Τον Νοέμβριο του 1999 η UNESCO ανακήρυξε την 21η Φεβρουαρίου Διεθνή Ημέρα Μητρικής Γλώσσας και από το 2000 η επέτειος άρχισε να γιορτάζεται σε ετήσια βάση. Στόχος της UNESCO είναι να προωθήσει τον σεβασμό απέναντι στην πολιτισμική και γλωσσική ποικιλότητα και την πολυγλωσσία ως χαρακτηριστικό τόσο των κοινωνιών όσο και των εκπαιδευτικών συστημάτων.

Η επιλογή της ημερομηνίας δεν ήταν τυχαία

Η UNESCO θέλησε να τιμήσει τη μνήμη μιας μαύρης ημέρας στην ιστορία της Ανατολικής Βεγγάλης, ενός από τα κρατίδια που από το 1947 βρίσκονταν υπό την κυριαρχία του Πακιστάν· η Ανατολική Βεγγάλη αποσχίστηκε τελικά το 1971 ως το σημερινό ανεξάρτητο κράτος του Μπανγκλαντές. Στην πρώτη μεταποικιακή μορφή του (από το 1947 και εξής) το Πακιστάν συγκροτούνταν από επαρχίες με διαφορετικά εθνικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, η κυβέρνηση αποφάσισε να ορίσει ως μοναδική εθνική–κρατική γλώσσα την ούρντου, πυροδοτώντας έντονες κοινωνικές εξεγέρσεις στην Ανατολική Βεγγάλη, όπου η πλειοψηφία μιλούσε τη γλώσσα μπενγκάλι—σήμερα είναι η έβδομη πολυπληθέστερη γλώσσα του κόσμου με πάνω από 189 εκατομμύρια φυσικούς ομιλητές.

Κορύφωση των εξεγέρσεων ήταν η διαδήλωση των φοιτητών του Πανεπιστημίου της Ντάκας, τότε πρωτεύουσας του κρατιδίου της Ανατολικής Βεγγάλης και σημερινής πρωτεύουσας του Μπανγκλαντές, την 21η Φεβρουαρίου 1952. Το λεγόμενο Γλωσσικό Κίνημα (Language Movement) αξίωνε την αναγνώριση της γλώσσας μπενγκάλι ως δεύτερης εθνικής–κρατικής γλώσσας του Πακιστάν. Ωστόσο, κατέληξε σε αιματοκύλισμα, καθώς διαδηλωτές έπεσαν νεκροί από τα πυρά της αστυνομίας. Ο αγώνας των φοιτητών απέφερε τελικά καρπούς τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν η κυβέρνηση του Πακιστάν αναγνώρισε την μπενγκάλι ως δεύτερη εθνική–κρατική γλώσσα. Αποτίνοντας φόρο τιμής στους νεκρούς του Γλωσσικού Κινήματος, η UNESCO ανήγαγε την 21η Φεβρουαρίου σε σύμβολο των αγώνων των ανθρώπων για διατήρηση και διάδοση των μητρικών τους γλωσσών.

Οι πολιτικές της UNESCO για τις γλώσσες του κόσμου

Οι γλώσσες είναι στοιχείο της ταυτότητας των κοινωνιών που τις μιλούν, όχημα της συλλογικής μνήμης και της κουλτούρας τους και δομικό στοιχείο της πολυμορφίας στον πλανήτη. Γύρω από τον άξονα αυτόν στρέφονται οι πολιτικές της UNESCO και του ΟΗΕ με στόχο τη διατήρηση και προστασία όλων των ομιλούμενων γλωσσών του κόσμου και ιδιαίτερα αυτών που κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Με ψηφίσματα και καθιέρωση διεθνών επετειακών εορτασμών, όπως το Διεθνές Έτος Γλωσσών (2008), οι δύο παγκόσμιοι οργανισμοί επιχειρούν να ευαισθητοποιήσουν τόσο τα κράτη όσο και τους πολίτες, για να κατανοήσουν ότι ο πλανήτης δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει γλωσσικά ομοιογενής, ότι η κάθε γλωσσική ταυτότητα πρέπει να παραμείνει σεβαστή και ότι η γλωσσική ποικιλότητα, η πολυγλωσσία είναι πλούτος και στοιχείο ανθεκτικότητας.

Οι φετινοί εορτασμοί για τη Διεθνή Ημέρα Μητρικής Γλώσσας από την UNESCO προβάλλουν ειδικότερα τον καθοριστικό ρόλο που παίζει η πολυγλωσσική εκπαίδευση στη διαμόρφωση βιώσιμου μέλλοντος. Μέσα από τη χρήση της μητρικής γλωσσικής ποικιλίας ως μέσου διδασκαλίας, η διαδικασία μάθησης και απόκτησης δεξιοτήτων διευκολύνεται και διαβαθμίζεται ποιοτικά. Ταυτόχρονα όμως, καθώς τα περισσότερα κράτη είναι πολύγλωσσα, η εκμάθηση γλωσσών πέρα από τη μητρική—γειτονικών γλωσσών ή μιας διεθνούς γλώσσας—είναι απαραίτητη. Η ανάγκη αυτή καθορίζει καταλυτικά και τη στάση των εκπαιδευτικών συστημάτων απέναντι στην πολυγλωσσία.

Αν ο στόχος τους είναι να διαμορφώσουν πολίτες του κόσμου που θα έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά στην τοπική και παγκόσμια κοινωνία και θα έχουν πρόσβαση στη γνώση και τα πολιτισμικά αγαθά, τότε η εκπαίδευση οφείλει να κάνει άνοιγμα στις γειτονικές και στις διεθνείς γλώσσες. Στον πυρήνα της όμως διατηρεί πάντα τη μητρική γλωσσική ποικιλία του μαθητή ή της μαθήτριας, είτε αυτή είναι μια θεσμική, κυρίαρχη γλώσσα, είτε μια μειονοτική ή τοπική ποικιλία. Ο προβληματισμός αυτός δεν είναι ξένος προς τους ελληνόφωνους της Κύπρου: θέλουμε ένα σχολείο που θα προωθεί ή θα ενοχοποιεί τη χρήση της κυπριακής ελληνικής ποικιλίας μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων κατά τη διδακτική διαδικασία;
     
Υπάρχουν σήμερα γλώσσες απειλούμενες με εξαφάνιση;

Σαφώς! Τα ελληνικά όμως δεν είναι μια από αυτές, έστω κι αν το διαδίκτυο βρίθει από καταστροφολογικά κείμενα που προειδοποιούν για τον επερχόμενο αφανισμό της ελληνικής γλώσσας ή θρηνούν ήδη για την εξαφάνισή της· υπήρχαν ανέκαθεν και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν, καθώς υποκινούνται από πρωτόγονα ένστικτα επιβίωσης απέναντι στην «απειλητική» (αλλά απολύτως φυσιολογική) γλωσσική αλλαγή. Πραγματικός κίνδυνος εξαφάνισης υπάρχει για γλώσσες που αριθμούν μερικές μόνο εκατοντάδες ή ακόμα και δεκάδες φυσικούς ομιλητές, για γλώσσες που δεν μεταδίδονται πια από τις παλαιότερες στις νεότερες γενιές, για γλώσσες που υπό την πίεση κυρίαρχων γλωσσών χρησιμοποιούνται αυστηρά μόνο στο σπίτι.

Σύμφωνα με τον Άτλαντα των Υπό Εξαφάνιση Γλωσσών του Κόσμου (Atlas of the World’s Languages in Danger) της UNESCO, εκτιμάται ότι το 42% των 7.097 ομιλούμενων γλωσσών (περίπου 3.000 γλώσσες) αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο εξαφάνισης, με ένα 4% (περίπου 280 γλώσσες) να έχουν πλήρως εξαφανιστεί από το 1950 και εξής. Από αυτές, οι 2.465 συμπεριλαμβάνονται στην πιο πρόσφατη έκδοση του Άτλαντα (2010). Στόχος της UNESCO δεν είναι μόνο η καταγραφή, αλλά κυρίως η αποτελεσματική παρέμβαση που θα αναστείλει την πορεία εξαφάνισης των γλωσσών αυτών μέσω παροχής τεχνικής υποδομής και συμβουλευτικών προτάσεων από ειδικούς.

Ούτε και αυτή η όψη της πραγματικότητας είναι απομακρυσμένη από τον γεωγραφικό μας περίγυρο, όπως ίσως νομίζουμε. Στον Άτλαντα περιλαμβάνεται η κυπριακή μαρωνιτική αραβική ως σοβαρά απειλούμενη με εξαφάνιση γλώσσα—το Γλωσσοσκόπιο αφιέρωσε ένα προηγούμενο άρθρο στη γηγενή αυτή γλώσσα της Κύπρου. Επίσης, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Χάρτη για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Κυπριακή Δημοκρατία αναγνώρισε δύο γηγενείς γλώσσες της Κύπρου ως μειονοτικές: τη δυτική αρμένικη το 2002 και την κυπριακή μαρωνιτική αραβική το 2008. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τους δύο αυτούς θησαυρούς του γλωσσικού τοπίου του νησιού μας, προχωρήστε στην επόμενη παράγραφο!
     
Οι φετινές εκδηλώσεις στην Κύπρο

Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Μητρικής Γλώσσας, η Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο και η Γλωσσολογική Εταιρεία Κύπρου συνδιοργανώνουν φέτος την εκδήλωση Western Armenian – Cypriot Arabic: New century, new speakers? (Δυτική αρμένικη – Κυπριακή αραβική: Νέος αιώνας, νέοι ομιλητές;), με κεντρικό στόχο την ανάδειξη των δύο αυτών σημαντικών μειονοτικών γλωσσών που μιλιούνται στην Κύπρο. Στο κύριο μέρος της εκδήλωσης, θα παρουσιαστούν δύο εισηγήσεις στα αγγλικά: η δρ Anaïd Donabédian–Démopoulos, καθηγήτρια γλωσσολογίας και επικεφαλής των αρμένικων σπουδών στο Institut national des langues et civilisations orientales (Παρίσι, Γαλλία), θα αναπτύξει τον προβληματισμό τού κατά πόσο η χρήση της δυτικής αρμένικης συνιστά πρόκληση στον 21ο αιώνα, και στη συνέχεια, η δρ Μαριλένα Καρυολαίμου, αναπληρώτρια καθηγήτρια γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου (Λευκωσία), θα μιλήσει για τα διλήμματα και τις επιλογές στον σχεδιασμό της διδασκαλίας της κυπριακής αραβικής. Μετά το τέλος των εισηγήσεων θα ακολουθήσει δεξίωση.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017 από τις 18:00 μέχρι τις 20:00 στο Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Λεωφόρος Λόρδου Βύρωνος 30, Λευκωσία). Λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων, οι διοργανωτές παρακαλούν τους ενδιαφερόμενους να αποταθούν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο [email protected] ή στο τηλέφωνο 22817770 (Μάρθα Νεοκλέους, γλωσσική λειτουργός στην Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) για κράτηση θέσεων το αργότερο μέχρι τη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017.

Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
[email protected]
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία

*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook)