ΚΛΙΜΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Ανοικτά παραμένουν δεκάδες ζητήματα, τη στιγμή που τα νομοσχέδια της μεταρρύθμισης βρίσκονται σε προχωρημένη συζήτηση στη Βουλή

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένονται τα ευρήματα της μελέτης που διενήργησε ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος, τα οποία κάνουν λόγο για ανάγκη επικαιροποίησης των οικονομικών δεδομένων


Τον μίτο της Αριάδνης φαίνεται να προσπαθούν να ξεμπλέξουν οι εμπλεκόμενοι στον τομέα της Υγείας, μιας και οι διαδικασίες εφαρμογής της αυτονόμησης των δημόσιων νοσηλευτηρίων μοιάζουν πιο περίπλοκες από ποτέ. Εκτός αυτού, η κάθε πλευρά (ασθενείς, γιατροί και εργοδότες) εμμένει στις δικές της θέσεις σχετικά με την εφαρμογή του Γενικού Σχεδίου Υγείας, με αποτέλεσμα το τοπίο γύρω από τη μεταρρύθμιση του τομέα να παραμένει θολό. Αν και έχουν μείνει μόνο έξι μήνες μέχρι τη λειτουργία του Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου που θα «τρέξει» την αυτονόμηση (σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε στη σύσκεψη για την Υγεία, της οποίας προήδρευσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αυτή τοποθετήθηκε την πρώτη Ιουνίου) εντούτοις, τίποτα δεν φαίνεται να είναι ακόμη ξεκάθαρο.

Αν και η συζήτηση επί του νομοσχεδίου για την αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων και την επικαιροποίηση του «Περί Γενικού Σχεδίου Υγείας Νόμου του 2001» βρίσκεται στα τελικά στάδια ενώπιον της Επιτροπής Υγείας και αναμένεται να ολοκληρωθεί σύντομα, εντούτοις, σύμφωνα με τα όσα δηλώνουν οι εμπλεκόμενοι στον τομέα της Υγείας, υπάρχει ακόμα μεγάλος αριθμός εκκρεμούντων ζητημάτων που πρέπει να επιλυθούν, κάνοντας την προσπάθεια για μεταρρύθμιση να μοιάζει με απροσπέλαστο «βουνό».

Η επίμαχη μελέτη

Στην κορυφή μάλιστα του βουνού ήρθε να προστεθεί και η περιβόητη μελέτη του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ) , σχετικά με το Γενικό Σχέδιο Υγείας, τα ευρήματα της οποίας αναμένεται να τελειοποιηθούν και να δοθούν στη δημοσιότητα τέλος Ιανουαρίου. Υπενθυμίζεται ότι πριν από μερικές ημέρες πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ της Ομοσπονδίας Εργοδοτών και Βιομηχάνων (ΟΕΒ) και αντιπροσωπίας του ΠΙΣ, στην οποία παρουσιάστηκαν τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της μελέτης.

Σύμφωνα με τα όσα έγιναν γνωστά μετά το τέλος της συνάντησης, η μελέτη την οποία έχει ο ΠΙΣ στα χέρια του βρίσκεται στο τελικό στάδιο. Τα ολοκληρωμένα αποτελέσματα θα τεθούν ενώπιον του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας, ενώ σύμφωνα με τα εκτιμώμενα χρονοδιαγράμματα, τέλος Ιανουαρίου θα ενημερωθεί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όπως επίσης και οι εμπλεκόμενοι Υπουργοί Υγείας και Οικονομικών, Γιώργος Παμπορίδης και Χάρης Γεωργιάδης.

Τεράστια οικονομική απόκλιση

Σε δηλώσεις του που ακολούθησαν της συνάντησης, ο πρόεδρος του ΠΙΣ, Πέτρος Αγαθαγγέλου, κατέστησε σαφές ότι το σημαντικότερο συμπέρασμα που απορρέει από την εν λόγω μελέτη έχει να κάνει με το ύψος των συνεισφορών εργοδοτών και εργαζομένων. Εξήγησε ότι, με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ο καθορισθείς από την πολιτεία προϋπολογισμός για την λειτουργία του ΓεΣΥ παρουσιάζει μεγάλη απόκλιση από τα νέα δεδομένα της μελέτης, εξ ου χρειάζεται να γίνει επικαιροποίηση των οικονομικών δεδομένων, αλλιώς η εφαρμογή του εγχειρήματος κινδυνεύει με κατάρρευση.

Πρόσθεσε, επίσης, ότι ενδεχομένως να μη χρειάζεται να αυξηθεί απαραίτητα το ύψος της συνεισφοράς που θα καταβάλουν οι εμπλεκόμενοι, αλλά τόνισε ότι η «οικονομική διαφορά υπάρχει, οι αποκλίσεις είναι αρκετά μεγάλες και οπωσδήποτε πρέπει να ληφθούν υπόψη». Απαντώντας και στις επικρίσεις που ακούστηκαν με αφορμή την εν λόγω μελέτη, η οποία ενδεχομένως να οδηγήσει σε νέα καθυστέρηση των διαδικασιών για την αυτονόμηση, ο κ. Αγαθαγγέλου ανέφερε ότι «πρώτιστος στόχος πρέπει να είναι η ποιότητα των παρεχόμενων προς τους ασθενείς υπηρεσιών». Κατέληξε επισημαίνοντας ότι όλοι όσοι υποστηρίζουν ότι για την καθυστέρηση στην εφαρμογή του ΓεΣΥ φταίνε οι γιατροί, πρέπει να σταματήσουν.

Η μελέτη του Υπουργείου Οικονομικών

Αξίζει να αναφερθεί ότι στα σκαριά βρίσκεται και μελέτη του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία θα εξετάζεται κατά πόσον με την εφαρμογή του ΓεΣΥ θα διασφαλίζονται τα οικονομικά του κράτους. Η πρόθεση, μάλιστα, του Υπουργείου να προχωρήσει σε νέα οικονομική μελέτη για το ύψος της συνεισφοράς του κράτους αλλά και για τα οικονομικά των αυτόνομων νοσοκομείων, προκάλεσε την έντονη αντίδραση των κομμάτων αλλά και του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας. Το Υπουργείο Οικονομικών εξήγησε ότι το ποσοστό που καθορίζεται στα νομοσχέδια για το Σχέδιο Υγείας είναι καθορισμένο σε αυτό το επίπεδο από το 2001 και, ως εκ τούτου, επιβάλλεται μια νέα μελέτη για να επικαιροποιηθεί. Το Υπουργείο Οικονομικών ενημέρωσε μάλιστα ότι βρίσκεται πολύ κοντά στην ανάθεση της μελέτης σε ξένο οίκο και υποστήριξε ότι η μελέτη θα ολοκληρωθεί εντός του 2017.

Ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας είχε απαντήσει ότι το συγκεκριμένο ποσοστό καθορίστηκε και από την αναλογιστική μελέτη του 2013 και, ως εκ τούτου, είναι ήδη αναθεωρημένο. Βέβαια, ο Υπουργός Υγείας Γιώργος Παμπορίδης έχει ήδη διαβεβαιώσει ότι η μελέτη του Υπουργείου Οικονομικών δεν θα επηρεάσει τα χρονοδιαγράμματα για την εφαρμογή του ΓεΣΥ.

Επιφυλάξεις από την ΟΕΒ

Την άποψη ότι τίποτα χειροπιαστό δεν υπάρχει, που να αποδεικνύει ότι οι διαδικασίες για την αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων βρίσκονται σε καλό δρόμο, εξέφρασε με αφορμή τα όσα συμβαίνουν στον τομέα της Υγείας, ο Πρόεδρος του Οργανισμού Εργοδοτών και Βιομηχάνων, Μιχάλης Αντωνίου.

Μιλώντας στη «Σημερινή», ο κ. Αντωνίου επεσήμανε ότι από τις δημόσιες τοποθετήσεις στις οποίες προβαίνουν κατά καιρούς, τόσο οι γιατροί όσο και οι οργανωμένοι ασθενείς, δεν διαφαίνεται να υπάρχει «φως στον ορίζοντα». Ερωτηθείς για τη συνάντηση που η οργάνωση είχε μαζί με τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο, και τα προκαταρκτικά συμπεράσματα από την επίμαχη μελέτη, ο κ. Αντωνίου συμφώνησε ότι το βασικότερο εύρημα της μελέτης είναι η οικονομική απόκλιση σχετικά με την εφαρμογή του ΓεΣΥ.

Πρόσθεσε ότι η επικαιροποίηση των οικονομικών δεδομένων κρίνεται επιτακτική. «Δεν γίνεται να βασιζόμαστε σε δεδομένα όπως αυτά έχουν καθορισθεί από το 2013. Έκτοτε έχουν αλλάξει πάρα πολλά, έχει παρατηρηθεί τεράστια μετακίνηση ασθενών από τον ιδιωτικό τομέα στον δημόσιο, λόγω της οικονομικής κρίσης και έχει πολλαπλασιαστεί ο φόρτος εργασίας των δημοσίων νοσηλευτηρίων», επεσήμανε ο κ. Αντωνίου. Συνέχισε σημειώνοντας ότι πρόκειται για ένα τεράστιο εγχείρημα, για την εφαρμογή του οποίου πρέπει να γίνουν σωστά και σταθερά βήματα.

Μελέτη επιπτώσεων

Καταληκτικά ο κ. Αντωνίου αναφέρθηκε και σε ανάγκη διενέργειας μελέτης των οικονομικών επιπτώσεων που θα έχει στις επιχειρήσεις γενικότερα η επένδυση για την εφαρμογή του Γενικού Σχεδίου Υγείας. Σημείωσε ότι ένεκα της φορολόγησης εργοδοτών και εργαζομένων θα «χάνονται» από τα ταμεία των επιχειρήσεων δεκάδες εκατομμύρια κάθε χρόνο, τα οποία υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να επενδυθούν στην κυπριακή οικονομία, για άνοιγμα νέων θέσεων εργασίας κ.ο.κ. «Δεν είμαστε εναντίον της εφαρμογής Γενικού Σχεδίου Υγείας, παρ’ όλα αυτά πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει μια τέτοια μελέτη οικονομικών επιπτώσεων», επεσήμανε ο κ. Αντωνίου.

Όχι άλλες καθυστερήσεις

Την άποψη ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στον τομέα της Υγείας πρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται για να τηρηθούν τα καθορισθέντα χρονοδιαγράμματα που θα οδηγήσουν εν τέλει στο ΓεΣΥ, εξέφρασε μιλώντας στη «Σημερινή» και ο Πρόεδρος της Παγκύπριας Ομοσπονδίας Συνδέσμων Πασχόντων και Φίλων, Μάριος Κούλουμας.

Αναφερόμενος στις μελέτες που βρίσκονται εν εξελίξει, επεσήμανε ότι έχουν γίνει ήδη πολλές, και κάθε νέα μελέτη που εξαγγέλλεται οδηγεί σε νέες καθυστερήσεις. «Η συζήτηση επί των νομοσχεδίων στη Βουλή βρίσκεται σε αρκετά προχωρημένο στάδιο και ευελπιστούμε ότι θα οδηγηθούν προς ψήφιση στην Ολομέλεια λίαν συντόμως», ανέφερε ο κ. Κούλουμας. Εκτός αυτού, αναφέρθηκε και στη μελέτη του ΠΙΣ, για την οποία, όπως διευκρίνισε, «ακούμε ότι αμφισβητεί τα δεδομένα του ΓεΣΥ, όμως μέχρι στιγμής την έχουν δει μόνο οι γιατροί και κανείς άλλος». Επεσήμανε, παράλληλα, ότι υπάρχουν αρκετά ζητήματα ανοικτά, τα οποία πρέπει να διευθετηθούν εντός της Επιτροπής Υγείας και μέσα από εξαντλητικό διάλογο, όπως το ύψος της συνεισφοράς εργοδότη και εργαζομένου, τα εργασιακά ζητήματα, η στελέχωση και διοίκηση των νέων αυτονομημένων οργανισμών.

Καταρρέουν τα νοσηλευτήρια

Την άποψη ότι η αυτονόμηση θα πρέπει να γίνει στη βάση σωστής αναδιοργάνωσης, που θα καθιστά βιώσιμα και λειτουργικά τα δημόσια νοσηλευτήρια και κατ’ επέκτασιν θα διασφαλίζει τη λειτουργία ενός Γενικού Σχεδίου Υγείας, εξέφρασε ο Πρόεδρος της Παγκύπριας Συντεχνίας Κυβερνητικών Ιατρών, Σωτήρης Κούμας.
Μιλώντας στη «Σημερινή», ο κ. Κούμας επεσήμανε ότι άπαντες πρέπει να συνεργαστούν μιας και τα δημόσια νοσηλευτήρια ως έχουν δεν μπορούν ν' αντεπεξέλθουν στην αυτονόμηση.

«Υπάρχουν ακόμη πολλά θέματα, κυρίως εργασιακά, τα οποία πρέπει να επιλύσουμε», επεσήμανε, εκφράζοντας μάλιστα την έντονη διαφωνία του σχετικά με την άποψη του Υπουργού Υγείας, ότι όλα τα ζητήματα θα λυθούν μέσω της αυτονόμησης. Όσον αφορά στην έκθεση του ΠΙΣ, ο κ. Κούμας υποστήριξε ότι «οι εμπλεκόμενοι θα μπορούσαν να εκμαιεύσουν σημαντικά θετικά στοιχεία και ακολούθως να τα ενσωματώσουν στο νομοσχέδιο για το ΓεΣΥ, ωστόσο αυτό που προέχει είναι η αναδιοργάνωση, διότι στο τέλος δεν θα υπάρχουν νοσοκομεία για να αυτονομηθούν», κατέληξε.

«Άρχισαν τα όργανα» για τις συνεισφορές

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστα εντός των νομοσχεδίων για τη μεταρρύθμιση στην Υγεία αφορά το ύψος των συνεισφορών. Ειδικότερα, με βάση τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες μέρες, φαίνεται ότι το πρόβλημα θα απασχολήσει για πολύ καιρό ακόμη τους εμπλεκομένους. Αφενός γιατί οι συντεχνίες και οι ασθενείς διαμηνύουν ότι η εργοδοτική πλευρά πρέπει να καταβάλει υψηλότερο ποσοστό συνεισφοράς, και αφετέρου η ΟΕΒ υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται να δεχθεί κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο από ίση συνεισφορά.

Σε δηλώσεις του στη «Σημερινή» ο Πρόεδρος της ΟΕΒ επεσήμανε ότι οι συνεισφορές για το ΓεΣΥ πρέπει να ακολουθούν την πρακτική των συνεισφορών που ισχύει και στα υπόλοιπα ταμεία. «Στα Ταμεία Προνοίας, στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στα Ταμεία Υγείας των συντεχνιών οι συνεισφορές αμφοτέρων είναι ίσες για τον εργοδότη και τον εργαζόμενο», επεσήμανε, καλώντας παράλληλα όλους όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο να τεκμηριώσουν τη θέση τους.

Από την πλευρά του ο επικεφαλής των οργανωμένων ασθενών, Μάριος Κούλουμας, επεσήμανε ότι τα ποσοστά των συνεισφορών θα πρέπει να παραμείνουν σταθερά στα επίπεδα που είχαν καθοριστεί το 2000 και προνοούνται στον νόμο που βρίσκεται σε ισχύ από το 2001. «Από τη στιγμή που στον Νόμο του 2001 προνοείται υψηλότερη συνεισφορά του εργοδότη, εμείς επιμένουμε σε τήρηση των όσων έχουν συμφωνηθεί», είπε. Τέλος εξέφρασε την άποψη ότι η λειτουργία ενός αποτελεσματικού σχεδίου υγείας είναι προς όφελος του εργοδότη μιας και όταν ο ασθενής έχει σωστή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη τότε θα είναι πιο αποδοτικός και στην εργασία του.

Η ευρωπαϊκή έκθεση

Η ανάγκη παροχής καλύτερων υπηρεσιών δημόσιας υγείας ενισχύεται εξάλλου και από τα αποτελέσματα έκθεσης, που συνέταξαν από κοινού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής του Συμβουλίου της Ευρώπης με θέμα τη δημοσιονομική βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας στα κράτη μέλη της Ε.Ε. και δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο. Να υπενθυμίσουμε ότι, σύμφωνα με την έκθεση, οι συνολικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ έφθαναν μέχρι το 2013 το 7,4% και βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (Ε.Ε. 10,1%). Σημαντική διαφορά παρατηρείται και σε ό,τι αφορά τις δημόσιες δαπάνες για την Υγεία, αφού για την Κύπρο καταγράφεται ποσοστό της τάξης του 3,4% (ΑΕΠ) σε σχέση με 7,8% (ΑΕΠ) στην Ε.Ε. το 2013. Κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. βρίσκεται και η δαπάνη για την πρόληψη ασθενειών (Κύπρος, 0,1% του ΑΕΠ, Ε.Ε. 0,2%).

Εκτός αυτού, όπως αναφέρεται στην έκθεση, «το σύστημα δημόσιας υγείας έχει δεχθεί κριτική για την αποτυχία του να καλύψει αποτελεσματικά τον πληθυσμό, κάτι το οποίο συνδέεται με το γεγονός ότι γύρω στο 50% των δικαιούχων δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης προτιμούν να δέχονται περίθαλψη στον ιδιωτικό τομέα και να πληρώνουν για να αποφύγουν την αναμονή». Αυτό, έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνεται το κόστος για τους ασθενείς με τα ποσοστά των ασθενών που επισκέπτονται τον ιδιωτικό τομέα (53% για τους μη δικαιούχους και 46% για τους δικαιούχους που προτιμούν τον ιδιωτικό τομέα) να είναι τα μεγαλύτερα στην Ε.Ε. (23% και 14% αντίστοιχα).

Κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. είναι και οι αναλογίες μεταξύ γιατρών ασθενών και διαθέσιμων κλινών και ασθενών. Όπως καταγράφεται στην έκθεση, στην Ευρωπαϊκή Ένωση η αναλογία γιατρών-ασθενών φθάνει τους 344 ανά 100.000 ασθενείς. Στην Κύπρο η αναλογία κυμαίνεται στους 322 γιατρούς ανά 100.000 ασθενείς. Σε ό,τι αφορά την αναλογία κλινών-ασθενών, στην Ε.Ε. η αναλογία φθάνει τις 356 ανά 100.000, ενώ στην Κύπρο τις 320 ανά 100.000 ασθενείς.