ΔΙΕΦΕΥΓΕ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΤΩΝ ΕΝΟΧΩΝ Η ΕΦΗ ΗΡΟΔΟΤΟΥ
Κατάφερε να δραπετεύσει πραγματικά; Αν επέστρεφε πίσω στον χρόνο, θα επέλεγε διαφορετικό «δρόμο»; Δικαιολογείται από την άλλη ο διαδικτυακός «κανιβαλισμός»;
Οι υπόλοιποι, μέχρι πού θα φθάναμε για να γλιτώσουμε το παιδί μας από τη φυλακή;
Η Έφη Ηροδότου, η επί οκτώ χρόνια περιβόητη καταζητούμενη των κυπριακών Αρχών και της Ιντερπόλ, συνελήφθη, την περασμένη εβδομάδα, στην Ελλάδα, και αναμένεται να εκδοθεί στην Κύπρο, για να δικαστεί για το θανατηφόρο τροχαίο που προκάλεσε στη Λεμεσό, τον Δεκέμβριο του 2007. Στο δυστύχημα έχασε τη ζωή του ο 17χρονος τότε Αιμίλιος Ιωάννου, από τη Λεμεσό. Ως γνωστόν, η Έφη κατεζητείτο με ευρωπαϊκό και διεθνές ένταλμα σύλληψης. Αρχικά, είχε αθωωθεί πρωτοδίκως στις κατηγορίες της πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας και της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης και της είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης με αναστολή για το αδίκημα της εγκατάλειψης σκηνής θανατηφόρου δυστυχήματος.
Ωστόσο, με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, ασκήθηκε έφεση στο Ανώτατο Δικαστηρίου, το οποίο, με νέα απόφαση, που εκδόθηκε το 2009, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε επανεκδίκαση της υπόθεσης.
Να υπενθυμίσουμε, επίσης, ότι ενώπιον του Ανωτάτου αποκαλύφθηκε ότι στην πρωτόδικη διαδικασία χρησιμοποιήθηκαν ψευδομάρτυρες, ενώ παραποιήθηκαν στοιχεία και τεκμήρια που λήφθηκαν από τη σκηνή του δυστυχήματος. Επίσης, καταγγέλθηκε για χρηματισμό και η δημόσια κατήγορος, εναντίον της οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, η οποία τελικά ανεστάλη, μετά την υποβολή της παραίτησή της.
Παρά τις οδηγίες του Ανωτάτου, όμως, η υπόθεση δεν επενεξετάστηκε ποτέ, επειδή η Έφη, προφανώς με τη παρότρυνση και βοήθεια των γονιών της, διέφυγε στην Ελλάδα. Φέρεται να ζούσε εκεί ως φυγόδικος για οκτώ ολόκληρα χρόνια. Ωστόσο, την περασμένη εβδομάδα, κάποιος αναγνώρισε τους γονείς της σε ένα ξωκκλήσι και ειδοποίησε τις ελληνικές Αρχές.
Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει την απόφαση;
Μάλιστα, κατά τη σύλληψή της, σύμφωνα με τις αστυνομικές πληροφορίες, η 30χρονη σήμερα Έφη ισχυρίστηκε πως δεν ήξερε όλα αυτά τα χρόνια πως ήταν καταζητούμενη... Επιχειρεί, δηλαδή, να πείσει πως η ίδια, αλλά και οι γονείς της, δεν ενδιαφέρθηκαν να ενημερωθούν για μια τόση σημαντική δικαστική απόφαση, που καθόριζε το μέλλον της. Τυχαίο, θέλει να μας πει, και το γεγονός πως για οκτώ και πλέον χρόνια δεν ξαναπάτησε πόδι στην Κύπρο, ούτε μιαν αναζήτηση στο διαδίκτυο δεν έκανε για να δει τις δεκάδες αναρτήσεις φωτογραφιών της με την επισήμανση «WANTED» στα αγγλικά και «ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΗ» στα ελληνικά.
Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί της περί άγνοιας θα κριθούν από το πρωτόδικο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου αναμένεται να οδηγηθεί για να δικαστεί για δεύτερη φορά, χωρίς παρεμβάσεις και ψευδομαρτυρίες αυτήν τη φορά.
Κατάφερε να αποδράσει από τις ενοχές;
Η πρωτοφανής, για τα κυπριακά δεδομένα, υπόθεση δημιουργεί κάποια εύλογα ερωτήματα και προβληματισμούς.
Η Έφη, άθελά της, σκότωσε έναν άνθρωπο, έφηβο, σε τροχαίο δυστύχημα. Επέλεξε δε να εξαφανιστεί με την παρότρυνση, όπως όλα δείχνουν, των γονιών της. Κατάφερε όμως να δραπετεύσει πραγματικά; Ξεπέρασε ποτέ τις τύψεις και ενοχές; Λέγεται πως η συνείδηση πολλές φορές μπορεί να αποδειχθεί η σκληρότερη τιμωρία, από την οποία δεν ξεφεύγει κάποιος εύκολα. Οι όποιες αποφάσεις προφανώς πάρθηκαν βιαστικά, κάτω από συνθήκες έντονης πίεσης, στρες και φόβου.
Αν ο χρόνος γυρνούσε πίσω…
Από την άλλη, δικαιολογούνται οι εγκληματικές πράξεις της; Αν η Έφη μπορούσε να επιστρέψει πίσω στον χρόνο, θα επέλεγε διαφορετικό «δρόμο»; Θα παραδεχόταν τα λάθη της και θα άφηνε τη Δικαιοσύνη να κρίνει την τιμωρία της απρόσκοπτα, χωρίς δόλια μέσα και «κουκουλώματα»; Οι γονείς της πώς θα ενεργούσαν, αν μπορούσαν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω; Θα στήριζαν την αρχική απόφασή τους να φυγαδεύσουν την κόρη τους; Θα την άφηναν να «παλεύει» τόσα χρόνια με τις τύψεις της ή θα την συμβούλευαν να ζητήσει μια μεγάλη συγγνώμη και να αντιμετωπίσει με θάρρος τις συνέπειες των πράξεών της;
Θα σκέφτονταν λίγο και τις τραγικές φιγούρες των γονιών του θύματος, οι οποίοι, πέραν της απρόσμενης και άδικης απώλειας του δικού τους παιδιού, δίνουν μάχη, εδώ και χρόνια, για να κατευνάσουν τα δικά τους αισθήματα οργής και αγανάκτησης έναντι της Δικαιοσύνης. Μιας Δικαιοσύνης που, όπως έχει αποδειχτεί και σε ορισμένες άλλες υποθέσεις του παρελθόντος, κάτω υπό συγκεκριμένες συνθήκες έντονης πίεσης και διαπλοκής, δεν είναι καθόλου τυφλή. Βλέπει και με αετήσια μάλιστα μάτια κάποιες φορές, ανάλογα με το ποιος στέκεται ενώπιόν της.
Θα πρέπει να αρχίσει ο «κανιβαλισμός»;
Συνεπώς, η Έφη και οι γονείς της αναμένεται να έρθουν Κύπρο για να κατηγορηθούν και να δικαστούν για σωρεία επιπρόσθετων αδικημάτων.
Θα πρέπει, όμως, να συνεχίσει και ο «κανιβαλισμός» από ορισμένους διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης;
Προς αναζήτησιν αυτής της απάντησης είναι καλό να αναρωτηθούμε, αρχικά, τα εξής: Δεν πιάσαμε ποτέ το τιμόνι μεθυσμένοι; Δεν οδηγήσαμε ποτέ με το κινητό στο χέρι;
Μπορεί να το επιχειρήσουμε στο μέλλον; Συνεπώς, είναι απίθανο βρεθούμε κάποτε στη δυσμενή θέση της Έφης;
Επειδή έτυχε να μη βαφτούν με αίμα τα δικά μας χέρια ή του παιδιού μας, θα πρέπει να στήσουμε στον τοίχο το παιδί κάποιου άλλου, που είχε λιγότερη τύχη; Σε ό,τι αφορά την απόδραση της Έφης με την παρότρυνση των γονιών της, προκύπτει το εξής ερώτημα: Μέχρι πού θα έφθαναν κάποιοι για να γλιτώσουν το παιδί τους από τη φυλακή; Κάποιοι μπορεί να μην έφθαναν στο σημείο να «λαδώσουν» για να «κουκουλώσουν». Κάποιοι θα το επιχειρούσαν χωρίς να το κατάφερναν. Ορισμένοι θα το κατάφερναν και κάποιοι θα στέκονταν στο ύψος των περιστάσεων και θα αντιμετώπιζαν τη Δικαιοσύνη γενναία.
Ωστόσο, από το μυαλό ορισμένων της τελευταίας κατηγορίας ανθρώπων, ενδεχομένως να περνούσε η σκέψη της Έφης, για απόδραση…. Ουδείς μπορεί να προβλέψει τι θα πράξει σε μια τέτοια τρομακτική στιγμή, εκ των προτέρων. Όταν στο μυαλό ανακατεύεται το κοκτέιλ ανάμεικτων συναισθημάτων που προκαλεί ένα ξαφνικό και τρομακτικό γεγονός. Τον πραγματικό εαυτό του και τις δυνάμεις του, μπορεί κάποιος να τα αντιληφθεί όταν θα βρεθεί στη δύσκολη θέση…
Η Έφη και οι γονείς της επέλεξαν ν' αποδράσουν και θα κριθούν γι' αυτήν την επιλογή τους στο δικαστήριο. Από τη συνείδησή τους, όμως, ενδεχομένως να μην δραπετεύσουν ποτέ.




