Η ΑΡΧΗ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΔΙΕΞΑΓΑΓΕΙ ΑΜΕΣΩΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, αν καταγγελθεί στην αρμόδια Αρχή, ή υποπέσει στην αντίληψή της ότι δημόσιος υπάλληλος δυνατόν να έχει διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα, τότε η αρμόδια Αρχή οφείλει να μεριμνήσει αμέσως, ώστε να διεξαχθεί έρευνα με τον καθορισμένο τρόπο.

Αυτό ασφαλώς και ισχύει σε σχέση με όλες τις αρμόδιες Αρχές στις οποίες υπάγονται υπάλληλοι οι οποίοι, ενδεχομένως, παραβίαζαν και/ή παραβιάζουν τη νομοθεσία, απαντάει ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης στον Υπουργό Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη σε επιστολή του, την οποία και έδωσε στη δημοσιότητα.

Καμία αναφορά σε συγκεκριμένες διαπιστώσεις

Ο Κώστας Κληρίδης αναφέρει στον κ. Γεωργιάδη ότι «παρ' όλον ότι στην επιστολή σας δεν αναφέρεστε σε οποιεσδήποτε συγκεκριμένες διαπιστώσεις σας οι οποίες εξάγονται από την έρευνά σας και/ή από τη γενόμενη καταγγελία, εντούτοις, διαφαίνεται το συμπέρασμα, ότι η συγκεκριμένη λειτουργός μέχρι την τροποποίηση του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου κατά το 2015, τελούσε σε παράβαση του Νόμου».

Σύμφωνα με τον Γενικό Εισαγγελέα, «ορθά ερμηνευόμενος και εξεταζόμενος» ο νόμος του 2015 δεν μπορεί παρά να οδηγεί στα συμπεράσματα ότι «ο λόγος για τον οποίο αυτός ο νόμος δεν κάνει μνεία και δεν προνοεί για μεταβατικές ή άλλες διατάξεις, για υπαλλήλους που κατείχαν κομματικό αξίωμα κατά την ημερομηνία που αυτός τέθηκε σε ισχύ, δεν μπορεί να είναι άλλος, παρά το γεγονός ότι, αν κάποιοι υπάλληλοι κατείχαν τέτοιο αξίωμα κατά τη χρονική εκείνη στιγμή, το κατείχαν παράνομα». Και το κατείχαν παράνομα, προσθέτει, «επειδή με βάση τον νόμο όπως ίσχυε μέχρι τότε, κανένας υπάλληλος εδικαιούτο να κατέχει οποιοδήποτε κομματικό αξίωμα με ή χωρίς άδεια αρμόδιας Αρχής».

Εισήγαγε για πρώτη φορά το δικαίωμα υπαλλήλου

Ο νέος νόμος του 2015, συνεχίζει, «εισήγαγε για πρώτη φορά το δικαίωμα υπαλλήλου όπως κατέχει και κομματικό αξίωμα σε πολιτικό κόμμα». Δεν θα ανεμένετο επομένως, αναφέρει ο κ. Κληρίδης, «να κάνει αναφορά σε όποιους υπαλλήλους ενδεχόμενα να κατείχαν τέτοιο αξίωμα από προηγουμένως, καθ' ην στιγμή αν κατείχαν, παράνομα το κατείχαν». Ο νέος νόμος, συμπληρώνει, «δεν μπορούσε παρά να αναφέρεται σε διαδικασία εξασφάλισης άδειας από υπαλλήλους για να κατέχουν κομματικό αξίωμα, από τη χρονική στιγμή που διά νόμου επιτράπηκε κάτι τέτοιο και εντεύθεν, χωρίς ασφαλώς να προνοεί οτιδήποτε για όσους ενδεχόμενα παρανομούσαν.

»Τυχόν δε ερμηνεία του νέου νόμου του 2015, σύμφωνα με την οποία όσοι κατείχαν κομματικό αξίωμα πριν από τη θέσπισή του, οι οποίοι παραβίαζαν την προϋπάρχουσα νομοθεσία που δεν επέτρεπε υπό οποιεσδήποτε συνθήκες την κατοχή κομματικού αξιώματος, μετά που αυτό επιτράπηκε μόνο με άδεια της αρμόδιας Αρχής, αυτοί οι υπάλληλοι θα δικαιούνται να συνεχίζουν να κατέχουν το αξίωμά τους, και δεν υποχρεούνται ούτε καν να υποβάλουν αίτηση για άδεια, θα οδηγούσε (μια τέτοια τυχόν ερμηνεία) στα πλέον παράλογα αποτελέσματα, σε πλήρη αδυναμία αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και σε επιβράβευση ή νομιμοποίηση της παρανομίας», επισημαίνει.

Είναι αδύνατο να ερμηνευθεί τοιοτοτρόπως ο νόμος

Υπ' αυτές τις συνθήκες, αναφέρει ο Γενικός Εισαγγελέας στην επιστολή του, «είναι αδύνατο να ερμηνευθεί ο νόμος τούτος ως επιτρέπων μετά την έναρξη της ισχύος του, σε οποιονδήποτε υπάλληλο μισθολογικής κλίμακας Α8 ή ανώτερης, να κατέχει κομματικό αξίωμα χωρίς άδεια». Είναι επομένως καθαρό το συμπέρασμα, σύμφωνα με τον ίδιο, «ότι υπάλληλος ο οποίος κατείχε κομματικό αξίωμα οποτεδήποτε στη χρονική περίοδο 1991-2015, παραβίαζε την κείμενη νομοθεσία, και αν ο ίδιος, ευρισκόμενος στη μισθολογική κλίμακα Α8 ή ανώτερη συνεχίζει μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Νόμου του 2015 να κατέχει κομματικό αξίωμα χωρίς να εξασφαλίσει άδεια της αρμόδιας Αρχής, θεωρείται ότι συνεχίζει να παραβιάζει τον νόμο».

»Αυτές οι παραβιάσεις της νομοθεσίας, χωρίς αμφιβολία, συνιστούν λόγους έναρξης πειθαρχικής διαδικασίας δυνάμει του Άρθρου 81(2)(β) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου αρ. 1/90», προσθέτει.

Διαφωνεί πλήρως με την προσέγγιση αυτή

Παρά ταύτα, αναφέρει σε άλλο σημείο της επιστολής του στον Υπουργό Οικονομικών ο κ. Κληρίδης, «όπως αναφέρετε στην επιστολή σας, καταλήξατε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για διορισμό ερευνώντος λειτουργού για διερεύνηση του ενδεχόμενου διάπραξης πειθαρχικών παραπτωμάτων από τη συγκεκριμένη λειτουργό, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι η κατοχή κομματικής θέσης από δημόσιους υπαλλήλους ήταν διαχρονικά γνωστή στις Αρχές και γινόταν ανεκτή. Λυπούμαι που θα διαφωνήσω πλήρως με αυτή την προσέγγιση, αλλά και τη διαπίστωση», σημειώνει.

Περαιτέρω, αναφέρει, «οποιοδήποτε τυχόν επιχείρημα εγείρεται, σύμφωνα με το οποίο η εκτελεστική εξουσία και οι αρμόδιες Αρχές - Υπουργεία αποφάσισαν, αντί να εφαρμόσουν τη νομοθεσία, δύο χρόνια μετά να τροποποιήσουν τη νομοθεσία, και να επιτρέψουν την κατοχή κομματικού αξιώματος από δημόσιους υπαλλήλους και πάλιν τούτο δεν είναι λόγος άρνησης άσκησης πειθαρχικής διαδικασίας».

Τελικά δε, προσθέτει ο κ. Κληρίδης στην επιστολή του, «το γεγονός ότι ενδεχόμενα και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι να κατείχαν και/ή να κατέχουν κομματικό αξίωμα, είτε ενώ τούτο απηγορεύετο πριν από το 2015 ή/και χωρίς την απαιτούμενη άδεια μετά το 2015, σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά λόγο για μη έναρξη πειθαρχικής διερεύνησης εναντίον υπαλλήλου».