Φανταστείτε να χτυπάει το τηλέφωνο και να αποφεύγετε να το απαντήσετε, γιατί πολύ απλά ξέρετε ότι θα βρεθείτε στη δύσκολη θέση να μην αναγνωρίζετε τη φωνή που σας μιλάει από την άλλη άκρη της γραμμής. Όχι λόγω κάποιου τεχνικού προβλήματος, ούτε εξαιτίας μειωμένης ακοής, αλλά επειδή πάσχετε από φωναγνωσία. Για τους περισσότερους η λέξη αυτή είναι καινούρια· για κάποιους ανθρώπους όμως περιγράφει ένα εμπόδιο, ένα κομμάτι της ζωής τους γεμάτο δυσχέρειες για την καθημερινή επικοινωνία.
Αν και στην εποχή της αυτόματης αναγνώρισης κλήσης βασιζόμαστε όλο και λιγότερο στη φωνή για να αναγνωρίζουμε τον συνομιλητή ή τη συνομιλήτριά μας σε μια τηλεφωνική συνδιάλεξη, το να εξάγουμε σημαντικές πληροφορίες για την ταυτότητα του συνομιλητή ή της συνομιλήτριάς μας μέσω της φωνής είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης γνωσιακής μας ικανότητας: από την ηλικία, το φύλο και το σωματικό βάρος μέχρι τη γεωγραφική γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιεί. Η σκέψη ότι ένας άνθρωπος αδυνατεί να αναγνωρίσει τη φωνή της μητέρας ή του αδερφού του είναι σχεδόν εφιαλτική. Ωστόσο, για ορισμένους ανθρώπους δεν είναι απλώς μια σκέψη, αλλά καθημερινότητα.
Τα αίτια
Η επιστημονική κοινότητα «εφηύρε» τον όρο φωναγνωσία (phonagnosia) το 1982. Τότε ήταν που για πρώτη φορά η συστηματική εξέταση τόσο μεμονωμένων περιστατικών όσο και ομάδων ασθενών με εγκεφαλική βλάβη στο αριστερό ή στο δεξί ημισφαίριο κατέδειξε ότι άνθρωποι με εστιακές εγκεφαλικές βλάβες χάνουν την ικανότητα να διακρίνουν διαφορετικές φωνές ή/και να αναγνωρίζουν φωνές επώνυμων ή οικείων προσώπων. Στους δεξιόχειρες οι εστίες αυτές εντοπίζονται στον δεξιό βρεγματικό λοβό και στους κροταφικούς λοβούς και των δύο ημισφαιρίων. Μάλιστα, ο ρόλος των δύο κροταφικών λοβών φαίνεται να είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην αναγνώριση της φωνής και του ομιλητή, όπως προκύπτει και από πιο πρόσφατες νευροαπεικονιστικές μελέτες σε υγιείς πληθυσμούς χωρίς εγκεφαλική βλάβη.
Η ανακάλυψη αυτή δεν εξέπληξε βέβαια τους επιστήμονες. Μια αντίστοιχη διαταραχή της οπτικής πρόσληψης μετά από εγκεφαλική βλάβη ήταν ήδη γνωστή με τον όρο προσωπαγνωσία (prosopagnosia). Πρόκειται για τη δυσκολία να διακρίνει κανείς ότι δύο διαφορετικά πρόσωπα είναι όντως διαφορετικά και, επιπλέον, να αναγνωρίσει τα πρόσωπα γύρω του, είτε οικεία είτε επώνυμα. Η φωναγνωσία θεωρήθηκε από τους επιστήμονες το ακουστικό αντίστοιχο της προσωπαγνωσίας. Έτσι, ένας άνθρωπος με φωναγνωσία χάνει πολύ επιλεκτικά την ικανότητα να διακρίνει διαφορές μεταξύ των φωνών που ακούει ή να αναγνωρίζει οικείες και διάσημες φωνές ή και τα δύο μαζί. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι σε σοβαρές μορφές φωναγνωσίας ο ασθενής είναι πιθανόν να αδυνατεί να συμπεράνει και το φύλο της φωνής που ακούει. Παρ’ όλα αυτά, η φωναγνωσία δεν επηρεάζει την κατανόηση του περιεχομένου αυτού που ακούει ο ασθενής.
Μια νέα ανακάλυψη
Το 2008 καταγράφηκε από ερευνητική ομάδα του University College London ένα περιστατικό που άνοιξε ένα ακόμα παράθυρο στη μέχρι τότε γνώση των επιστημόνων για τη φωναγνωσία. Μια εξηντάχρονη Βρετανίδα, σύμβουλος διοίκησης επιχειρήσεων, η K.H., αφού έτυχε να διαβάσει ένα άρθρο για την προσωπαγνωσία σε ένα περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας και αντιλήφθηκε τις ομοιότητες με το προσωπικό της πρόβλημα, απευθύνθηκε σε ειδικούς αναφέροντας ότι ανέκαθεν στη ζωή της αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες να αναγνωρίζει ποιος ή ποια την καλούσε στο τηλέφωνο, ακόμα και αν ήταν η κόρη της ή ο σύζυγός της—τόσο ώστε για πολλά χρόνια αναγκαζόταν να έχει μόνο προγραμματισμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, ιδιαίτερα στο εργασιακό της περιβάλλον.
Το περιστατικό δημοσιεύτηκε ένα χρόνο αργότερα στο επιστημονικό περιοδικό Neuropsychologia ως η πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση αναπτυξιακής φωναγνωσίας (developmental phonagnosia), δηλαδή φωναγνωσίας που παρουσιάστηκε εκ γενετής και όχι μετά από εγκεφαλική βλάβη. Η Κ.Η. υποβλήθηκε σε πληθώρα γνωσιακών δοκιμασιών, οι οποίες έδειξαν ότι το έλλειμμά της ήταν πολύ επιλεκτικό ως προς την αναγνώριση φωνής, καθώς άλλες ικανότητες σχετικές με την ακουστική πρόσληψη και επεξεργασία βρίσκονταν σε κανονικά επίπεδα.
Δεδομένης της ηλικίας της, είχε φυσιολογικό βαθμό ακοής, φυσιολογική ανατομική εγκεφαλική δομή (δηλαδή, δεν υπήρχαν εγκεφαλικές βλάβες) και κανονική επίδοση σε δοκιμασίες απομνημόνευσης λέξεων. Μπορούσε να αναγνωρίζει πρόσωπα, περιβαλλοντικούς θορύβους και (γλωσσικούς) φθόγγους και να διακρίνει συναισθήματα όπως η οργή, η χαρά ή η λύπη σε δείγματα λόγου που άκουγε. Επίσης, όταν οι ερευνητές τής ζήτησαν να ακούσει μουσική—ειδικά σχεδιασμένα μουσικά ερεθίσματα για εργαστηριακά πειράματα—και εξέτασαν την ικανότητά της να εντοπίζει αλλαγές στον τόνο, στον ρυθμό και στη μελωδία, η Κ.Η. αποκρίθηκε ορθά. Με λίγα λόγια, δεν παρουσίαζε κανένα πρόβλημα στην ακουστική πρόσληψη ή στην κατανόηση του περιεχομένου, ούτε ακόμα και σε παρεμφερείς ικανότητες, όπως η λεκτική μνήμη και η πρόσληψη της μουσικής.
Απέτυχε όμως πλήρως σε δύο δοκιμασίες. Πρώτο, όταν κλήθηκε να μάθει τις φωνές έξι άγνωστων ομιλητών και έπειτα να τις αναγνωρίσει. Δεύτερο, όταν της ζητήθηκε να αναγνωρίσει φωνές επωνύμων, μεταξύ των οποίων η Margaret Thatcher, ο David Beckham, ο Sean Connery, η Anne Robinson και ο Sting. Έτσι, οι ερευνητές συμπέραναν ότι η Κ.Η. πάσχει από επιλεκτική διαταραχή αναγνώρισης φωνής, την οποία μάλιστα έφερε εκ γενετής.
Πόσο συχνά εμφανίζεται;
Μέχρι σήμερα τα καταγεγραμμένα περιστατικά αναπτυξιακής φωναγνωσίας είναι εξαιρετικά σποραδικά, κάτι που κάνει τη διατύπωση γενικεύσεων ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Σύμφωνα με περσινή μελέτη του University of Southern California των ΗΠΑ η εκτίμηση για το ποσοστό του πληθυσμού με αναπτυξιακή φωναγνωσία σε ένα δείγμα 730 ενηλίκων ανέρχεται σε 3.2%—αυτό σημαίνει περίπου 27 χιλιάδες άνθρωποι στην Κύπρο. Παρ’ όλα αυτά, από το 2008 έχουν διαγνωστεί μόνο 5 περιστατικά παγκοσμίως, εκ των οποίων τα 2 στη Γερμανία.
Η άγνοια ύπαρξης μιας τέτοιας διαταραχής φαίνεται να είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο παραβλέπουμε τα συμπτώματά της, ενώ σε δεύτερη θέση έρχεται η επώδυνη διαδικασία τού να παραδεχτεί κανείς ότι οι «ασήμαντες και τυχαίες συμπτώσεις» είναι στην πραγματικότητα σοβαρές ενδείξεις της διαταραχής. Έτσι, τον κώδωνα του κινδύνου κρούει συχνά ο περίγυρος και όχι ο ίδιος ο πάσχων. Επακόλουθο όλων αυτών είναι φυσικά η υποδιάγνωση.
Το μέλλον της έρευνας
Η εικόνα που έχουν σήμερα οι ειδικοί μπορεί να συνοψιστεί στα εξής: αν και οι άνθρωποι με αναπτυξιακή φωναγνωσία καταφέρνουν να αναγνωρίσουν τα μεμονωμένα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το ακουστικό αποτύπωμα μιας φωνής (π.χ. το ηχόχρωμα, το τονικό ύψος κ.λπ.), αποτυγχάνουν να αποκρυπτογραφήσουν το ακουστικό αυτό αποτύπωμα ως σύνολο· με άλλα λόγια, αποτυγχάνουν να συναρμολογήσουν τα κομμάτια που συνθέτουν ένα ακουστικό αποτύπωμα και να ανασύρουν από τη μνήμη τους το πρόσωπο που συνδέεται με αυτό. Το ερώτημα που συναρπάζει τους επιστήμονες είναι πώς ένας άνθρωπος καταφέρνει να αναπτυχθεί κοινωνικά, ενώ του λείπει μια τόσο απαραίτητη ικανότητα, όπως η αναγνώριση της φωνής. Θα χρειαστούν πολλά χρόνια ακόμα για να κατανοήσουμε με λεπτομέρεια τους μηχανισμούς που προκαλούν την αναπτυξιακή φωναγνωσία τόσο σε επίπεδο γονιδίων όσο και σε επίπεδο εγκεφαλικής δομής και λειτουργίας, για να αναπτύξουμε αξιόπιστα διαγνωστικά εργαλεία, αλλά και για να σχεδιάσουμε θεραπευτικές παρεμβάσεις, με σκοπό να περιορίσουμε τις δυσάρεστες προκλήσεις στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
[email protected]
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία
*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook)




