Mπουλντόζες θα μπουν σύντομα στο παλιό ΓΣΠ, γκρεμίζοντας μαζί την παράδοση 50 χρόνων
Η Κυριακή Παυλίδου, πατώντας στα βήματα των γονιών της κράτησε τη μικρή επιχείρηση κατασκευής παραδοσιακών λοκμάδων μέχρι σήμερα
Μπουλντόζες αναμένεται να μπουν σύντομα στο παλιό ΓΣΠ, γκρεμίζοντας μαζί και τα όνειρα των ανθρώπων που βρίσκονται εκεί για 50 χρόνια. Το παλιό ΓΣΠ έμεινε βουβό από το 1999, αλλά ο «Κυριλλής» και ο «Γιαπανάς» ποτέ δεν έφυγαν. Η Κυριακή Παυλίδου, πατώντας στα βήματα των γονιών της κράτησε τη μικρή επιχείρηση κατασκευής παραδοσιακών λοκμάδων, μέχρι σήμερα. Ο γνωστός «Κυριλλής», όμως, πήρε μια επιστολή ότι εντός των ημερών θα πρέπει να φύγει.
Το τέλος ήρθε ξαφνικά
Η ιδιοκτήτρια του «Κυριλλή» μίλησε στην κάμερα του ΣΙΓΜΑ και ανέφερε ότι «ξεκίνησε από πολλά χρόνια πριν, ότι ήθελαν να χαλάσουν το ΓΣΠ. Ήμασταν ενήμεροι ότι κάποια στιγμή στο μέλλον ήταν να έρθει και το τέλος του. Αλλά, το τέλος ήρθε ξαφνικά και απροειδοποίητα. Εγώ την περασμένη εβδομάδα έμαθα από πελάτη μου ότι είχε δημοσίευση στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας, μερικές μέρες μετά μου επέδωσαν επιστολή ότι πρέπει να αποχωρήσω μέσα σε εφτά μέρες».
Επιπλέον, η ιδιοκτήτρια εξέφρασε τον προβληματισμό της, «εφτά μέρες για μένα ήταν και είναι μεγάλο πρόβλημα, γιατί ήδη πρόλαβα και έβαλα προμήθειες, για να δουλέψω τους επόμενους μήνες. Θέλω τον χρόνο μου να μεταφερθώ με την ησυχία μου, να βρω κάπου χώρο. Ασχέτως ότι μου παρέχουν τις αποθήκες τους τα δημόσια έργα, για να μπουν τα έπιπλά μου και τα σκεύη μου για 3 μήνες περίπου, ήθελα να έχω τον χρόνο μου να τα μεταφέρω με την ησυχία μου.
Δεν με προσέγγισε κανένας από αυτές τις Υπηρεσίες να μου το πει προσωπικά. Ήρθε απλώς μια επιστολή που λέει ότι είναι σε επίταξη και πρέπει σε εφτά μέρες να αποχωρήσω, αλλιώς θα έρθουν οι ίδιοι των δημοσίων έργων, μαζί με την Αστυνομία, αν φέρω ένσταση να μετακομίσουν, όπως εκείνοι ξέρουν να λειτουργούν σε τέτοιες περιπτώσεις».
Ερωτηθείσα τι ζητά η ιδιοκτήτρια της επιχείρησης, η ίδια δήλωσε ότι «εγώ απλώς θέλω παράταση ένα μήνα. Ένα μήνα για να προλάβω να ξοδέψω υλικά που έχω είδη αγορασμένα, τα οποία δεν αντέχουν πολύ καιρό, και να ενημερώσω και τους πελάτες μου ότι φεύγω. Να βρω τον κατάλληλο χώρο, για να μεταφέρω με την ησυχία μου τα σκεύη μου, τα έπιπλά μου. Αυτό ζητώ. Τίποτα άλλο».
Η ιστορία με τους λοκμάδες
Η οικογένεια Κυριλλή είναι εδώ από τη δεκαετία του '60. Αλλά προϋπήρχε από τα τέλη του '40, αρχές του '50 από τον προκάτοχό τους, πάλι Κυριλλή. Ολόκληρη η ιστορία της Λευκωσίας πέρασε απ' αυτό το γήπεδο. Η ιδιοκτήτρια ανέφερε ότι «κάποτε ήταν το μοναδικό γήπεδο μετά τον πόλεμο του 1974. Θυμούμαι τον κόσμο που ερχόταν από όλες τις επαρχίες με τα λεωφορεία, τις ομάδες, τους αγώνες που γίνονταν στο παλιό ΓΣΠ. Συναυλίες που γίνονταν μετά το 1974 για την κατάσταση μετά την εισβολή».
Επίσης, είπε ότι «ήταν το κέντρο της Λευκωσίας σχεδόν για κάποιο διάστημα το παλιό ΓΣΠ. Μετά, σιγά - σιγά το άφησαν και ξεθώριασε, μέχρι που έφτασε το τέλος του. Από τον καιρό που το έπιασε η Κυβέρνηση, κανένας δεν ενδιαφέρθηκε. Ούτε για συντήρηση, ούτε για μας που είμαστε μέσα. Είμαστε ανύπαρκτοι για τις Υπηρεσίες που το ανέλαβαν», συμπλήρωσε.
Έντονες αναμνήσεις
Ερωτηθείσα για κάτι χαρακτηριστικό, το οποίο δεν θα ξεχάσει ποτέ, η ιδιοκτήτρια ανέφερε ότι «τις ημέρες της εισβολής θυμάμαι ότι ερχόμασταν με τον πατέρα μου, ανοίγαμε το πρωί στη διάρκεια του πραξικοπήματος, έπρεπε μέχρι τις 6 να είμαστε κλειστοί. Ερχόμασταν και ανοίγαμε, γιατί είχε αρκετό κόσμο που δεν είχε κάπου να πάει και ερχόταν και καθόταν εδώ. Συνήθως ήταν ηλικιωμένοι άνθρωποι και περνούσαν το απόγευμά τους μέχρι την ώρα που θα κλείναμε».
Επιπλέον, συνέχισε, «θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι μια μέρα, στη βιασύνη μας να κλείσουμε, επειδή άργησε να φύγει ο κόσμος, έβαλα τα τραπεζάκια με έναν τέτοιο τρόπο, που ξαφνικά άρχισαν να πέφτουν και ακούγονταν σαν πυροβολισμοί και πανικοβληθήκαμε όλοι.
Μετά την εισβολή, θυμάμαι ότι η κίνηση ήταν μαγκωμένη, αλλά ερχόμασταν, ξεκινούσαμε, ερχόταν ο κόσμος για να έχει παρέα, να έχει κόσμο να μιλά, άνθρωποι που δεν είχαν πού να πάνε. Θυμάμαι, όταν ήρθαμε και βρήκαμε χαρτόκουτα κάτω από τις κληματαριές που είχε εδώ έξω μετά την εισβολή. Κάποια ομάδα στρατιωτών είχε βάλει, φαίνεται, χαρτόνια χάμω, για να κοιμούνται».
Κάθε τέλος και μια νέα αρχή
Τέλος, η ιδιοκτήτρια εξέφρασε και τα συναισθήματα του πατέρα της για το κλείσιμο της επιχείρησής τους και ανέφερε ότι «ο πατέρας μου στενοχωρήθηκε αρχικά, αλλά είναι άνθρωπος πάντα αισιόδοξος που λέει ότι το τέλος φέρνει μιαν άλλη αρχή και να μην στεναχωριόμαστε, εφόσον είμαστε εντάξει στη δουλειά μας. Ο κόσμος μας ξέρει και, όπου και να πάμε, θα ανθίσει ξανά η δουλειά μας. Δεν είναι άνθρωπος ηττοπαθής, ούτε τα βάζει κάτω έτσι εύκολα».




