ΠΑΡΕΠΕΜΨΑΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΜΕ ΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΣΕ ΨΥΧΙΑΤΡΟ
Πόρισμα δακτυλοδείχνει την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας για διάκριση λόγω αναπηρίας
Οι καταγγέλλοντες εκπαιδευτικοί υποστήριξαν ότι, εξαιτίας την εν λόγω αξιολόγησης και έως ότου αυτή ολοκληρωθεί, αποφασίστηκε όπως δεν τους καταβληθεί μισθός
Παραβίαση της γενικής και οριζόντιας εφαρμογής αρχής του Νόμου, που αναφέρεται στον σεβασμό και στην έμφυτη αξιοπρέπεια των ατόμων με αναπηρία, από την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ) κατέδειξε το πόρισμα έκθεσης της Ανεξάρτητης Αρχής Ισότητας, έπειτα από καταγγελία δύο εκπαιδευτικών τον περασμένο Σεπτέμβριο και Νοέμβριο (με κινητική και οπτική αναπηρία αντίστοιχα) για δυσμενή διάκριση λόγω αναπηρίας και προσβολή της αξιοπρέπειάς τους.
Τα γεγονότα
Σύμφωνα με την καταγγελία που έφτασε στο γραφείο της Αρχής Ισότητας, οι παραπονούμενοι υποστήριξαν ότι υπέστησαν υποτιμητική διάκριση. Πρωτίστως εξαιτίας της παραπομπής τους από την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας για αξιολόγηση από ιατροσυμβούλιο του Υπουργείου Υγείας, όταν τους προσφέρθηκε διορισμός με δοκιμασία σε μόνιμη θέση, προκειμένου να διαπιστωθεί η καταλληλότητά τους να ασκήσουν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, ενώ είχε ήδη πιστοποιηθεί η καταλληλότητά τους από Ειδική Πολυθεματική Επιτροπή, βάσει της νενομισμένης διαδικασίας.
Εκτός αυτού, οι καταγγέλλοντες εκπαιδευτικοί υποστήριξαν ότι, εξαιτίας την εν λόγω αξιολόγησης και έως ότου αυτή ολοκληρωθεί, αποφασίστηκε όπως δεν τους καταβληθεί μισθός. Ειδικότερα, παρότι οι δύο εκπαιδευτικοί ξεκίνησαν να εργάζονται κανονικά από την πρώτη Σεπτεμβρίου 2016, στον πρώτο εκπαιδευτικό καταβλήθηκε ο μισθός του μόλις πρόσφατα (τον Νοέμβριο του 2016), ενώ η καταβολή στον δεύτερο εξακολουθεί να εκκρεμεί.
Μάλιστα, αποκορύφωμα της ιδιαιτέρως εξευτελιστικής και προσβλητικής συμπεριφοράς που έτυχαν οι καταγγελλόμενοι αποτελεί η παραπομπή του δεύτερου εκπαιδευτικού, με οπτική αναπηρία, για αξιολόγηση από ψυχίατρο, ψυχολόγο αλλά και νευρολόγο!
Αξίζει, δε, να αναφερθεί ότι οι δύο καταγγέλλοντες ήταν εγγεγραμμένοι στους Ειδικούς Καταλόγους Διοριστέων Εκπαιδευτικών με Αναπηρίες πριν από το 2016, αφού προηγήθηκε η τήρηση της νενομισμένης διαδικασίας που προβλέπει ο περί Πρόσληψης Ατόμων με Αναπηρίες στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα Νόμος και είχαν ήδη κριθεί κατάλληλοι να ασκούν τα καθήκοντά τους.
Επομένως, τα επίμαχα ερωτήματα που εγείρονται είναι, πρώτον, εφόσον κρίθηκαν κατάλληλοι να ασκούν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού και εργάζονταν ήδη με σύμβαση, γιατί η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας επέλεξε να τους παραπέμψει σε ιατροσυμβούλιο κατά τον χρόνο που τους προσέφερε μόνιμο διορισμό, και, δεύτερον, γιατί δεν τους καταβλήθηκαν τα δεδουλευμένα τους εν αναμονή της εν λόγω αξιολόγησης.
Η απάντηση της ΕΕΥ
Αφού τέθηκαν οι καταγγελίες ενώπιον της ΕΕΥ, η υπηρεσία υποστήριξε ότι έδρασε βάσει του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου, ο οποίος και αναφέρει ότι «αποτελεί προϋπόθεση διορισμού πολίτη της Δημοκρατίας ως εκπαιδευτικού λειτουργού η εκπλήρωση της στρατιωτικής του υποχρέωσης ή η νόμιμη απαλλαγή από αυτήν». Ειδικότερα, στον Νόμο αναφέρεται ότι σε περίπτωση που το πρόσωπο έχει απαλλαγεί νόμιμα από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις για λόγους υγείας, τότε, πρέπει να παραπέμπεται από την ΕΕΥ σε ιατροσυμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται κατά πόσο είναι κατάλληλο από πλευράς υγείας για τη θέση στην οποία θα διοριστεί, όπως κι έπραξε. (Πράγματι, οι δύο εκπαιδευτικοί είχαν απαλλαγεί από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις).
Αυτό όμως που η ΕΕΥ παρέλειψε να εξετάσει, εξού και το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής Ισότητας, για παράβαση νομοθεσίας από αυτήν είναι ότι οι καταγγέλλοντες, προφανώς, δεν απαλλάχθηκαν για λόγους υγείας από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις αλλά λόγω της αναπηρίας τους (κινητική και οπτική) που είναι μια μακροχρόνια κατάσταση, η οποία προφανώς και πρέπει να διαχωρίζεται από την κατάσταση της υγείας.
Πέραν τούτου, είχε ήδη επιβεβαιωθεί η αναπηρία τους ως μακροχρόνια κατάσταση, αλλά και η καταλληλότητά τους για την άσκηση του επαγγέλματος και, ως εκ τούτου, ήταν ήδη εγγεγραμμένοι στους Ειδικούς Καταλόγους Διοριστέων Εκπαιδευτικών. Συνακόλουθα, η παραπομπή των δύο καταγγελλόντων σε ιατροσυμβούλιο από την ΕΕΥ συνιστούσε όντως δυσμενή ή λιγότερο ευνοϊκή μεταχείρισή τους σε σχέση με τους εκπαιδευτικούς χωρίς αναπηρία, διάκριση η οποία είναι απαγορευμένη με βάση τη νομοθεσία.
Επίσης, διάκριση σε βάρος των δύο εκπαιδευτικών συνιστά και το γεγονός ότι, ενώ εργάζονταν, οι δύο καταγγέλλοντες στερούνταν της αμοιβής που αναλογούσε στην εργασία τους, αμοιβή όμως την οποία οι υπόλοιποι συνάδελφοί τους λάμβαναν, κάτι που συνεπάγεται και με δεύτερη διάκριση λόγω αναπηρίας.
Καλά κρατούν τα στερεότυπα
Όπως καταλήγει στην επισημάνσεις του το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής Ισότητας, η διερεύνηση των καταγγελιών κατέδειξε ότι οι στερεότυπες και κοινές προκαταλήψεις για την αναπηρία δεν είναι μόνο ανακριβείς και εσφαλμένες αλλά και επικίνδυνες, καθώς αφενός ενισχύουν τον στιγματισμό μιας ήδη περιθωριοποιημένης και πολλαπλά εμποδιζόμενης ομάδας ανθρώπων λόγω της διαφορετικότητάς τους και, αφετέρου, καταλήγουν σε απαγορευμένες διακρίσεις και παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην εργασία.
Αναφορικά με τον περί Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμο, τον οποίο επικαλέστηκε η υπηρεσία για να δικαιολογήσει τη δράση της, η Αρχή Ισότητας επισημαίνει επ’ αυτού ότι ο συγκεκριμένος Νόμος δεν αφορά ή δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ατόμων με αναπηρία που είναι ήδη εγγεγραμμένα στους ειδικούς καταλόγους διοριστέων εκπαιδευτικών με αναπηρία, παρά μόνο εφαρμόζεται στις περιπτώσεις ατόμων που απαλλάχθηκαν νόμιμα από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις για λόγους υγείας.
Εκτός αυτού, το ενδεχόμενο άτομα με αναπηρία να απαλλάχθηκαν από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους για λόγους υγείας και όχι αναπηρίας δεν μπορεί να αποκλειστεί ενόψει της διαδεδομένης, ακόμη και στο παρόν στάδιο, ταύτισης της αναπηρίας με την ασθένεια. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον τα άτομα ήταν ήδη εγγεγραμμένα στους καταλόγους διοριστέων, σημαίνει ότι επρόκειτο για άτομα κατάλληλα για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης που τους προσφέρθηκε, άρα και δεν χρειαζόταν η κρίση του ιατροσυμβουλίου.
Συστάσεις προς την Πολιτεία
Στο πόρισμά της, η Αρχή Ισότητας επισημαίνει ότι είναι υποχρεωτική η λήψη άμεσων, αποτελεσματικών και κατάλληλων μέτρων για την καταπολέμηση των στερεοτύπων, προκαταλήψεων και επιβλαβών πρακτικών σχετικά με τα άτομα με αναπηρία, σε όλους τους τομείς της ζωής τους. Διευκρινίζει, μάλιστα, ότι ανάμεσα στα ευρέως διαδεδομένα στερεότυπα είναι:
· Η ταύτιση της αναπηρίας με την ασθένεια και η παραγνώριση της μόνιμης φύσης της (σε αντίθεση με τις καταστάσεις υγείας οι οποίες θεραπεύονται ή παρουσιάζουν αυξομειώσεις)
· Η αμφισβήτηση των ικανοτήτων ή της καταλληλότητας των ατόμων με αναπηρία στη βάση υποθετικών αντί διαπιστωμένων γεγονότων
· Η απόδοση στα άτομα με αναπηρία επικίνδυνων συμπεριφορών ή αυξημένων πιθανοτήτων να παρουσιάσουν προβλήματα υγείας, ψυχοπαθολογίας και άλλα
· Η αδικαιολόγητη και ανεδαφική αμφισβήτηση της ικανότητας των ατόμων με αναπηρία να εργάζονται
· Η άποψη ότι τα άτομα με αναπηρία θα πρέπει να είναι αποκλεισμένα από την κοινωνία και να αρκούνται στις επιδοματικές παροχές
Εκτός αυτού, η Αρχή Ισότητας, καταλήγοντας στο πόρισμά της, αναφέρει ότι καλείται η ΕΕΥ να τερματίσει την πρακτική της παραπομπής των ατόμων με αναπηρία που είναι εγγεγραμμένα στους ειδικούς καταλόγους σε ιατροσυμβούλιο, όταν τους προσφέρει διορισμό, με δοκιμασία, σε μόνιμη θέση στη δημόσια υπηρεσία. Διαφορετικά θα συνεχίζεται η παραβίαση της νομοθεσίας και η διακριτική μεταχείριση των ατόμων με αναπηρία κατά την πρόσβασή τους στην εργασία στη δημόσια εκπαίδευση.
Επίσης, καλεί την ΕΕΥ να φροντίσει για την καταβολή του μισθού του δεύτερου καταγγέλλοντα, για την εργασία που του αναλογεί, ως το ελάχιστο μέτρο στην κατεύθυνση της άρσης της διαπιστωθείσας διάκρισης λόγω αναπηρίας.




