Αποφασίζεται στις 7/4 η συνέχιση ή διακοπή της δίκης της Τράπεζας Κύπρου για τα ελληνικά ομόλογα
Κατά τη χθεσινή ακροαματική διαδικασία, η κα Ευθυβούλου ανέπτυξε την επιχειρηματολογία τους, προκειμένου να πείσει το δικαστήριο για την ορθότητα του κατηγορητηρίου και να απορρίψει τις προδικαστικές ενστάσεις της υπεράσπισης
Η ΥΠΟΘΕΣΗ αφορά την εξαγορά των ελληνικών ομολόγων και την παράλειψη της Τράπεζας να ενημερώσει τους μετόχους για τους κινδύνους της εν λόγω επένδυσης
Η Εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής Πολίνα Ευθυβούλου κάλεσε χθες το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας να απορρίψει τις προδικαστικές ενστάσεις που ήγειρε η υπεράσπιση των κατηγορουμένων στην υπόθεση εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και των έξι πρώην ανώτατων στελεχών της, που αφορά την εξαγορά των ελληνικών ομολόγων και να τους καλέσει να απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.
Κατά την τελευταία ακροαματική διαδικασία, οι δικηγόροι των κατηγορουμένων ήγειραν σειρά προδικαστικών ενστάσεων επί του νέου κατηγορητηρίου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του. Με σχετικό αίτημα που υπέβαλε προς το δικαστήριο η Κατηγορούσα Αρχή ζητούσε την απάλειψη από το κατηγορητήριο της αναφοράς «ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20(2)…» που αφορά στο αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς «προκειμένου να μη θεωρηθεί, σε οποιοδήποτε στάδιο, ότι υπάρχει σύγχυση ως προς τους κατηγορουμένους».
Ενέκρινε το αίτημα
Το τριμελές Κακουργιοδικείο, με ενδιάμεση απόφασή του στις 23/02/2017, ενέκρινε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, εκδίδοντας διάταγμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου με τη διαγραφή της φράσης «ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20(2)…» από την έκθεση αδικήματος σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1-4.
Οι προδικαστικές ενστάσεις των συνηγόρων υπεράσπισης επικεντρώθηκαν στο βασικό επιχείρημα ότι και το νέο τροποποιηθέν κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη ποινικού αδικήματος, με σαφήνεια και επάρκεια, το οποίο είναι προαπαιτούμενο για τη συνέχιση της διεξαγωγής της δίκης.
Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων υποστήριξαν ότι από τη στιγμή που η οδηγία 3/2005 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου που αποτελεί αντικείμενο της Κ.Δ.Π. 445/2005 δεν έχει εκδοθεί νόμιμα και άρα είναι άκυρη, τότε το άρθρο 19, επί του οποίου εδράζεται το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς, δεν μπορεί να ευσταθεί από μόνο του.
Όπως ισχυρίστηκαν, το άρθρο 19 είναι πολύ γενικό, ασαφές και αόριστο ως προς τη διάπραξη του αδικήματος της χειραγώγησης της αγοράς και άρα δεν είναι ικανό από μόνο του να στηρίξει, με σαφήνεια και επάρκεια, το αδίκημα που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Υποστήριξαν, επίσης, ότι το με την τροποποίησή του, το κατηγορητήριο έγινε πιο σύνθετο, δυσνόητο και συγχυστικό και η θέση των κατηγορουμένων έγινε δυσχερέστερη.
Το 2010 τα αδικήματα
Κατά τη χθεσινή ακροαματική διαδικασία, η κα. Ευθυβούλου ανέπτυξε την επιχειρηματολογία τους, προκειμένου να πείσει το δικαστήριο για την ορθότητα του κατηγορητηρίου και να απορρίψει τις προδικαστικές ενστάσεις της υπεράσπισης.
Η κα. Ευθυβούλου υποστήριξε στην αγόρευσή της ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν από τους κατηγορουμένους το 2010 και όταν οι ίδιοι, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, γνώριζαν ότι απαγορευόταν να χειραγωγούν την αγορά με βάση το άρθρο 19 του Νόμου και γνώριζαν ότι σύμφωνα με οδηγία του Εποπτικού Οργάνου, δηλαδή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου(ΕΚΚ), που είχε εκδοθεί το 2005, η παράλειψη δημόσιας ανακοίνωσης σημαντικού γεγονότος αποτελεί χειραγώγηση της αγοράς.
Το γεγονός, πρόσθεσε, ότι ίσχυε η Κ.Δ.Π. του 2005 κατά το 2010 που διαπράχθηκαν τα αδικήματα, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός, αφού κατά τη διάπραξη των αδικημάτων δεν είχε καταργηθεί και δεν είχε κριθεί άκυρη από αρμόδιο Δικαστήριο.
Εντός πλαισίου αυτό που ζητούν
Απευθυνόμενη προς το τριμελές Κακουργιοδικείο, η Εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής είπε ότι «αυτό που ζητούν από το Δικαστήριο οι κατηγορούμενοι είναι στο πλαίσιο της άσκησης της ποινικής σας δικαιοδοσίας να κηρύξετε εσείς, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, την ΚΔΠ ως άκυρη από τη γένεσή της, ώστε να μην μπορεί να ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων».
«Σας ζητούν να αποφασίσετε ότι η ΕΚΚ το 2005 ήταν ‘παράνομο όργανο’, ενώ την ίδια στιγμή αναφέρουν ότι δεν χρειάζεται να ασκήσετε παρεμπίπτοντα έλεγχο. Με ποια διαδικασία θα το κάμετε όμως;», διερωτήθηκε. Έχοντας επομένως λανθασμένη αφετηρία, συνέχισε, « η υπεράσπιση σάς καλεί να ασκήσετε τη δικαιοδοσία ενός διοικητικού δικαστηρίου και να ελέγξετε κατά πόσον τα μέλη της ΕΚΚ, όταν εκδόθηκε η ΚΔΠ του 2005, πληρούσαν τα προσόντα, όπως καθορίζονται από τον Νόμο».
«Και το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσον έχετε αυτήν την εξουσία στο πλαίσιο άσκησης της ποινικής δικαιοδοσίας και έχοντας κατά νουν την περιορισμένη μαρτυρία που έθεσαν ενώπιόν σας. Η απάντηση, κατά την άποψή μας, είναι αρνητική», ανέφερε. Κανένα δικαστήριο, πρόσθεσε, «δεν έχει κηρύξει την ΕΚΚ με τη σύνθεσή της κατά την ημερομηνία έκδοσης της ΚΔΠ 445/05 ως παράνομη ή μη νόμιμα συγκροτημένη. Σε καμία περίπτωση».
«Αδίκημα αυθύπαρκτο»
Η ΕΚΚ, όπως είπε, έχοντας λάβει νομοθετική εξουσιοδότηση από τον Νόμο του 2005, ως το αρμόδιο όργανο, τηρώντας τους τύπους, εξέδωσε τον Σεπτέμβριο του 2005 την ΚΔΠ 445/05 δηλαδή Νόμο, ο οποίος παρήγαγε έννομα αποτελέσματα. «Ο νόμος αυτός δεν μπορεί να εξαφανιστεί από την έννομη τάξη παρά μόνο με την αντικατάσταση ή την κατάργησή του, και όχι αναδρομικά. Αυτό έγινε το 2011 και αυτό αποτελεί δεδομένο», είπε.
Η κα. Ευθυβούλου εξήγησε, επίσης, ότι «οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις είναι πράξεις, με τις οποίες η διοίκηση θεσπίζει κανόνες δικαίου δηλαδή ουσιαστικούς νόμους». Όλη η επιχειρηματολογία των κατηγορουμένων, πρόσθεσε, «εστιάζεται στο ότι δεν μπορεί να βασιστεί καταδίκη σε κανονισμό που ανακλήθηκε ως παράνομος, αλλά όμως στην πραγματικότητα ο κανονισμός (οδηγία του 2005) ουδέποτε ανακλήθηκε (πόσω μάλλον να κηρύχθηκε δικαστικά ως παράνομος), αλλά καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε».
Η κα. Ευθυβούλου υποστήριξε, τέλος, ότι η χειραγώγηση της αγοράς είναι αδίκημα αυθύπαρκτο και αυτοτελές που μπορεί να διαπραχθεί με πολλούς τρόπους/ενέργειες/παραλείψεις και μεθόδους. Το δικαστήριο θα ανακοινώσει την απόφασή του στις 7 Απριλίου, ημέρα Παρασκευή, στις 9 το πρωί. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που το δικαστήριο κάνει αποδεκτό το επιχείρημα της υπεράσπισης περί μη αποκάλυψης ποινικού αδικήματος, τότε αυτό αυτόματα οδηγεί στην κατάργηση της δίκης και στην απαλλαγή των κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που τους προσάπτονται.
Η υπόθεση
Η υπόθεση αφορά την εξαγορά των ελληνικών ομολόγων και την παράλειψη της Τράπεζας να ενημερώσει τους μετόχους για τους κινδύνους της εν λόγω επένδυσης. Εκτός από την Τράπεζα Κύπρου, κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι οι Ανδρέας Ηλιάδης, Γιάννης Κυπρή, Αντρέας Αρτέμης, Γεώργιος Γεωργιάδης, Κώστας Σεβέρη και Κώστας Χατζήπαπα. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης περιλαμβάνει συνολικά έξι κατηγορίες. Οι τέσσερεις κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς και οι δύο το αδίκημα της ψευδορκίας.
Ο Ανδρέας Ηλιάδης αντιμετωπίζει και τις έξι κατηγορίες. Για το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς, η Τράπεζα Κύπρου αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες, ο κ. Κυπρή δύο κατηγορίες και οι Αρτέμης, Γεωργιάδης, Σεβέρη και Χατζήπαπα αντιμετωπίζουν μόνο μία κατηγορία. Για όλους τους κατηγορουμένους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας, μέχρι αποδείξεως της ενοχής τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.




