ΠΟΙΑ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ
Γονείς κατήγγειλαν «στέρηση» του δικαιώματος φοίτησης των παιδιών τους στη γενική εκπαίδευση
Οι γονείς των δυο παιδιών υποστήριξαν ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι πάγιο αίτημά τους, όπως τα παιδιά τους φοιτήσουν σε σχολεία της γενικής εκπαίδευσης, που βρίσκονται στην περιοχή διαμονής τους
Παραβίαση από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού του άρθρου 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, που αφορά την πρόσβαση των παιδιών ΑμΕΑ στην Ενιαία Εκπαίδευση, όπως και άμεση διάκριση λόγω αναπηρίας κατά παράβαση των σχετικών άρθρων της σύμβασης, διαπιστώνει σε έκθεσή της που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Πέμπτη, το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως Ελίζας Σαββίδου.
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η έρευνα διενεργήθηκε στη βάση παραπόνων που υποβλήθηκαν στην Ανεξάρτητη Αρχή Προώθησης των Ατόμων με Αναπηρίες από γονείς δύο παιδιών, για τα οποία το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε όπως φοιτήσουν σε ειδική μονάδα αντί στο γενικό σχολείο, παρά τις ενστάσεις των γονιών τους.
Εκτός αυτού, στην έκθεση συμπερασματικά επισημαίνεται ότι ο αποκλεισμός των δύο αυτών παιδιών ισοδυναμεί με συντήρηση του ιατρικού μοντέλου, αντί της προαγωγής της δικαιωματικής προσέγγισης της αναπηρίας που διέπει τη Σύμβαση στο σύνολό της, αλλά και διαιώνιση, παράλληλα, του στερεότυπου της «μη κανονικότητας» των παιδιών με αναπηρία, του διαχωρισμού τους σε εκπαιδεύσιμα στη γενική εκπαίδευση και μη, αντί να αναγνωρίζεται η διαφορετικότητά τους ως μέρος της πολυμορφίας των παιδιών.
Τα παράπονα
Η πρώτη περίπτωση αφορούσε εννιάχρονη μαθήτρια με το γενετικό νόσημα Sjogren - Larsson (πρώιμα γνωρίσματα εγκεφαλικής παράλυσης, κινητική και μαθησιακή αναπηρία), η οποία, σύμφωνα με ιατρικά πιστοποιητικά που προσκόμισε, εκτός από συστηματική φυσικοθεραπεία, εργοθεραπεία και λογοθεραπεία, χρειαζόταν στήριξη στην εκπαίδευση, προσωπική βοήθεια σχολικού συνοδού για τον σκοπό των μετακινήσεων ή και ορισμένων άλλων αναγκών της. Αίτημα των γονιών της μαθήτριας είναι όπως φοιτήσει στο Δημοτικό Σχολείο Παλιομετόχου με υπηρεσίες σχολικού συνοδού και προσαρμογές, διευκολύνσεις και υποστήριξη στην τάξη.
Η δεύτερη περίπτωση αφορά σε οκτάχρονο μαθητή με εγκεφαλική παράλυση, ο οποίος παρουσίαζε δυσκολίες στην εκφορά λόγου και μαθησιακή/γνωστική αναπηρία. Σύμφωνα με ιατρικές γνωματεύσεις, ο μαθητής αυτός χρειαζόταν λογοθεραπεία και προσαρμογές στην εκπαίδευση, ενώ αίτημα των γονιών του ήταν η φοίτησή του στο Δημοτικό Σχολείο Αγίων Τριμιθιάς, με όλες τις αναγκαίες εξατομικευμένες προσαρμογές και διευκολύνσεις στο σχολικό του περιβάλλον και με λογοθεραπεία.
Οι γονείς των δυο παιδιών υποστήριξαν ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι πάγιο αίτημά τους όπως τα παιδιά τους φοιτήσουν σε σχολεία της γενικής εκπαίδευσης, που βρίσκονται στην περιοχή διαμονής τους, όπως ισχύει για κάθε παιδί -και τους φίλους των παιδιών τους- ενώ παράλληλα εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους, τόσο για τον εξαναγκασμό των παιδιών να φοιτήσουν σε Ειδική Μονάδα όσο και για τις συνθήκες λειτουργίας της ίδιας της Ειδικής Μονάδας.
Όπως αναφέρουν, πέρα από το τι διδάσκεται και με ποιον τρόπο στην Ειδική Μονάδα, σε αυτήν υπάρχουν σωρεία προβλημάτων και ανεπάρκειες, που αναμένεται να επιδεινωθούν με τις αλλαγές που προγραμματίστηκαν για τη νέα σχολική χρονιά 2016-2017, ενώ τα παιδιά τους εκδήλωσαν έντονα την επιθυμία να μην «πηγαίνουν σχολείο» στη Μονάδα. Περαιτέρω, οι γονείς τόνισαν ότι αποδίδουν μέγιστη σημασία στη φοίτηση των παιδιών τους σε ένα περιβάλλον συμπεριληπτικό και όχι περιοριστικό, όπως είναι το περιβάλλον της Ειδικής Μονάδας, αφού αφενός στη Μονάδα τα παιδιά απομονώνονται και λαμβάνουν ιδιαίτερα χαμηλού επιπέδου εκπαίδευση, και αφετέρου δύσκολα παρουσιάζουν βελτίωση σε οποιονδήποτε τομέα (εκπαίδευση, επικοινωνία, κοινωνικοποίηση, ενίσχυση αυτοπεποίθησης κλπ).
Οι θέσεις του Υπουργείου Παιδείας
Κατόπιν αιτήματος της Επιτρόπου Διοικήσεως για σκοπούς διερεύνησης των παραπόνων, το αρμόδιο Υπουργείο παρέθεσε πληροφορίες που συνοδεύονταν με σχετικά έγγραφα, τα οποία αφορούσαν στη διαχείριση των περιπτώσεων των δύο παιδιών. Σύμφωνα με αυτά και οι δύο περιπτώσεις παιδιών καθώς και τα παράπονα που υποβλήθηκαν από τους γονείς για φοίτηση στην Γενική και όχι στην ειδική Εκπαίδευση, εξετάστηκαν τόσο από την Επαρχιακή Επιτροπή Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης όσο και από την αντίστοιχη Κεντρική Επιτροπή, η οποίες στην μεν πρώτη περίπτωση αποφάσισαν όπως η εννιάχρονη συνεχίσει τη φοίτηση στην Ειδική Μονάδα, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ζητήθηκε επαναξιολόγηση των αναγκών του μαθητή για τη σχολική χρονιά 2016-2017, και αναμένονται οι εκθέσεις από τους ειδικούς.
Το πόρισμα της Επιτρόπου
Οι αξιολογήσεις αλλά και οι τελικές αποφάσεις των Επιτροπών Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης για τη φοίτηση των δυο παιδιών στην ειδική εκπαίδευση βασίζονται στην παραδοχή του Υπουργείου Παιδείας, ότι το γενικό σχολείο είναι ακατάλληλο γι' αυτά τα παιδιά, σε αντίθεση με το πλαίσιο της ειδικής μονάδας, όπου οι ανάγκες τους θα εξυπηρετούνται «καλύτερα».
Εκτός αυτού η αναφορά σε «ανάγκες», που χρησιμοποιήθηκε για την αιτιολόγηση της ανάγκης φοίτησης των παιδιών αυτών σε ειδικές μονάδες, έχει την έννοια άλλοτε της συναισθηματικής υποστήριξης, της ψυχοκινητικής ανάπτυξης, της απόκτησης κοινωνικών δεξιοτήτων και άλλοτε την εφαρμογή προσαρμογών, συγκεκριμένων εκπαιδευτικών μεθόδων και προσεγγίσεων ή την υποστήριξη/ εξυπηρέτηση από σχολικό συνοδό/βοηθό ως εάν «οι ανάγκες»:
α) να μην αφορούν ή και να μην αποτελούν υποχρέωση στο πλαίσιο του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος, όπως οφείλεται με βάση τους στόχους της εκπαίδευσης που διαχρονικά διατυπώνονται στις διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολύ περισσότερο στη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία και
β) να εμποδίζουν από μόνες τους την παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης στα παιδιά με αναπηρία.
Τα χαρακτηριστικά των παιδιών, που συνδέονται με την αναπηρία τους και είναι αναπόσπαστο μέρος της (κινητική, μαθησιακή, επικοινωνιακή), προβάλλονται ως λόγοι που δικαιολογούν τον διαχωρισμό τους από τα άλλα παιδιά και από τη γενική εκπαίδευση, αντί να είναι η αφορμή για τη λήψη κατάλληλων μέτρων και για την προσαρμογή των υφιστάμενων δομών γενικής εκπαίδευσης κατά τρόπο που να τα εξυπηρετεί.
Δίδεται η εντύπωση ότι τα παιδιά αυτά θεωρούνται ως απόκλιση από το «κανονικό» και το «φυσιολογικό», και τα χαρακτηριστικά τους πρέπει να «διορθωθούν» αντί να συμπεριληφθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα και να τύχουν υποστήριξης, κατάλληλης και απαραίτητης για την εκπαίδευσή τους. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της εννιάχρονης μαθήτριας επισημάνθηκε ότι «δεν μπορεί να περπατήσει μόνη της… ο ρυθμός βάδισής της είναι πολύ αργός», «δεν δείχνει ότι μπορεί να παρακολουθήσει και δεν είναι σε θέση να απαντήσει σε ερωτήσεις κατανόησης», χωρίς να έχουν απασχολήσει οι αλλαγές και οι τροποποιήσεις που χρειάζεται να γίνουν ούτως ώστε, αφενός, το σχολείο και το διδακτικό υλικό να είναι προσβάσιμα στην εννιάχρονη, να της παρέχεται προσωπική βοήθεια και υποστήριξη και, αφετέρου, ο τρόπος διδασκαλίας να διαφοροποιείται προκειμένου να μπορεί να έχει πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση.
Αντίστοιχα, ο τρόπος επικοινωνίας και έκφρασης του δεύτερου μαθητή δεν αναγνωρίστηκε ως μορφή επικοινωνίας, παρόλο που και η μη λεκτική επικοινωνία είναι επικοινωνία, ούτε ως μέρος της διαφορετικότητάς του αλλά προβάλλεται ως λόγος φοίτησής του σε ξεχωριστό περιβάλλον. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και σε σχέση με την κινητική του αναπηρία και πάλι, χωρίς να εξετάζονται τα μέτρα προσβασιμότητας στον χώρο του σχολείου, στο διδακτικό υλικό, στις πληροφορίες και την επικοινωνία, ούτε οι προσαρμογές που χρειάζεται να γίνουν για να είναι αποτελεσματική η εκπαίδευσή του στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Είναι προφανές ότι τα παιδιά, είτε «αυτόματα» λόγω της αναπηρίας τους είτε λόγω των πορισμάτων των αξιολογήσεων, κρίθηκαν, δυνάμει του περί Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμου, «εξαιρετικές περιπτώσεις» σε σχέση με τις οποίες επιτρέπεται παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες του Νόμου αυτού, που είναι η φοίτηση σε τάξη συνηθισμένου σχολείου, η απαγόρευση της φοίτησης σε σχολείο ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης ή σε ειδική μονάδα συνηθισμένου σχολείου, με αιτιολογία ότι στην Ειδική Μονάδα θα εξυπηρετούνται καλύτερα οι ανάγκες τους.
Η πιο πάνω προσέγγιση και αιτιολογία συνεπάγεται παραδοχή του Υπουργείου ότι, είτε λόγω σοβαρών ελλειμμάτων του εκπαιδευτικού συστήματος είτε λόγω πεποίθησης με αποκλειστικό έρεισμα την αναπηρία, το γενικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να προσφέρει στα παιδιά των παραπονούμενων γονέων ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση με τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους.
Εξού και το ενδεχόμενο συμπερίληψης των παιδιών στη γενική εκπαίδευση δεν εξετάστηκε σε συνδυασμό με τις εύλογες προσαρμογές που απαιτούνται γι’ αυτόν τον σκοπό, την προσβασιμότητα των κτηρίων, των πληροφοριών, της επικοινωνίας, του εκπαιδευτικού υλικού, των διδακτικών μεθόδων, της υποστήριξης και των υπηρεσιών σχολικού συνοδού. Όπως αναφέρθηκε, τέτοιες προσαρμογές και μέτρα, που έχει υποχρέωση να παρέχει/λαμβάνει το ΥΠΠ, θεωρούνται ότι δεν αφορούν στη γενική αλλά στην ειδική εκπαίδευση.
Ως αποτέλεσμα, προέκυψε ο αποκλεισμός των παιδιών από τη γενική εκπαίδευση λόγω αναπηρίας, αδυναμίας ή και απροθυμίας του ΥΠΠ να μεριμνήσει, ώστε το γενικό και το «συνηθισμένο» σχολικό περιβάλλον να ανταποκριθεί στις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για τη συμπερίληψη των παιδιών στη γενική εκπαίδευση.




