Ε είναι ή δεν είναι, μετά, παπάρας;, αναρωτιόταν η Θεοπούλα στο Παρά πέντε ανακαλώντας την απρόσμενη εξέλιξη της βραδιάς της στο σόου του Copperfield. Ήταν τόση η απογοήτευση και η αγανάκτησή της για την αποτυχία της (ακόμα μια φορά) να ξεφορτωθεί τη νύφη της, που η αγέραστη και απρόβλεπτη Θεοπούλα δεν δίστασε να καταφύγει στο λεξιλόγιο της αργκό, για να εκφραστεί αυθεντικά και χωρίς φραγμούς—κι όποιον πάρει ο χάρος! Στον αντίποδα βρίσκονται τα «γλωσσικά δικαστήρια» που στήνονται συχνά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και καθίζουν στο εδώλιο του κατηγορουμένου όσους χρησιμοποιούν αργκό, και ιδιαίτερα τη νέα γενιά.
 
Το κατηγορητήριο είναι καταπέλτης: «η ποιότητα της χρήσης της ελληνικής γλώσσας από τους νέους σήμερα είναι χαμηλή», «μιλούν με 300 το πολύ λέξεις», «χρησιμοποιούν μια ακαταλαβίστικη γλώσσα γεμάτη βωμολοχίες και ξενισμούς» και—το αγαπημένο τους—«η ελληνική γλώσσα φθείρεται και συρρικνώνεται». Δεν προκαλεί έκπληξη: είναι η αναμενόμενη αμυντική στάση όσων δεν είναι μυημένοι, όσων αγνοούν αυτό που οι γλωσσολόγοι ονομάζουμε γλώσσα των νέων και κατατάσσουμε στις ποικιλίες της αργκό—ή σλανγκ, όπως αλλιώς λέγεται. Αν θέλαμε να δώσουμε έναν πρώτο ορισμό, η γλώσσα των νέων είναι ο ιδιαίτερος κώδικας ενδοεπικοινωνίας που χρησιμοποιούν μεταξύ τους οι νέοι / νέες (και όσοι αισθάνονται ακόμα νέοι / νέες!) και ο οποίος διαφέρει από την πρότυπη κοινή γλώσσα κυρίως σε λεξιλογικό, αλλά και σε δομικό επίπεδο.
 
Δυστυχώς, οι αρνητικές στάσεις απέναντι στη γλώσσα των νέων είναι πολύ πιο προβεβλημένες από την ίδια την ερευνητική γνώση που έχουμε για αυτή. Η κινδυνολογία περί λεξιπενίας και αφελληνισμού της ελληνικής γλώσσας από τους νέους δεν είναι παρά ένα ανάχωμα απέναντι στον πανικό που προξενεί αυτή η «άγνωστη γη». Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το φαινόμενο της γλώσσας των νέων και να κατανοήσουμε τον ρόλο του στο πολύπλοκο σύστημα που λέγεται γλώσσα, και τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι οι αρνητικές στάσεις και η κινδυνολογία είναι υπερβολικές αντιδράσεις.
 
Υπάρχει ομοιογένεια στη γλώσσα;
 
Προσωπικά θεωρώ αυτό το ερώτημα κεντρικό. Δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν τη γλώσσα σαν ένα ομοιόμορφο, αγκυλωμένο, σταθερό δημιούργημα, με λεία επιφάνεια και τέλειες γωνίες. Οτιδήποτε αποκλίνει από το μοντέλο που έχουν κατασκευάσει στο κεφάλι τους—πιθανόν υπό τη ρυθμιστική πίεση του εκπαιδευτικού συστήματος των περασμένων δεκαετιών—το ονομάζουν «καταστροφή, κατακρεούργηση, φθορά της γλώσσας» και με ένα σωρό συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις που χτυπούν κατευθείαν στα εθνικά αντανακλαστικά και στο ένστικτο της κοινωνικής επιβίωσης. 
 
Στην πραγματικότητα, η γλώσσα, η κάθε γλώσσα σε κάθε χρονική περίοδο, είναι ένας ευέλικτος και πολύμορφος ζωντανός οργανισμός. Προσφέρει στους ομιλητές / ομιλήτριες την επιλογή να μιλούν σε επίσημο ή ανεπίσημο ύφος και να διαφοροποιούν την ομιλία τους γεωγραφικά—σκεφτείτε τις διάφορες τοπικές ποικιλίες της ελληνικής, όπως την κυπριακή, την κρητική ή τις βόρειες ποικιλίες—αλλά και κοινωνιολεκτικά, δηλαδή ανάλογα με την κοινωνική ταυτότητα του συνομιλητή / συνομιλήτριάς τους.
 
Ξέρουμε καλά ότι η επικοινωνιακή περίσταση και η ταυτότητα του συνομιλητή / συνομιλήτριάς μας καθορίζουν το λεξιλόγιο και τον τρόπο έκφρασης που επιλέγουμε. Αλλιώς επιλέγω να μιλάω με τους συναδέλφους μου εντός μιας σύσκεψης με τον προϊστάμενό μας και αλλιώς όταν βγαίνω μαζί τους για καφέ. Αλλιώς επιλέγει να μιλά ένας δεκαεξάχρονος στην παρέα του και αλλιώς με τον καθηγητή / καθηγήτρια και τον διευθυντή / διευθύντρια του σχολείου του. Έτσι, η γλώσσα των νέων αποκτά μια θέση ανάμεσα στις κοινωνιολέκτους μιας γλώσσας: είναι ο κώδικας που επιλέγουν να χρησιμοποιούν οι νέοι / νέες μόνο όταν απευθύνονται στα μέλη της κοινωνικής τους ομάδας, τους άλλους νέους / νέες.
 
Σε ατομικό επίπεδο, η γλώσσα των νέων δεν μονοπωλεί σε καμιά περίπτωση τη συνολική γλωσσική συμπεριφορά ενός νέου / νέας· μπορείτε να φανταστείτε έναν Κύπριο έφηβο να χρησιμοποιεί υπό φυσιολογικές συνθήκες τη φράση πάω κούφους (που σημαίνει ότι περνώ μια κουραστική περίοδο λόγω αλλεπάλληλων υποχρεώσεων) σε σχολικό δοκίμιο ή επίσημες εξετάσεις; Και φυσικά, η γλώσσα των νέων έχει χαρακτήρα εφήμερο: είναι χρονικά περιορισμένη στη νεανική ηλικία ενός ανθρώπου· εκεί γεννιέται και εκεί εγκαταλείπεται σιγά σιγά.
 
Ένα σύμβολο κοινωνικού ρόλου
 
Με τις λέξεις συμβολίζουμε σημασίες. Με τις επιλογές κάποιων λέξεων έναντι κάποιων άλλων όμως συμβολίζουμε κοινωνικές και ιδεολογικές στάσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσουν οι κοινωνιογλωσσολόγοι τη γλώσσα των νέων. Στη δεύτερη και την τρίτη δεκαετία της ζωής του ο άνθρωπος αρχίζει να οριοθετεί την προσωπική ταυτότητα και τις αξίες του διαφοροποιώντας τον εαυτό του τόσο από τα παιδιά, όσο και από τους ενήλικες, και επιδιώκει να ανήκει σε μια παρέα. Οι συμβάσεις απόστασης και ευγένειας στην κοινωνικοποίηση των νέων είναι πολύ χαλαρότερες από αυτές των ενηλίκων· ωστόσο, οι κανόνες συμμόρφωσης με την παρέα είναι πολύ αυστηρότεροι. Στον αγώνα αυτοπροσδιορισμού και αλληλοκατανόησης οι νέοι / νέες επαναστατούν μπροστά σε οτιδήποτε εκπροσωπεί το κατεστημένο των εξουσιαστικών ενηλίκων—άρα αντιστέκονται και στη γλώσσα τους, την πρότυπη κοινή, την «κανονική». 
 
Η έμφυτη αυτή επαναστατικότητα μαζί με την ανάγκη των νέων να εκφράσουν συναισθήματα και αξιολογήσεις για τον κόσμο οδηγεί σε μια δημιουργική και γοργή ανανέωση του λεξιλογίου της νεανικής γλώσσας, με διασκεδαστικούς και πρωτότυπους γλωσσικούς πειραματισμούς· έτσι για να σπάσουν πλάκα, ρε αδερφέ! Πηγές έμπνευσης των νεανικών λεξιπλασιών η ποπ κουλτούρα της εποχής (π.χ. ατάκες τραγουδιών, σλόγκαν διαφημίσεων), η επικαιρότητα, οι επιρροές από ξένες γλώσσες (π.χ. τα αγγλικά) και βέβαια η πρότυπη κοινή ελληνική. Ναι, η ίδια η ελληνική γλώσσα! Οι δομικοί κανόνες και το λεξιλόγιό της είναι ορατά παντού στις νεανικές λεξιπλασίες.
 
Ανεπανάληπτο παράδειγμα από την κοινή νεοελληνική νεανική γλώσσα είναι η λέξη ταπηροκρανίαση που δηλώνει την κατάσταση παρατεταμένου και έντονου θυμού: εδώ βλέπουμε συγχώνευση της επίσης νεανικής φράσης τα πήρα στο κρανίο (όπως έχουμε διαχρονικά και στη λέξη καλημέρα από τη φράση καλήν ημέραν), χρήση του συνδετικού φωνήεντος -ο- (όπως έχουμε και στη λέξη τυρόπιτα από το τυρί και πίτα) και χρήση της κατάληξης -ίαση που χρησιμοποιείται κυρίως στην ιατρική ορολογία για να δηλώσει παθολογική κατάσταση (π.χ. ψωρίαση, μυκητίαση). Μέγκλα; Οι νέοι λοιπόν όχι μόνο δεν αγνοούν τη δομή και το λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας, αλλά βρίσκονται διαρκώς σε μια δημιουργική επαφή με τους μηχανισμούς λεξιλογικής διεύρυνσης.
     
Φαινόμενο καθολικό και διαχρονικό
 
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γλώσσα των νέων δεν είναι ούτε μια ελληνική πρωτοτυπία, ούτε μια πρόσφατη ιστορία. Είναι μια κοινωνιόλεκτος που καταγράφεται σε όλες τις γλώσσες και όλες τις γλωσσικές ποικιλίες: από τα σώματα κειμένων μαθητικής–κολεγιακής νεανικής γλώσσας των ΗΠΑ του 1890 μέχρι και τα πρόσφατα παραδείγματα νεανικής γλώσσας των ατίθασων νέων στις ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 1980. Άλλωστε και ο ίδιος ο γενικότερος όρος αργκό κατέληξε να σημαίνει το ιδίωμα των περιθωριακών και αγυρτών ήδη στη Γαλλία του 1690. Η γλώσσα των νέων ωστόσο επιτάθηκε ως κοινωνιογλωσσικό φαινόμενο στα μεταπολεμικά χρόνια λόγω της αυξανόμενης κοινωνικής ανεξαρτησίας και της δικτύωσης των νέων μέσω της τεχνολογίας.
 
**************************************************
Φωτίζουμε σήμερα μερικές πτυχές του πολύπλοκου φαινομένου της γλώσσας των νέων. Η γλώσσα των νέων είναι ένα οργανικό κομμάτι κάθε φυσικής γλώσσας και έχει τις ρίζες της στην κοινωνική διάρθρωση της γλωσσικής κοινότητας. Δεν έχει τη δύναμη ούτε και τον στόχο να υποκαταστήσει τη γλώσσα συνολικά, αλλά αντίθετα αποτελεί πηγή εμπλουτισμού των επικοινωνιακών επιλογών που προσφέρει η γλώσσα στους ομιλητές της. Δεν την απειλεί· τη συμπληρώνει.

**************************************************
 
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας, Λειψία, Γερμανία
 
*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook)