Το φαινόμενο των πίτζιν και κρεολών γλωσσών

Μέσο επικοινωνίας. Αυτή είναι συνήθως η πρώτη απάντηση που δίνουμε στην ερώτηση «Τι είναι η γλώσσα;». Στην άλλη όχθη, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, η γλώσσα μπορεί κάλλιστα να γίνει και εμπόδιο επικοινωνίας—μεγάλο, αλλά όχι αξεπέραστο. Το σημερινό Γλωσσοσκόπιο ταξιδεύει στον χώρο και στον χρόνο, στις λίγο παλιότερες και τις πιο σύγχρονες Βαβέλ της υφηλίου, εκεί όπου η θέληση των ανθρώπων—ή απλώς και μόνο η επιτακτική ανάγκη—για επικοινωνία ξεπέρασε τα γλωσσικά εμπόδια και κατάφερε να χτίσει τους πύργους μέχρι την κορυφή.

Ένα σενάριο πραγματικότητας

Φανταστείτε ότι ταξιδεύετε στην ενδοχώρα της Ασίας, βρίσκεστε στην αγορά, πεινάτε, αλλά δεν μιλάτε τη γλώσσα της περιοχής. Δοκιμάζετε να επικοινωνήσετε στα αγγλικά, αλλά η αποτυχία είναι παταγώδης· οι ντόπιοι δεν μιλούν αγγλικά! Κατόπιν, ακολουθεί ένα είδος παντομίμας: δείχνετε προϊόντα στους πάγκους της αγοράς και χαρτονομίσματα ή κέρματα—σχηματίζετε ίσως και αριθμούς με τα δάχτυλά σας—και συμφωνείτε ή διαφωνείτε με μια προσφορά καταφεύγοντας σε χειρονομίες και εκφράσεις προσώπου. Αν παραμείνετε στην περιοχή για περισσότερο χρόνο θα αρχίσετε να μαθαίνετε βασικές λέξεις για τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης, αριθμούς, προσωπικές αντωνυμίες (π.χ. εγώ, εσύ κ.λπ.), λέξεις όπως ναι, όχι, αγοράζω, πουλώ, έρχομαι, φεύγω. Ίσως βέβαια να παραλείπετε λεπτομερή εφαρμογή των δομικών κανόνων της γλώσσας· για παράδειγμα, το να κλίνετε σωστά ένα ρήμα ή ένα ουσιαστικό δεν θα είναι τόσο σημαντικό. Παρ’ όλα αυτά, θα έχετε μόλις δημιουργήσει έναν βασικό κώδικα γλωσσικής επικοινωνίας με απλοποιημένη δομή και περιορισμένο λεξιλόγιο, αποκλειστικά για να πραγματοποιείτε τις εμπορικές συναλλαγές σας στην ξένη αυτή χώρα.
     
Η γέννηση των πίτζιν γλωσσών

Το παραπάνω σενάριο επαναλήφθηκε άπειρες φορές στον πλανήτη μας και έγινε η αφετηρία έντονης γλωσσογονίας, ιδιαίτερα τους τελευταίους 4–5 αιώνες. Ας μεταφερθούμε νοητά στον 18ο αιώνα. Οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες ζουν εδώ και τουλάχιστον 2 αιώνες στον πυρετό της εξερεύνησης του Νέου Κόσμου. Ανοίγονται νέοι εμπορικοί δρόμοι και ταυτόχρονα το δουλεμπόριο, η ίδρυση αποικιών και οι θρησκευτικές αποστολές ανθούν. Πληθυσμοί με ποικίλα γλωσσικά προφίλ μετακινούνται και αναμειγνύονται με σκοπό την καταναγκαστική εργασία. Τα εμπορικά λιμάνια και οι φυτείες στους νέους προορισμούς των Ευρωπαίων, αλλά και οι συνοριακές γραμμές γειτονικών πληθυσμών που αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις, γίνονται σημεία διαγλωσσικής επαφής, όπου η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων χωρίς κοινή γλώσσα εμποδίζεται από την ίδια τη γλώσσα, αλλά είναι εξαιρετικά απαραίτητη.

Ας σημειώσουμε το αυτονόητο: ο άνθρωπος του 18ου αιώνα διαφέρει ριζικά από τον οικουμενικό άνθρωπο του 21ου αιώνα, ο οποίος έχοντας εύκολη πρόσβαση στην εκπαίδευση και στη διαδικτυακή πληροφορία ανεξαρτήτως κοινωνικοοικονομικών διαστρωματώσεων εξοικειώνεται νωρίς με τα αγγλικά ως τη διεθνή γλώσσα.

Στις συνθήκες αυτές άνθρωποι με διαφορετικές μητρικές γλώσσες αρχίζουν να κατασκευάζουν μιγαδικούς γλωσσικούς κώδικες—είναι οι λεγόμενες πίτζιν γλώσσες—με περιορισμένο λεξιλόγιο και απλουστευμένη δομή υπό την πίεση της ισχυρής γλώσσας των αποικιοκρατών (π.χ. αγγλικών, γαλλικών, ολλανδικών, γερμανικών) και αντλώντας στοιχεία από τις δικές τους γλώσσες. Γνωστές πίτζιν είναι η ρωσονορβηγική, η οποία αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα στα σύνορα των δύο χωρών από Νορβηγούς ψαράδες και Ρώσους εμπόρους και περιλάμβανε περίπου 300 λέξεις, η μελανησιακή πίτζιν αγγλική, η οποία δημιουργήθηκε τον 18ο αιώνα στα νησιά του νοτιοδυτικού Ειρηνικού, με απόγονο την κρεολή γλώσσα τοκ πίσιν (Tok Pisin), και η σαμπίρ (Sabir) ή αλλιώς μεσογειακή lingua franca, η οποία είχε νεολατινικό υπόστρωμα, μιλιόταν στις μεσογειακές ακτές συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, μαρτυρείται στην Τυνησία τουλάχιστον από το 1353 και εξαφανίστηκε κατά τον 19ο αιώνα.

Κρεολή: όταν μια πίτζιν γίνεται μητρική γλώσσα

Ενώ λοιπόν μια πίτζιν γλώσσα είναι μια μιγαδική γλωσσική κατασκευή και αποτελεί μόνο μια δευτερεύουσα, βοηθητική γλώσσα για τα ενήλικα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας σε συγκεκριμένες περιστάσεις, η κρεολή γλώσσα είναι μια μορφή της πίτζιν που κάποια στιγμή κατακτήθηκε από τα παιδιά της γλωσσικής κοινότητας ως η μητρική τους γλώσσα. Έτσι, μια κρεολή γλώσσα έχει φυσικούς ομιλητές, περνά από γενιά σε γενιά και εξελίσσεται.

Αν και παλιότερα τόσο οι πίτζιν όσο και οι κρεολές θεωρούνταν ακατέργαστες, «απλοϊκές»—έως και τεχνητές—γλώσσες, παραφθαρμένες μορφές των ευρωπαϊκών γλωσσών, η σύγχρονη γλωσσολογική ανάλυση έχει προσεγγίσει προσεκτικότερα το φαινόμενο της κρεολοποίησης, καθώς παρατηρείται ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν ακούγοντας μια πίτζιν γλώσσα έχουν την τάση να «διορθώνουν» τις εγγενείς ατέλειες που τη χαρακτηρίζουν ως ένα μιγαδικό κατασκεύασμα και να διευρύνουν το λεξιλόγιό της. Με την εξίσου πολύπλοκη γραμματική δομή τους και την ιδιαίτερη προέλευσή τους, οι κρεολές γλώσσες είναι μια πηγή δεδομένων για τους γλωσσολόγους που μελετούν τα κοινά χαρακτηριστικά των γλωσσών, τα οποία πιθανόν να σκιαγραφούν το υπόστρωμα, τον κοινό ανθρώπινο γλωσσικό μηχανισμό που μας προδιαθέτει να κατακτήσουμε τη μητρική μας γλώσσα.
     
Πού μιλιούνται σήμερα οι πίτζιν και οι κρεολές γλώσσες;

Σύμφωνα με την ηλεκτρονική βάση δεδομένων Ethnologue, στις 7.097 καταγεγραμμένες γλώσσες του πλανήτη συμπεριλαμβάνονται 16 πίτζιν και 93 κρεολές γλώσσες. Μόνο 2 από τις 16 πίτζιν γλώσσες χρησιμοποιούνται ακόμα ως δεύτερη–ξένη γλώσσα από μερικές δεκάδες χιλιάδες ομιλητές η καθεμιά, σύμφωνα με απογραφές πληθυσμού της δεκαετίας του ‘80. Η πρώτη είναι η αγγλική πίτζιν της Λιβερίας (Liberian Pidgin English) στη δυτική Αφρική με περίπου 1.5 εκατομμύριο ομιλητές (μέχρι το 1984). Η δεύτερη είναι η γλώσσα χίρι μότου (Hiri Motu) της Παπούα–Νέας Γουινέας στην Ωκεανία, η οποία βασίζεται στην τοπική γλώσσα μότου (Motu), μιλιέται από περίπου 120 χιλιάδες κατοίκους της νότιας Παπούα ως δεύτερη–ξένη γλώσσα, έχει σύστημα γραφής βασισμένο στο λατινικό αλφάβητο και έχει καθιερωθεί ως μια από τις τρεις «εθνικές» γλώσσες του νησιού μαζί με την αγγλική και την κρεολή τοκ πίσιν, αν και η χρήση της περιορίζεται λόγω της εξάπλωσης της τοκ πίσιν.

Από τις υπόλοιπες 14 πίτζιν που καταγράφονται σήμερα στον πλανήτη, οι 11 χαρακτηρίζονται σχεδόν εξαφανισμένες ή αδρανείς, αφού οι αριθμητικά ελάχιστοι ομιλητές τους τις χρησιμοποιούν μόνο σε συγκεκριμένους χώρους διαπολιτισμικής επαφής (π.χ. μεταλλωρυχεία και στρατώνες), ενώ οι 3 είναι εντελώς εξαφανισμένες, καθώς δεν υπάρχουν πια ομιλητές.

Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κρεολές γλώσσες. Μετά την έκρηξη των διαδικασιών κρεολοποίησης τον 20ό αιώνα, καταγράφονται σήμερα 93 κρεολές με ένα σύνολο 63.5 εκατομμυρίων ομιλητών (περίπου 0.1% του παγκόσμιου πληθυσμού). Η γεωγραφική τους κατανομή αντανακλά την εξάπλωση των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων τους προηγούμενους αιώνες, ιδιαίτερα στον Νέο Κόσμο, και τους δουλεμπορικούς δρόμους που διέσχιζαν την Αφρική. Ο γλωσσικός χάρτης των κρεολών γλωσσών εκτείνεται κυρίως στα νησιωτικά συμπλέγματα του Ειρηνικού Ωκεανού, στη νότια Ασία, στη δυτική Αφρική, στη βόρεια και την κεντρική Αμερική και στα βόρεια τμήματα της νότιας Αμερικής.

Αντίστοιχα, το γλωσσικό υπόστρωμα κάθε κρεολής είναι κατ’ αρχήν η γλώσσα της αποικιοκρατικής δύναμης αναμεμειγμένη με στοιχεία της τοπικής γλώσσας. Η πλειοψηφία των κρεολών βασίζεται στα αγγλικά (33 από τις 93), ενώ ακολουθούν οι κρεολές με υπόστρωμα μαλαϊκό (14), πορτογαλικό (13), γαλλικό (11) και ολλανδικό (5).

Κατά μέσο όρο, οι κρεολές γλώσσες βρίσκονται σε κατάσταση σταθερής ανάπτυξης με μερικές δεκάδες χιλιάδες ομιλητές η καθεμιά. Ωστόσο, η πίεση που ασκεί μια ισχυρότερη γλώσσα που μιλιέται στην ίδια περιοχή και ο σταδιακός περιορισμός της διάδοσης της κρεολής στις νέες γενιές έχει ήδη οδηγήσει 5 από αυτές σε πλήρη εξαφάνιση. Με τους μικρότερους πληθυσμούς ομιλητών—και επομένως, σχεδόν εξαφανισμένες—είναι η κρεολή του San Miguel στον Παναμά, η οποία βασίζεται στα γαλλικά και το 1999 αριθμούσε μόνο 3 ομιλητές, και η κρεολή καφούντο (Cafundo), η οποία έχει πορτογαλική βάση, μιλιόταν από 40 ομιλητές το 1978 στον νότο της Βραζιλίας και θεωρούνταν μια μυστική γλώσσα της κοινότητας.

Η πολυπληθέστερη κρεολή σήμερα είναι η πίτζιν της Νιγηρίας (Nigerian Pidgin) με αγγλικό υπόστρωμα, ένα σύνολο 30 εκατομμυρίων ανθρώπων που τη χρησιμοποιούν είτε ως μητρική είτε ως δεύτερη–ξένη γλώσσα και 4 καταγεγραμμένες γεωγραφικές ποικιλίες (διαλέκτους). Ακολουθεί η αϊτινή κρεολή (Haitian) με βάση της τα γαλλικά και πάνω από 7.7 εκατομμύρια ομιλητές στην Αϊτή, όπου έχει αναγνωριστεί ως επίσημη γλώσσα του κράτους, και στη Δομινικανή Δημοκρατία. Και οι δύο κρεολές χρησιμοποιούνται ευρύτατα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στη λογοτεχνία, ενώ και για τις δύο έχουν σχεδιαστεί συστήματα γραφής με βάση το λατινικό αλφάβητο, λεξικά και γραμματικές.

Ευχές για χαρούμενα Χριστούγεννα!

Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
[email protected]
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία

*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook)