ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΑΝΤΗ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗ

Ένα μοναδικό πρότυπο δημοσίου ανθρώπου, που επανεγκαθιστούσε την ηθική, ως επιτέλεση ήθους, στον δημόσιο βίο, ορθώνοντας το λελογισμένο «πάθος» της διακριτικότητας απέναντι στη συμπεριφορική αμετροέπεια

«Από μνήμης, μιλάμε σήμερα για εκείνον, αισθητηριακά και σάρκινα τον επικαλούμαστε σε μια κλήση ψυχικά και πνευματικά αδήριτη, τον προσαγορεύουμε ως το ανεπίληπτο της αρμογής
με τα δέοντα και τα αρμόζοντα του ανθρωπίνου»


Άλλη μια μέρα, άλλος ένας χρόνος, προσβλέποντας προς εκείνον που δεν μπορείς να ξεχάσεις, προς το ανεξίτηλο ίχνος της πλησμονής του, που συνθηκοθετεί, σ' ένα κοινό διάβημα, παρελθόν, παρόν και μέλλον...

Κατά κανόνα, τα δημόσια πρόσωπα, διχασμένα ανάμεσα στη δημόσια εικόνα τους και την ιδιωτική τους ζωή, ζουν ή επιχειρούν να ζήσουν μέσα σε μια αγωνιωδώς προστατευμένη κρυψίνοια για τον προσωπικό τους βίο, όχι τόσο γιατί, ο τελευταίος, ανήκει στην «ιερή» ζώνη της ιδιωτικότητας που «δεν αφορά κανέναν» - άλλωστε, ουκ ευάριθμες φορές, επιχειρούν τις όμορφα ρετουσαρισμένες όψεις και τα θετικά πεπραγμένα της να τα φέρουν στο φως, προκειμένου να ενισχύσουν την αίγλη αυτής της δημόσιας παρουσίας τους - αλλά γιατί, συχνά, αποτελεί επιμαρτύρηση ενός ήθους και μιας συμπεριφοράς που αντιβαίνει στην πεποιημένη εικόνα του δημοσίου προσώπου, την οποία προσπαθούν να επιβάλουν ως «φυσική» και διά της οποίας επιχειρούν να «χειραγωγήσουν» την κοινή γνώμη.

Ε, λοιπόν, ο Άντης, βρισκόταν ακριβώς στον αντίποδα αυτού του δημόσιου χαμαιλεοντισμού, ένας άνθρωπος, εν άλλοις, που η δημόσια εικόνα του δεν ήταν τίποτε άλλο από το ξεδίπλωμα του χαρακτήρα και της καθ’ ημέραν βιωτής του, αφαιρουμένων, όμως, όσων ευεργετικών, στην κοινωνική συναλληλία του, άρα και, πάλι, στη «δημόσια συμπεριφορά» του, εποιούσεν και εποίησεν για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.

Όσα, συνελόντι ειπείν, για όλους τους αδίστακτους καριερίστες του θεάματος, των πάνελ, της πολιτικής και των οικονομικών παρασκηνίων, θα μπορούσαν να αποτελέσουν το «αλατοπίπερο» στην καλοφτιαγμένη συνταγή της δημόσιας εικόνας τους, επιπολάζοντα στην επιδίωξη της δύναμης, του χρήματος και της δόξας, για τον Άντη συναπάρτιζαν το κατ’ εξοχήν κρύφιο κομμάτι της ζωής του, εκείνο που ο ίδιος ήθελε και μεριμνούσε μέχρις... αυτοπαρεξηγήσεως να αποκρύπτει, προκειμένου να παραμένει εκείνος ο «απλός, ακέριος και ολόκληρος άνθρωπος», που απέφευγε, όπως ο διάολος το λιβάνι, να εργαλειοποιήσει, να καταχραστεί και να λαφυραγωγήσει, εν τέλει, ως κάλπικο νόμισμα στην αγορά, τις αρετές και τις αξίες που τον ενέπνεαν και τον καθοδηγούσαν.

Φωτεινό παράδειγμα

Ήταν, ως τέτοιος, ένα μοναδικό πρότυπο δημοσίου ανθρώπου, που επανεγκαθιστούσε την ηθική, ως επιτέλεση ήθους, στον δημόσιο βίο, ορθώνοντας το λελογισμένο «πάθος» της διακριτικότητας απέναντι στη συμπεριφορική αμετροέπεια.

Επτά χρόνια μετά, η απώλειά του είναι αδύνατον να «θεραπευθεί» με οιοδήποτε παυσίλυπο ή να προσμετρηθεί με το μέτρο της θλιβερά στενόθωρης χρησιμοθηρίας και αυτό δεν αφορά μόνον τους προσφιλείς οικείους, αλλά και τους συνεργάτες, τους φίλους και όσους, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τον συναναστράφηκαν. Πάρεξ, ίσως, η σκέψη πως ολάκερος ο βίος του Άντη αποτελεί το φωτεινό παράδειγμα μιας παρουσίας, που ξεπερνά, λόγω και έργω, την εφημερότητα της ανθρώπινης εγκόσμιας διαδρομής. Τη σύμπνοια των οποίων (των έργων και των λόγων) ο ίδιος κατάφερε να μετατρέψει σε περιεχόμενο και νόημα ζωής, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς, ευθυγραμμίζοντάς τα υποδειγματικά σε κάθε πράξη και χειρονομία του.

Ένας άνθρωπος «αδιακρίτως» γενναιόδωρος, μα κηδόμενος πάντοτε «διακριτικά».

Το τραγικό δυστύχημα είναι ότι μας «έφυγε» στην πιο δύσκολη συγκυρία για τον τόπο, τώρα που ο αποκρουστικός θόρυβος της μικροψυχίας γέμει παρηχητικά τις μέρες μας και τα απρόσφορα των ευτελών χειρονομιών διασαλπίζουν μονίμως ατελέσφορα.

Μα ο χρόνος, με κάποιον τρόπο, προδικάζει τα πάντα, πόσω μάλλον το ανεξαργύρωτο της ευγνωμοσύνης για κάτι που υπήρξε η ανεξάντλητη δωρεά μιας γενναιοδωρίας που έρχεται ακατάπαυστα από το μέλλον.

Που, πρωθύστερα, κατευοδώνει και τα ίδια τα ενθύμιά μας, σ’ ένα ταξίδι που πηδαλιουχείται στο παρόν με τα νάματα της δικής του αφιλοκέρδειας.
Αυτός είναι, θαρρώ, ο τρόπος του Άντη να συνεχίζει να υπάρχει, πέρα από το κοινό, επονείδιστο μέτρο της ανθρώπινης μικρότητας, με τη χειρονομία του μεγαλείου που κρύβει το σχήμα και τις διαστάσεις της μεγαλοσύνης του. Σαν τον ψίθυρο που είναι πλουσιότερος σε νεύματα από την πιο σπουδαιοφανή φράση, σαν την απομνημόνευση μιας απλής χειρονομίας που συμπυκνώνει ολάκερη τη ζωή στο πάντα ζωντανό και εν έργω παράδειγμά της.

Από μνήμης

Ναι, από μνήμης, μιλάμε σήμερα για εκείνον, αισθητηριακά και σάρκινα τον επικαλούμαστε, σε μια κλήση, ψυχικά και πνευματικά, αδήριτη, τον προσαγορεύουμε ως το ανεπίληπτο της αρμογής με τα δέοντα και τα αρμόζοντα του ανθρωπίνου.

Μα είναι υπεραρκετή, για να αποδώσει την απτότητα της συμπαρουσίας του, να περιγράψει την αισθητότητα της συναναστροφής μαζί του, να αποδελτιώσει το ήθος και τον χαρακτήρα του.

Αν έχω το ελάχιστο δικαίωμα, γράφοντας και μιλώντας για τον Άντη, να προβώ σ’ έναν προσωπικό αναστοχασμό για όσα έπραξε εκείνος και όσα γράφτηκαν ή ειπώθηκαν γι’ αυτόν, δυσκολεύομαι να βρω μιαν ατυχή, έστω, αντιστοίχιση ανάμεσα «στις λέξεις και στα πράγματα», μιαν αποστροφή (ως ρητορικό σχήμα) που να υπήρξε υπερβολική ή ανερμάτιστη, έναν εγκωμιασμό που να μην εναγκαλιζόταν το εδραίο του έρεισμα στον ίδιο τον άνθρωπο και στα έργα του.

Γιατί, να μνημονεύεις τον Άντη, σημαίνει να απομνημονεύεις, πράξει και έργω, όλα όσα εκείνος ιχνογράφησε με το πέρασμά του από τη ζωή, κατ’ επειγόντως τώρα, που επιβάλλεται να αρθρωθεί ένας λόγος για εκείνον που ήταν, αντίθετα με κάθε βίαιη εκθεμελίωση, η ορθοτόμηση ενός στέρεου οράματος για το μέλλον.

Τώρα, λοιπόν, που όλα γύρω μοιάζουν να καταρρέουν, μέσα στην «επερχόμενη για αιώνες βαρβαρότητα», καθώς έλεγε ο ποιητής, χάνοντας κάθε μέτρο, θεϊκό, κοσμικό ή ανθρώπινο, σάμπως να μην υπήρξε ποτέ ανάμεσά τους καμιά στερεότητα ή ασφάλεια, αναρωτιέμαι πόσο μας λείπουν άνθρωποι, ικανοί να λογαριάσουν και να λογαριαστούν με την ακριβοζύγιαστη δικαιοσύνη του μέτρου, να γειώσουν την άξεστη αμετροέπεια της δύναμης, να αδράξουν, με το δικράνι της φρόνησης, μέσα στην αενάως παρερχόμενη χίμαιρα των ανθρωπίνων, μια σκέψη τόσο δυνατή, που να αναστηλώνει το φως μέσα στο έρεβος…

Σκέφτομαι, καθώς συνέχεια μια θλιμμένη αύρα αντιφεγγίζει κάθε πέρασμα έξω από το γραφείο του Άντη εδώ στον τρίτο όροφο του «Δία», πως εκείνος ήταν ένας από αυτούς, κάτι περισσότερο από μια τραυματική απώλεια την οποία μπορεί να λειάνει, μέσα στη φλεγμαίνουσα θλίψη της συγκίνησης, το πέρασμα του χρόνου.

Ο άνθρωπος λειαίνεται έως ότου γίνει αόρατος, έλεγε κάπως έτσι ο Ρενέ Σαρ, κι αυτό ήταν κυρίως η μοίρα των ποιητών, αλλά κι εκείνων που τολμούσαν να παρασταθούν στην έκθεση μιας κατακλυσμιαίας αναταραχής, στο όριο που το ανθρώπινο πασχίζει να αναλωθεί πέρα από τον εαυτό του, σε μια χειρονομία που ενώνει, μετεωριζόμενη, το Παν και το Τίποτα. Αόρατος, μα, όπως ο Άντης, διαρκώς ψηλαφήσιμος μέσα στης αγάπης την πλέρια ορατότητα.

Η επίκληση ενός άλλου κόσμου

Ξέρω πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν υπάρχει, ούτε ποτέ θα υπάρξει τελευταίος λόγος για τον Άντη. Αυτός (ο λόγος), έρχεται, κατά κάποιον τρόπο, πάντα πρώτος, ανακυκλώνει όσα εκείνος ήταν και εποίησε, μέσα σε μιαν πρωθύστερη αφοριστική τελεσιδικία, που λειτουργεί, απλώς, σαν μια εσαεί επιβεβαίωση.

Θέλω, μόνον, να επανεγγράψω στην αναμνηστική τούτη σελίδα της σημερινής εφημερίδας, ένα καταληκτήριο απόσπασμα κάποιου περασμένου αφιερώματος που το θεωρώ θεμελιώδες, προκειμένου να αποτιμηθεί σωστά η προσφορά και το μεγαλείο του Άντη.

Το παραθέτω, με την αμήχανη επίγνωση, πως επαληθεύει, ή, μάλλον, επαληθεύεται από την κάθε στιγμή της σύντομης, μα μεγάλης, σε ανθρώπινο εύρος, ζωής του.
Όταν, ακριβώς, έρχεται η στιγμή που και η ίδια η ζωή τελείται εις μνήμην, εις μνήμην κάποιου που ήταν πολύ πιο σημαντικός από κάθε λόγο, και κάθε λόγο για εκείνον, ερήμην μας:

«Στα απρόσιτα και κάποτε τρομώδη σύμπαντα των επιχειρηματικών λειτουργιών, με τις σκληρές, αλύγιστες ιεραρχίες, όπου οι περισσότεροι αισθάνονται να συνθλίβονται στα γρανάζια αναίσθητων μεγαμηχανών, ο Άντης ήταν το θερμό ανάβλυσμα αλλά και η αθρόα επίκληση ενός άλλου κόσμου, εκεί όπου το πρώτο πρόσωπο προβάλλει με την ευθύτητα μιας ανυπόκριτης χειρονομίας, χωρίς διαμεσολαβήσεις, με τη συνεκτική εγγύτητα μιας απαράγραπτα προσφερόμενης παρουσίας. Ήταν το κατώφλι μιας ανεπιφύλακτης διαθεσιμότητας, που κληροδότησε σε όσους κρατούν σήμερα στα χέρια τους το έπαθλο αυτής της αφιλοκέρδειας, μιαν ανοικονόμητη χειρονομία, που αντισταθμίζει το αναπαλλοτρίωτο του ανθρώπινου μέσα στην άτεγκτη παντοδυναμία των αριθμών.

»Και εκεί που όλα βυθίζονταν, άλλοτε με αθόρυβη δυσθυμία και άλλοτε με πάταγο, στο τέλμα της καθημερινής μέριμνας, έχοντας ως ορίζοντα την έλευση του επόμενου κοπιαστικού εικοσιτετραώρου, ο Άντης ήταν ήδη ένας απαιτητικός συνεργάτης του μέλλοντος, ήταν, με την ψυχή και το μυαλό, αγκιστρωμένους στους ανέμους των πραγμάτων που έρχονταν, για να πηδαλιουχήσει ορθόπλωρα, να κρατήσει "αράγιστες" τις θαλασσογραμμές.

»Κοιτάζοντας τώρα γύρω, παντοτινά πολύτιμε και αδαπάνητε φίλε, τόσες ζωές και τόσα όνειρα αλύπητα να συνθλίβονται, συναισθανόμαστε πως το μεγαλύτερό σου επίτευγμα ήταν ότι εμφύτευσες διάρκεια στα πράγματα, τόση, όση χρειάζεται μια στιγμή, για ν’ αναλωθεί στο περιεχόμενο που την κάνει αιώνια.

»Ότι χάραξες, με το χέρι αλάνθαστου γεωμέτρη στον χάρτη του απραγματοποίητου, ένα ταξίδι που πραγματοποιείται, τώρα, με πολλούς άλλους που δεν σε γνώρισαν, που δεν είχαν την τύχη να γίνουν σύντροφοι, συνεργάτες και φίλοι σου. Που δεν πρόλαβαν να διακρίνουν, μέσα στην ήρεμη αποφασιστικότητα των λόγων σου, το περίγραμμα των πραγμάτων που έρχονται, ν’ ακούσουν την ήσυχη βεβαιότητα μιας φωνής που ήδη, δίχως έπαρση, δεσπόζει στο μέλλον.

»Σήμερα, λοιπόν, σε θυμόμαστε με τον ίδιο τρόπο που σε θυμόμαστε κάθε μέρα και θα σε θυμόμαστε πάντα. Σαν μια γλυκιά, λυπημένη, ανένδοτη ανάμνηση.
Και είναι παραμυθία αληθινή, που σε βλέπουμε, ατάραχο, να μας χαιρετάς από την όρθια στάση της ζωής, από την όχθη μιας ανθρωπιάς χωρίς όρια. Κι είναι το κούνημα του χεριού σου, μια υπόμνηση της θαρραλέας υπευθυνότητας, της ακαταγώνιστης προσπάθειας για το καλύτερο. Ξέροντας πως ο θάνατος, άλλο δεν είναι, από ένα πικρό παραλειπόμενο στην πηχυαία ομορφιά όσων υπήρξες...».