Η ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ «ΕΚΛΕΓΕΙΝ ΚΑΙ ΕΚΛΕΓΕΣΘΑΙ» ΑΠΟ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ

Ποια τα συμπεράσματα ευρωπαϊκής έρευνας για τη συμμετοχή των ΑμΕΑ στην πολιτική ζωή της κάθε χώρας

Τo πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει από την ανά­λυση, στην οποία προέβησαν οι δύο οργανισμοί, είναι θετικό: όταν στα άτομα με αναπηρία παρέχεται ένα προσβάσιμο και ευνοϊκό περιβάλλον, τότε αυτά είναι ενεργοί πολίτες και πρόθυ­μοι να συμμετάσχουν στην πολιτική ζωή των κοινοτή­των τους


Η δυνατότητα συμμετοχής στην πολιτική ζωή απο­τελεί μιαν από τις σημαντικότερες αξίες μιας δημο­κρατικής κοινωνίας. Κατά συνέπειαν, το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής για όλους, συμπεριλαμβα­νομένων των ατόμων με αναπηρία, στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο, κατοχυρώνεται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, στις πράξεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και στο πρωτογενές και παράγωγο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Με αφορμή καταγγελίες στην Ανεξάρτητη Αρχή Προώθησης των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρία του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, μετά τη διεξαγωγή των Βουλευτικών Εκλογών κατά το τρέχον έτος και ενόψει των επικείμενων Δημοτικών Εκλογών, ήταν η κατάλληλη στιγμή για να εξετα­στεί κατά πόσον οι συναφείς νομικές, πολιτικές και διοικητικές διατάξεις σε εθνικό επίπεδο ενθαρρύ­νουν ή παρεμποδίζουν τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στις εκλογές.

Τι λένε οι γνωμοδοτήσεις

Ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επι­τροπή μέσω του Ακαδημαϊκού Δικτύου Eυρωπαίων Εμπειρογνωμόνων σε Θέματα Αναπηρίας συνέλεξαν δεδομένα από τα 28 κράτη μέλη της Ευρωπαικής Ένωσης, τα οποία δείχνουν με ποιους τρόπους διασφαλίζε­ται, προστατεύεται, προωθείται και ασκείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 29 της σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με ανα­πηρία.

Οι γνωμοδοτήσεις που προκύπτουν από τα εν λόγω δεδομένα επικεντρώνονται στις εκλογές και στο δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, όπως κατοχυρώνεται στην ευρωπαϊκή σύμβαση δικαιωμάτων του ανθρώπου, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις Συνθήκες της ίδιας της Ένωσης. Το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει από την ανά­λυση, στην οποία προέβησαν οι δύο οργανισμοί, είναι θετικό: όταν στα άτομα με αναπηρία παρέχεται ένα προσβάσιμο και ευνοϊκό περιβάλλον, τότε αυτά είναι ενεργοί πολίτες και πρόθυ­μοι να συμμετάσχουν στην πολιτική ζωή των κοινοτή­των τους.

Εκτός από τη συμμετοχή τους στις εκλογές, μεγάλος αριθμός ατόμων με αναπηρία συμμετέχουν και σε άλλα είδη πολιτικών δραστηριοτήτων, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη συμμετοχή τους σε πολιτικά κόμματα και πολιτικές συγκεντρώσεις και την επαφή τους με εκλεγμένους αξιωματούχους. Η παροχή περισσότερο προσβάσιμων πλη­ροφοριών και διαδικασιών, καθώς και η παροχή καλύτερης υποστήριξης και εύλογων διαρρυθμίσεων -δηλαδή προσαρμογών ώστε να δίνεται η δυνατό­τητα στα άτομα με αναπηρία να απολαμβάνουν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους σε ισότιμη βάση με τους άλλους πολίτες-, όταν απαιτείται, μπορεί να συμ­βάλει σημαντικά στη βελτίωση της συμμετοχής τους.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος πολιτικής συμμετο­χής από τα άτομα με αναπηρία. Τα νομικά εμπόδια, όπως οι περιορισμοί του δικαιώματος του εκλέγειν για ορισμένα άτομα με αναπηρία, και τα χάσματα μεταξύ των υποσχέσεων της νομοθεσίας και της πολιτικής και της εφαρμογής τους στην πράξη - για παράδειγμα, υπό τη μορφή μη προσβάσιμων εκλογικών κέντρων ή δικτυακών τόπων- παραμέ­νουν.

Τα πιο πάνω εμπόδια ενδέχεται να αποκλεί­ουν τα άτομα με αναπηρία από τη δυνατότητα να ασκούν επιρροή στην ανάπτυξη και εφαρμογή των νόμων και των πολιτικών που διέπουν την καθημε­ρινότητά τους. Επομένως η αντιμετώπιση των ανωτέρω προ­κλήσεων όσο το δυνατόν συντομότερα είναι ουσι­ώδους σημασίας για την ενίσχυση της νομιμότητας των δημόσιων θεσμών και για τη δημιουργία πιο ισότιμων κοινωνιών χωρίς διακρίσεις, στις οποίες θα μπορούν να συμμετέχουν πλήρως όλα τα μέλη της κοινωνίας.

Το τρίτο συμπέρασμα είναι ότι οι φραγμοί στην πολιτική συμμετοχή δεν επηρεάζουν εξίσου όλα τα άτομα με αναπηρία. Τα άτομα με σοβαρότερη αναπηρία, καθώς και τα άτομα με συγκεκριμένα είδη αναπηρίας -για παράδειγμα, τα άτομα με νοη­τική αναπηρία- αντιμετωπίζουν δυσανάλογα εμπό­δια στη συμμετοχή τους στην πολιτική ζωή. Καθώς τα εν λόγω άτομα υφίστανται συχνά μεγαλύτερη απομόνωση και πιο έντονο αποκλεισμό, η διασφά­λιση της πλήρους συμμετοχής τους στην πολιτική διαδικασία αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση για τους φορείς χάραξης πολιτικής.

Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτουν πέντε ζητήματα, τα οποία αντικατοπτρίζουν τις απαιτήσεις της σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία σε αυτόν τον τομέα:

• άρση των νομικών και διοικητικών φραγμών στην πολιτική συμμετοχή·

• αύξηση της προσβασιμότητας των εκλογικών διαδικασιών, των υποδομών και του εκλογικού υλικού·

• επέκταση των δυνατοτήτων συμμετοχής στην πολιτική και στη δημόσια ζωή·

• αύξηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία·

• συλλογή δεδομένων για την εκτίμηση της πολι­τικής συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία·

Άρση των νομικών και διοικητικών φραγμών

Τα κράτη μέλη της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, παρουσίασαν σημαντική πρό­οδο όσον αφορά την ενσωμάτωση του δικαιώματος πολιτικής συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία στα εθνικά νομικά και πολιτικά πλαίσιά τους.

Όλα τα κράτη μέλη, πλην τριών, επικύρωσαν τη σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, με σχετικά λίγες επιφυλάξεις ή δηλώσεις σχετικά με τις βασι­κές διατάξεις, ενώ, ορισμένα κράτη μέλη έχουν αναπτύξει εθνικές στρατηγικές ή σχέδια δρά­σης για την εφαρμογή της σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, με αντικείμενο το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής δυνάμει της ευρω­παϊκής στρατηγικής για την αναπηρία 2010-2020.

Από την άποψη των νομικών εμποδίων, το σημα­ντικότερο πρόβλημα είναι η στέρηση του δικαιώ­ματος του εκλέγειν ή του εκλέγεσθαι από άτομα που δεν διαθέτουν δικαιοπρακτική ικανότητα. Στην ουσία, το δικαίωμα του εκλέγειν πρέπει να συνοδεύεται από τη δυνατότητα προσφυγής σε περίπτωση μη άσκησής του. Από την ανάλυση προκύπτει ότι τα άτομα που δεν διαθέτουν δικαιοπρακτική ικανό­τητα δεν έχουν τη νομική δυνατότητα να προσφεύ­γουν στα δικαστήρια για ζητήματα που αφορούν την πολιτική συμμετοχή τους στην πλειονότητα των κρατών μελών της Ε.Ε.

Επιπλέον, δικαστικοί και μη δικαστικοί μηχανισμοί προσφυγής για υποθέσεις που σχετίζονται με την πολιτική συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία εντοπίστηκαν μόνο στο ένα τέταρτο των κρατών μελών της Ε.Ε. κατά προ­σέγγιση. Όπως προκύπτει από την έρευνά του σε άλλους τομείς, ένας από τους παράγοντες που ευθύνονται για τον μικρό αριθμό υποθέσεων που παραπέμπονται σε μηχανισμούς προσφυγής ενδέ­χεται να είναι η απουσία προσβάσιμων πληρο­φοριών σχετικά με τον τρόπο προσφυγής (5). Εντούτοις, μεμονωμένες περιπτώσεις έχουν παρα­πεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) και στην επιτροπή για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία δυνάμει του προαιρετικού πρωτοκόλλου της σύμβασης, το οποίο επιτρέπει μεμονωμένες αναφορές και μέχρι σήμερα έχει επικυρωθεί από 21 κράτη μέλη της Ε.Ε.

Προκειμένου τα δικαιώματα να εφαρμοστούν στην πράξη, οι κρατικοί αξιωματούχοι και άλλοι σημαντικοί υπάλληλοι πρέπει να είναι καλά ενημερωμένοι σχε­τικά με την ισότητα των ατόμων με αναπηρία γενι­κότερα, καθώς και με βασικές αρχές της σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, όπως η προσβασιμότητα και το καθήκον παροχής εύλο­γων διαρρυθμίσεων.

Από τα δεδομένα προκύπτει ότι σε όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. πλην ενός η κατάρτιση των εκλογικών υπαλλήλων σχετικά με την απαγό­ρευση των διακρίσεων λόγω αναπηρίας, την προ­σβασιμότητα και τις εύλογες διαρρυθμίσεις δεν είναι υποχρεωτική βάσει νόμου. Οι οργανώσεις ατόμων με αναπηρία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αύξηση της ευαισθητοποίησης των δημόσιων Αρχών σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπη­ρία και μπορούν να εξακολουθήσουν να το πράτ­τουν μέσω της περαιτέρω ανάπτυξης μηχανισμών διαβούλευσης σε όλα τα επίπεδα της Κυβέρνησης.

Αύξηση ευαισθητοποίησης

Η αύξηση της ευαισθητοποίησης δεν είναι σημα­ντική μόνο για τις δημόσιες Αρχές και για άλλους φορείς που εμπλέκονται στην εκλογική διαδικασία. Είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντικό τα ίδια τα άτομα με αναπηρία, και ιδίως όσα πάσχουν από σοβαρότερες αναπηρίες και συχνά υφίστανται τον εντονότερο αποκλεισμό από την πολιτική ζωή, να γνωρίζουν το δικαίωμα τού εκλέγειν και της συμμετοχής τους στην πολιτική ζωή. Εφόσον γνωρίζουν τα δικαιώματά τους, τα άτομα με αναπηρία μπορούν να προσδι­ορίσουν αποτελεσματικότερα τις πρακτικές και τις διαδικασίες που τα αποτρέπουν από την άσκηση των δικαιωμάτων τους.

Πέραν της ευαισθητοποίησης, η ενίσχυση των ικανο­τήτων των αρμόδιων φορέων για την κάλυψη των αναγκών των ψηφοφόρων με αναπηρία αποτελεί επίσης σημαντική δραστηριότητα. Τα δεδομένα σχε­τικά με την προσβασιμότητα των πληροφοριών και του υλικού των προεκλογικών εκστρατειών δείχνουν ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η ικανότητα των πολιτικών κομμάτων και των οργανισμών μέσων ενημέρωσης να ενισχύσουν την προσβασιμότητα του περιεχομένου τους.

Ομοίως, η ελλιπής προσβασιμό­τητα των εκλογικών κέντρων και των κτηρίων των δημόσιων Αρχών καθιστά σαφή την ανάγκη ενίσχυ­σης της ικανότητας των αρμόδιων δημόσιων Αρχών να ελέγχουν την εφαρμογή των κανονισμών σχε­τικά με την προσβασιμότητα των κτηρίων, καθώς και ανάπτυξης λεπτομερών και τυποποιημένων κατευ­θυντήριων γραμμών για την αξιολόγηση της προσβασιμότητας των κτηρίων στην πράξη.