνεχώς οξυγονωμένοι. Όταν όμως ο εγκέφαλος κληθεί να διεκπεραιώσει μια δοκιμασία (π.χ. όταν κινούμαστε, όταν χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις μας, όταν σκεφτόμαστε, όταν παράγουμε ή κατανοούμε λόγο), οι περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για τη διεκπεραίωση της συγκεκριμένης δοκιμασίας απορροφούν περισσότερο οξυγόνο από το αίμα.
 
Χρησιμοποιώντας τη λειτουργική μαγνητική τομογραφία (functional magnetic resonance imaging, fMRI), οι νευροεπιστήμονες μετρούν πόσο αυξάνονται ή μειώνονται τα επίπεδα οξυγόνου στο αίμα του εγκεφάλου κατά τη διάρκεια μιας δοκιμασίας σε σύγκριση με τη βασική–ουδέτερη κατάστασή τους και συμπεραίνουν εμμέσως ότι οι αντίστοιχες εγκεφαλικές περιοχές απορροφούν το οξυγόνο, για να διεκπεραιώσουν τη δοκιμασία. Η μέθοδος αυτή έχει όμως ένα μειονέκτημα λόγω της ίδιας της φυσιολογίας του κυκλοφορικού συστήματος του εγκεφάλου: η ανίχνευση αλλαγών στα επίπεδα οξυγόνου γίνεται τουλάχιστον 2 δευτερόλεπτα μετά την αντίδραση των νευρώνων. Ας κρατήσουμε στο μυαλό μας το δεδομένο αυτό.
     
Οξυγονώνει το [n] τον εγκέφαλο;
 
Στο κρίσιμο ερώτημα, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: δεν μπορούμε να μάθουμε. Τα πράγματα είναι απλά και ένα παράδειγμα θα τα κάνει απλούστερα. Ας υποθέσουμε ότι έχουμε τη φράση πάνω στην άμμο, η οποία αποτελείται από έντεκα φθόγγους ([pano stin amo]). Για να ισχυριστεί κανείς ότι ένας οποιοσδήποτε φθόγγος οξυγονώνει τον εγκέφαλο περισσότερο από άλλους φθόγγους—εν προκειμένω ο φθόγγος [n]—θα πρέπει να μετρήσει τις αλλαγές στα επίπεδα οξυγόνωσης του εγκεφάλου που συμβαίνουν ενώ ο εγκέφαλος παράγει ή προσλαμβάνει κάθε ένα από τους φθόγγους και να αποδείξει ότι μόνο ο φθόγγος [n]—ούτε καν ο συγγενικός του έρρινος φθόγγος [m]—αυξάνει σημαντικά τα ποσοστά οξυγόνου στον εγκέφαλο. 
 
Σε πραγματικό χρόνο, όταν παράγουμε προφορικό λόγο, η μετάβαση από τον ένα φθόγγο στον άλλο γίνεται με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό και πολλές φορές τα ακριβή όρια μεταξύ των φθόγγων είναι δυσδιάκριτα. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η μέση διάρκεια ενός συμφώνου κυμαίνεται στα 60–100 χιλιοστά του δευτερολέπτου, ενώ η μέση διάρκεια ενός φωνήεντος κυμαίνεται στα 80–140 χιλιοστά του δευτερολέπτου, αναλόγως αν είναι τονισμένο ή όχι. Με έναν απλό υπολογισμό, η μέση διάρκεια της φράσης πάνω στην άμμο θα ήταν γύρω στα 1030 χιλιοστά του δευτερολέπτου, δηλαδή λίγο περισσότερο από 1 δευτερόλεπτο.
 
Έτσι, η λειτουργική μαγνητική τομογραφία θα έδειχνε τις πρώτες αλλαγές στην οξυγόνωση του εγκεφάλου που θα προκαλούσε η άρθρωση της φράσης αυτής τουλάχιστον 1 ολόκληρο δευτερόλεπτο μετά το τέλος της. Το αν οι αλλαγές αυτές θα οφείλονταν σε κάποιον από τους ξεχωριστούς φθόγγους, σε κάποια από τις τρεις λέξεις ή σε ολόκληρη τη φράση, δεν μπορούμε να το ξέρουμε.
 
Είναι λοιπόν σαφές ότι οι χρονικοί περιορισμοί τόσο της φυσιολογίας του εγκεφάλου όσο και των σύγχρονων νευροαπεικονιστικών οργάνων μέτρησης των επιπέδων οξυγόνωσης του εγκεφάλου δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε ερευνητικά ερωτήματα για την επίδραση ξεχωριστών φθόγγων στον εγκέφαλο λόγω του εξαιρετικά γρήγορου ρυθμού με τον οποίο μιλάμε και του αργού ρυθμού μέτρησης· αντίθετα, μπορούν να μετρήσουν συνολικές αλλαγές στην οξυγόνωση του εγκεφάλου που προκαλούν ολόκληρες λέξεις, φράσεις και προτάσεις.
 
Επομένως, η υπόρρητη παραδοχή που διαπνέει τον μύθο ότι η σύγχρονη νευροεπιστήμη μπορεί να μετρήσει τα επίπεδα οξυγόνωσης του εγκεφάλου για ξεχωριστούς φθόγγους είναι μια πλάνη ολκής—πολλώ δε μάλλον, οι νευροαπεικονιστικές μέθοδοι της δεκαετίας του 1990, οι οποίες ήταν ακόμα στα σπάργανα. 
 
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία

*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook)