ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΑΤΟΜΟΥ ΜΕ ΝΟΗΤΙΚΗ ΥΣΤΕΡΗΣΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕ Η ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ
Ο κατηγορούμενος αιτήθηκε κυπριακής υπηκοότητας, αλλά εστερείτο «πλήρους ικανότητας»
Μέχρι και σήμερα, ο παραπονούμενος είναι 36 χρονών και εξακολουθεί να είναι το μοναδικό μέλος της οικογένειάς του στην Κύπρο χωρίς κυπριακή υπηκοότητα
Διάκριση με βάση την αναπηρία, υπό τη μορφή του αποκλεισμού και της πλήρους παρεμπόδισης της αναγνώρισης και άσκησης του δικαιώματος σε ελευθερία διακίνησης και ιθαγένειας σε ίση βάση με άλλους αιτητές, κάτι που συνιστά πολλαπλή διάκριση, από πλευράς του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, διέγνωσε η Επίτροπος Διοικήσεως σε πρόσφατη έκθεσή της, κατόπιν έρευνας που προηγήθηκε ένεκα παραπόνου που υποβλήθηκε στο γραφείο της.
Από το 2013
Συγκεκριμένα, Κύπρια πολίτις υπέβαλε στην Επίτροπο Διοικήσεως καταγγελία κατά του Υπουργείου Εσωτερικών για την απόρριψη, τον Μάιο του 2013, αιτήματος του γιου της, ο οποίος είναι ενήλικο άτομο με νοητική αναπηρία, για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, επειδή θεωρήθηκε ότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση που τίθεται στον Νόμο, να έχει «πλήρη ικανότητα». Η μητέρα του παραπονουμένου υποστήριξε ότι η μη παραχώρηση κυπριακής υπηκοότητας στον γιο της, σε αντίθεση με την έγκριση αντίστοιχου αιτήματος της ίδιας και της κόρης της, αφενός συνιστά διάκριση λόγω αναπηρίας και αφετέρου επιφέρει σοβαρές συνέπειες στην καθημερινή διαβίωση του γιου της και της οικογένειάς του στην Κύπρο.
Πολιτογραφήθηκαν οι υπόλοιποι
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μητέρα του παραπονουμένου ζει στην Κύπρο με τα δύο παιδιά της από το 1999. Η κόρη της είναι κάτοχος κυπριακής υπηκοότητας από τον Οκτώβριο του 2004, ενώ τον Ιούλιο του 2006 υπέβαλε μαζί με τον γιο της αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Η δική της αίτηση εγκρίθηκε στις 12/2/2013 και ένα χρόνο μετά, αφού έδωσε «διαβεβαίωση πίστης στη Δημοκρατία», απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα.
Η αίτηση του γιου της απορρίφθηκε αρχικά τον Δεκέμβρη του 2012, επειδή, όπως τους αναφέρθηκε από το Τμήμα Αρχείου, κατά την υποβολή της, τον Ιούλιο του 2006, δεν είχε συμπληρώσει 7 χρόνια διαμονής στην Κύπρο. Στις 9/1/2013, μετά και από καθοδήγηση από τη Λειτουργό του Τμήματος που χειριζόταν την υπόθεση, ο παραπονούμενος υπέβαλε νέα αίτηση για πολιτογράφηση, η οποία απορρίφθηκε τον Μάιο του 2013, «με τη δικαιολογία ότι δεν είναι πλήρους ικανότητας».
Στερείται πρόσβασης
Να σημειωθεί ότι μέχρι και σήμερα, ο παραπονούμενος είναι 36 χρονών και εξακολουθεί να είναι το μοναδικό μέλος της οικογένειάς του στην Κύπρο χωρίς κυπριακή υπηκοότητα. Ως αποτέλεσμα δεν έχει πρόσβαση σε δικαιώματα και διευκολύνσεις που αφορούν στους Κύπριους πολίτες, αντίθετα με τη μητέρα και την αδερφή του, στη χώρα όπου έχει ενηλικιωθεί και διαμένει τα τελευταία 28 χρόνια, δηλαδή, για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, για τον μοναδικό λόγο ότι είναι άτομο με νοητική αναπηρία.
Η έρευνα
Κατά την έρευνα που διενήργησε το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως, η απάντηση που δόθηκε από Διοικητικό Λειτουργό ήταν πως «ενόψει του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συγκεκριμένου άρθρου στη νομοθεσία, δηλαδή ο αιτητής δεν είναι πλήρους ικανότητας, απερρίφθη η αίτησή του, κάτι που συνιστά κατάφωρη παραβίαση της σύμβασης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες.
Μεταξύ άλλων, η Σύμβαση δεν αποδέχεται στερεότυπες και αναχρονιστικές αντιλήψεις, βάσει των οποίων τα άτομα με αναπηρία, περιλαμβανομένης της νοητικής αναπηρίας, θεωρούνται «ανίκανα» ή «μειωμένης ικανότητας». Αντίθετα, αναγνωρίζει το δικαίωμά τους σε αυτοδιάθεση, την ίση τους αξία και το ίσο δικαίωμά τους να φέρουν και να ασκούν τα δικαιώματά τους όπως κάθε άλλος άνθρωπος. Δίδει έμφαση στις δυνατότητές τους να αναπτύξουν δεξιότητες και ικανότητες, με κατάλληλη στήριξη, καθώς και να ενσωματώνονται πλήρως στην κοινωνία, φτάνει να αίρονται συνεχώς όλα τα εμπόδια που καθιστούν αυτή την ενσωμάτωση και ισότητα ανέφικτη.
Διαπιστώθηκαν παραβιάσεις
Συμπερασματικά, εξαιτίας της διάκρισης και των άλλων διαπιστωθεισών παραβιάσεων της Σύμβασης, ο παραπονούμενος τέθηκε σε μία ιδιαίτερα δυσμενή θέση, συγκριτικά όχι μόνο με κάθε άλλον αιτητή δικαιούχο κυπριακής υπηκοότητας, αλλά και με την ίδια την οικογένειά του. Παρότι έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Κύπρο, όπου έχει, μάλιστα, ενηλικιωθεί και παρότι, όπως το ίδιο το Τμήμα Αρχείου αναφέρει, πληροί τα τυπικά προσόντα που θέτει η νομοθεσία για να αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα και να συνεχίσει τη ζωή του ως Κύπριος πολίτης, εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένος σε ένα καθεστώς που δεν αρμόζει στο ιστορικό και τα τυπικά προσόντα παραμονής του και που δίδει εσφαλμένα την εντύπωση ότι αυτός ευθύνεται για τον εν λόγω αποκλεισμό.
Σύμφωνα με το πόρισμα της Επιτρόπου Διοικήσεως, το εμπόδιο που χρειάζεται, με βάση τη Σύμβαση και τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, να αρθεί, ώστε να αρθεί και η διάκριση λόγω αναπηρίας μαζί με όλες τις άλλες παραβιάσεις που προκύπτουν, αφορά στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, αλλά και στις υπόλοιπες διατάξεις που θέτουν την «πλήρη ικανότητα» των αιτητών ως προϋπόθεση απόκτησης της κυπριακής υπηκοότητας, η οποία χρειάζεται απαραιτήτως να αφαιρεθεί.
Λόγω αναπηρίας, το άρθρο 111 καθιστά όχι μόνο άνιση αλλά και αδύνατη την πρόσβαση του παραπονουμένου, αλλά και κάθε αιτητή με νοητική αναπηρία, στο δικαίωμα απόκτησης κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Ως αποτέλεσμα, στοιχειοθετείται πρόδηλη διάκριση με βάση την αναπηρία, υπό τη μορφή του αποκλεισμού και της πλήρους παρεμπόδισης της αναγνώρισης και άσκησης του δικαιώματος σε ελευθερία διακίνησης και ιθαγένειας, σε ίση βάση με άλλους αιτητές, όπως στην περίπτωση του παραπονουμένου είναι άλλα μέλη της οικογένειάς του. Το ίδιο προκύπτει σε σχέση και με άλλες διαδικασίες απόκτησης της κυπριακής υπηκοότητας, στα άρθρα 109 και 110 του ίδιου Νόμου.
Πολλαπλή διάκριση
Συντρέχει, όμως, επίσης και πολλαπλή διάκριση σε βάρος του παραπονουμένου, διότι η αναπηρία και η καταγωγή του διαπλέκονται και αλληλοεπιδρούν κατά την πιο πάνω διάκριση (τόσο η αναπηρία όσο και η μη κυπριακή καταγωγή του είναι σχετικοί παράγοντες για τη διάκριση αφού, εάν δεν ήταν άτομο με αναπηρία, θα είχε εγκριθεί η αίτησή του, ενώ η προϋπόθεση της «πλήρους ικανότητας» είναι αδιάφορη σε σχέση με Κύπριους πολίτες). Ως τέτοια, η διαπιστωθείσα διάκριση είναι ακόμη σοβαρότερη.
Από μόνη της, η αναφορά σε «πλήρη ικανότητα» (υπονοώντας ότι όποιος απορρίπτεται είναι «ανίκανος») στις διατάξεις του Νόμου είναι αντίθετη σε όλο το πλαίσιο της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με αναπηρίες, επειδή επιτρέπει και ευνοεί αυθαίρετες υποθετικές διαπιστώσεις αναφορικά με την ικανότητα των ατόμων με αναπηρία, προφανώς θέτοντας σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τα άτομα με νοητική αναπηρία. Επιτρέπει, εν ολίγοις, κάθε άτομο με νοητική αναπηρία, ανεξαρτήτως του όρου που χρησιμοποιείται στις ιατρικές γνωματεύσεις («νοητική υστέρηση/καθυστέρηση», «πνευματική υστέρηση»), να θεωρείται αυτόματα «ανίκανο», διαιωνίζοντας ένα από τα συνηθέστερα στερεότυπα σε βάρος των ατόμων με αναπηρία.
Πιθανότατα αντίστοιχη μεταχείριση να τυγχάνουν και άτομα με άλλες αναπηρίες, όπως είναι ο αυτισμός ή οι ψυχοκοινωνικές αναπηρίες ή ακόμα και αναπηρίες που συνδέονται με συγκεκριμένες ασθένειες (π.χ. αλτσχάιμερ). Επαναλαμβάνεται ότι αναπηρία δεν σημαίνει ανικανότητα, αφού κάθε άτομο με αναπηρία έχει, όπως κάθε άνθρωπος, διαφορετικές ικανότητες και ανικανότητες.




