Η «ΔΙΑΘΗΚΗ» ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Αντώνης Μακρίδης: «Η ελευθερία έκφρασης είναι ο κανόνας μας, η ζωή μας, η δράση μας. Τίποτε περισσότερο τίποτε λιγότερο. Αν ο δημοσιογράφος δεν εκφράζεται ελεύθερα, δεν λέγει τις αλήθειες, λυπούμαι να πω ότι δεν είναι δημοσιογράφος»
Την περασμένη Τετάρτη (17 Αυγούστου 2016), πηγαίνοντας στα γραφεία της Ένωσης Συντακτών Κύπρου για να συναντήσω τον Αντώνη Μακρίδη γι’ αυτή τη συνέντευξη, είχα στο μυαλό μου τη «διαθήκη» του, όπως τη διατύπωσε σε συνάντηση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων δημοσιογράφων, τον περασμένο Μάρτιο στο Σπίτι της Συνεργασίας στη Λευκωσία. Εκείνο το βράδυ, ο ασυγκράτητος και αυθόρμητος Πρόεδρος της οργάνωσης των δημοσιογράφων ήταν λιτός, σύντομος και απλώς συγκλονιστικός: «Δεν μπορώ να φανταστώ δημοσιογράφο που να μην αισθάνεται ελεύθερος, να μην εκφράζεται ελεύθερα και να μην τα λέγει έξω από τα δόντια», είπε.
«Η ελευθερία έκφρασης είναι ο κανόνας μας, η ζωή μας, η δράση μας. Τίποτε περισσότερο τίποτε λιγότερο. Αν ο δημοσιογράφος δεν εκφράζεται ελεύθερα, δεν λέγει τις αλήθειες, λυπούμαι να πω ότι δεν είναι δημοσιογράφος. Εμείς οι δημοσιογράφοι επωμιζόμαστε και ένα άλλο βαρύ φορτίο. Πρέπει να γίνουμε και να συμπεριφερόμαστε ως η ασπίδα του ταλαιπωρημένου πολίτη, να παραμένουμε μακριά από σκοπιμότητες, να στέκουμε μόνιμα απέναντι από τα όποια συμφέροντα. Διαφορετικά, θα επαληθεύουμε εκείνους που μας κατηγορούν ότι είμαστε κομμάτι του κατεστημένου».
Πολλή δουλειά για τον νέο Πρόεδρο
Με τη μαχητικότητά του στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των δημοσιογράφων, αλλά και όλων των μη προνομιούχων της κοινωνίας μας, να παραμένει καθημερινά στο πιο υψηλό επίπεδο, παρά το ότι σε τέσσερεις μήνες (τον Δεκέμβρη 2016) τελειώνει μετά από έξι χρόνια δράσης η θητεία του στην Προεδρία της Ένωσης Συντακτών, ο Αντώνης Μακρίδης, που πήρε τη σκυτάλη της ΕΣΚ από τον Ανδρέα Καννάουρο, εμβληματικό ηγέτη των δημοσιογράφων για δεκαετίες), στέλνει μέσω της «Κυριακάτικης Σημερινής» ένα μήνυμα ακούραστου αγώνα στον νέο Πρόεδρο που θα εκλέξουν οι δημοσιογράφοι:
«Ο νέος Πρόεδρος θα έχει πολλή δουλειά μπροστά του. Εγώ δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω κάποια πράγματα... Τα μέλη μας ολοένα και λιγοστεύουν… Πρέπει να οργανωθούν περισσότερο οι δημοσιογράφοι, να γραφτούν ως μέλη στην Ένωση Συντακτών και να συνειδητοποιήσουν ότι μόνο αν πολεμούν όλοι μαζί, θα είναι αποτελεσματικοί στην επιδίωξή τους για βελτίωση των όρων απασχόλησής τους και, το κυριότερο, για διεύρυνση της δημοκρατίας και για διαμόρφωση μιας καλύτερης κοινωνίας στον τόπο».
Ο Αντώνης Μακρίδης ανέφερε ότι μετά τη συνταξιοδότησή του, «θα αποσυρθεί στο σπιτάκι του στo χωριό του Κοράκου, ανάμεσα στα βουνά, απ’ όπου αγναντεύει τη θάλασσα της Μόρφου, αλλά δεν θα αποσυρθεί από τα κοινά, αφού θα γράφει τις απόψεις του σε ιστοσελίδα που σκέφτεται να δημιουργήσει, όχι βέβαια για βιοποριστικούς σκοπούς».
Όταν τσουβαλιάζουν δημοσιογράφους
Ο Πρόεδρος της ΕΣΚ επεσήμανε ότι το γενικότερο πνεύμα απαξίωσης που βιώνει ο τόπος αυτή τη στιγμή παρασύρει συχνά πολλούς να δαιμονοποιούν συλλήβδην και τους δημοσιογράφους - ανέφερε ότι λίγες ώρες πριν από τη συνομιλία μας, το είχε ζήσει ο ίδιος, ενώ βρισκόταν σε ένα περίπτερο, όταν κάποιος αστυνομικός τού μίλησε απαξιωτικά για όλους τους δημοσιογράφους.
«Του είπα, εγώ δεν τσουβαλιάζω τους αστυνομικούς. Δεν σε βάζω μέσα στους διεφθαρμένους αστυνομικούς. Υπάρχουν αξιόλογοι αστυνομικοί, άξιοι της αποστολής τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους δημοσιογράφους - υπάρχουν πολλοί τίμιοι και ακέραιοι συνάδελφοι, που στέκονται στο ύψος των περιστάσεων και μάχονται καθημερινά για να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους, γιατί ξέρουν ότι ο ρόλος τους είναι να στέκονται δίπλα στον ταλαιπωρημένο άνθρωπο, να φωνάζουν για τα καλά του τόπου τους και να κτυπούν την ατασθαλία και την αδικία».
-Γνωρίζεις βέβαια ότι υπάρχουν και οι λίγοι που δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους;
-Ναι… Νιώθω απογοήτευση, μεταξύ άλλων γιατί κάποιοι δημοσιογράφοι ταυτίζουν τον εαυτό τους με την εργοδοσία, λες και είναι ιδιοκτήτες... Παλιά ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας ήταν ένας δημοσιογράφος που ζούσε μέσα στην εφημερίδα και στόχος του δεν ήταν η κερδοσκοπία… ήταν μεράκι γι’ αυτόν η δημοσιογραφία... Σήμερα κάποιοι μπαίνουν στα ΜΜΕ ως ιδιοκτήτες, για να εξυπηρετήσουν ίδια συμφέροντα, χωρίς να έχουν σχέση με τη δημοσιογραφία.
Υπάρχουν φαινόμενα όπου ιδιοκτήτες δεν δημοσιεύουν αρνητικές πληροφορίες δικών τους ρεπόρτερ, όταν οι πληροφορίες αφορούν πελάτες που τους δίνουν διαφήμιση... Αυτό σε διαλύει και σε καταργεί ως δημοσιογράφο, ενώ μιλάς για ελευθεροτυπία, για προστασία των πηγών και για ελευθερία έκφρασης και δράσης του δημοσιογράφου, ο οποίος πρέπει να κτυπά με δίκοπο τσεκούρι και να πέφτουν κεφάλια...
Να έχεις ή να μην έχεις υπόθεση…
-Υπάρχει κάτι άλλο που σε απογοητεύει στη δουλειά μας;
-Δεν μου αρέσει η διαπάλη μεταξύ εφημερίδων, η οικειοποίηση και η κλοπή ειδήσεων. Ο ένας έβγαλε αυτό το θέμα και έρχεται ο άλλος και το παρουσιάζει ως αποκλειστικό, δικό του, χωρίς ν’ αναφέρει ότι το έφερε στο φως της δημοσιότητας ο πρώτος... Αλλά, όταν εγώ αναφέρω στην εφημερίδα μου ότι είναι ο τάδε που έβγαλε το θέμα κι εγώ το προχωρώ και βρίσκω περισσότερα, παίρνω αναγνώριση από τον αναγνώστη μου, που δεν είναι παλαβός βέβαια και που έχει την απλή λογική ν’ αναγνωρίσει αυτό που έκανα και να εγκαρδιωθεί. Θα πει μέσα του ο αναγνώστης ότι “έχει υπόθεση αυτός ο δημοσιογράφος, έχει μαγκιά”… Αυτό που λέω πάντα και το πιστεύω, είναι ότι ο δημοσιογράφος πρέπει να είναι ταπεινός… δεν μπορεί να υπάρξει καλή δημοσιογραφία χωρίς ταπεινότητα και χωρίς ψυχή, δηλαδή χωρίς ευαισθησίες».
Στο σημείο αυτό, υπενθύμισα στον Πρόεδρο της Ένωσης Συντακτών την ανοικτή επιστολή που έστειλε τον περασμένο Μάρτιο σε όλους τους συναδέλφους, με αφορμή ανακοίνωση της ΕΣΚ, για κατασταλτικές ενέργειες της τουρκικής κυβέρνησης, εναντίον τουρκικής εφημερίδας και εναντίον της ελευθερίας της έκφρασης, μια ανακοίνωση που δεν δημοσιεύτηκε σε κανένα έντυπο.
«Δεν είναι η πρώτη φορά που ανακοινώσεις της Ένωσης Συντακτών κρίνονται ανάξιες να δημοσιευτούν και ως εκ τούτου αντάξιες των σκουπιδιών», έγραψε ο Αντώνης Μακρίδης. «Πάντως εγώ, προσωπικά, αισθάνομαι ξεφτιλισμένος. Εσείς, δεν γνωρίζω. Το πιο ωραίο, είναι πως δημοσιεύουμε όλου του κόσμου τις δηλώσεις για το εν λόγω θέμα, αλλά τις δικές μας θέσεις τις απαξιώνουμε. Σας θυμίζω ότι η ανακοίνωση εκδόθηκε εξ ονόματος όλων των δημοσιογράφων της Κύπρου. Αν επρόκειτο για καμιά μπαρούφα και βλακεία που θα έλεγε κάποιος σ’ αυτόν τον τόπο, θα συναγωνιζόμασταν ποιος να την πρωτο-δημοσιεύσει και να την προβάλει με πηχυαίους τίτλους.
»Μπράβο μας, ρε φίλοι και συνάδελφοι. Αυτά τα λίγα τα γράφω ως συνάδελφος δημοσιογράφος, είναι προσωπικές μου καθαρά θέσεις και βρίσκω το θάρρος να πω αυτά τα ολίγα, λόγω ηλικίας. Για τους πιο πολλούς, θα μπορούσα να είμαι πατέρας τους. Σας ευχαριστώ και μπράβο μας. Ο συνάδελφός σας Αντώνης».
Υπενθυμίζω ότι σχολίασα τότε στην προσωπική μου στήλη ότι ο Αντώνης Μακρίδης, η Ένωση Συντακτών Κύπρου και όλοι όσοι αποτελούμε τη δημοσιογραφική οικογένεια στον τόπο αξίζουμε κάτι καλύτερο απ’ αυτή την αντιμετώπιση εκ μέρους συναδέλφων.
Ο Πρόεδρος της ΕΣΚ αναφέρθηκε στη σημερινή κατάσταση στην Τουρκία, μετά το πραξικόπημα και την απόλυτη κυριαρχία του Ερντογάν, «του φασίστα δικτάτορα που πάει να ελέγξει τα πάντα». Πρόσθεσε ότι «όταν σε μια χώρα σκοτώσεις την ελευθερία και το πνεύμα των δημοσιογράφων, την ελέγχεις απόλυτα. Όμως δεν θα πουληθούν όλοι οι δημοσιογράφοι, θα υπάρχουν πάντα κάποιοι ακέραιοι, που θα χαλούν τη μαγιά και τη σούπα των οποιωνδήποτε δικτατόρων».
Η… ταλαιπωρία της ελληνικής γλώσσας
Η ταλαιπωρία της ελληνικής γλώσσας στον γραπτό και προφορικό λόγο στην κυπριακή δημοσιογραφία είναι ένα από το κορυφαία ζητήματα που απασχολούν τον Αντώνη Μακρίδη. «Κι εγώ έχω ελλείψεις, γι’ αυτό συχνά συμβουλεύομαι ανθρώπους που γνωρίζουν περισσότερα από μένα, όπως τον Γαβριήλ Μηνά και τον Γιώργο Σέρτη. Στα 64 μου μαθαίνω ακόμα… ως Πρόεδρος της ΕΣΚ πάω συχνά στα σχολεία να μιλήσω στους μαθητές, ιδιαίτερα αυτούς που βγάζουν τις μαθητικές εφημερίδες και τους λέω ότι δηλώνω αγράμματος, όχι από φτιαχτή ταπεινοφροσύνη, αλλά γιατί το αισθάνομαι… τους λέω, “σήμερα νιώθω πολύ περισσότερο αγράμματος απ' ό,τι μέχρι χθες νόμιζα ότι ήμουν.
»Ξέρετε γιατί; Γιατί έμαθα κάτι στη σωστή του διάσταση, που μέχρι χθες το ήξερα λάθος, ή κάτι έμαθα πολύ βασικό και στοιχειώδες, που μέχρι χθες δεν το ήξερα”. Αυτή η δουλειά δεν σταματά πουθενά και πρέπει ο δημοσιογράφος να διαβάζει 20, 30 ή και περισσότερα βιβλία τον χρόνο, για να εμπλουτίζει τον εσωτερικό του κόσμο. Πρόσφατα αφηγήθηκα σε μια εκδήλωση προς τιμήν μαθητικών εφημερίδων, ότι ήρθε μια νεαρή συνάδελφος και μου πήρε συνέντευξη και είχε γραμμένη σε σημειωματάριό της τη λέξη “δημοσιογράφος”, με ιώτα αντί με ήτα! Ένα ιώτα από εδώ μέχρι την Κοράκου... Είπα στους μαθητές ότι αυτό το ιώτα μπήκε στο μάτι μου και έπαθα καταρράκτη και πρέπει να κάνω εγχείρηση... Έχουμε όλοι ελλείψεις, αλλά δεν γίνεται, ένας δημοσιογράφος να γράφει με ιώτα, τη λέξη δημοσιογράφος».
-Εντοπίζεις το πρόβλημα σε νεαρούς συναδέλφους;
-Δεν θέλω να γενικεύω, πολλοί νεαροί συνάδελφοι προσπαθούν… αλλά το πρόβλημα υπάρχει, ειδικά στα ηλεκτρονικά μέσα, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση… όταν π. χ. κάνουν λάθη στον προφορικό λόγο, δεν λένε συγγνώμη, δεν επιστρέφουν να το διορθώσουν, αλλά προχωρούν, λες και οι ακροατές και οι θεατές είναι κάφροι και δεν ενοχλούνται. Η ίδια προχειρότητα και στους υπότιτλους… Χρειάζεται περισσότερος σεβασμός στην ελληνική γλώσσα, που είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση, για να παίζουμε μαζί της… για να μην πω για αμέτρητες ειδήσεις σε διάφορες ιστοσελίδες, που είναι απλώς κουτσομπολίστικες, πρόχειρες και χωρίς διερεύνηση».
Ο Πρόεδρος της ΕΣΚ κωδικοποιεί τα πιο πάνω σε υπόμνημα της οργάνωσης προς την κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών τον Φεβρουάριο 2016, όπου γράφει μεταξύ άλλων:
«Η ελληνική γλώσσα κακοποιείται βάναυσα από τα πλείστα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και ο έλεγχος περί τούτου ελλείπει παντελώς. Ποιος εξάλλου είναι σε θέση να κάνει έλεγχο; Εφευρίσκονται νέες λέξεις και νέα ρήματα, ακόμα και νέοι χρόνοι ρημάτων - πόσο δεινοπαθούν αυτές οι καημένες οι μετοχές… γενικά οι γλωσσικοί σολοικισμοί, βαρβαρισμοί και όλα τα συναφή, βρίσκονται σε συνεχή ανάπτυξη. Εισηγούμαστε να καλέσετε έναν από τους γνωστούς καλούς φιλολόγους του τόπου μας για να πει τη φτωχή του γνώμη. Είμαστε σίγουροι ότι θα κυριευθείτε από φρίκη όταν θα τον ακούσετε».
Κρούσματα προληπτικής λογοκρισίας
Μια άλλη σημαντική, πρόσφατη παρέμβαση της Ένωσης Συντακτών Κύπρου και του Προέδρου της, αφορά αυτήν που ο Αντώνης Μακρίδης αποκαλεί προληπτική λογοκρισία σε βάρος δημοσιογράφων. Ανάφερε μεταξύ άλλων σε ανακοίνωση, στις 10 Αυγούστου 2016: «Τα κρούσματα προληπτικής λογοκρισίας, που εκδηλώνονται από διάφορους κρατικούς αξιωματούχους και άλλους εναντίον δημοσιογράφων τείνουν, δυστυχώς, να καταστούν καθημερινό φαινόμενο. Το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Συντακτών Κύπρου έχει επανειλημμένα καταγγείλει αυτού του είδους τις συμπεριφορές.
»Επισημαίνω ότι διάφοροι επώνυμοι που κατέχουν θέσεις και πόστα, πολιτειακά και άλλα, φαίνεται ότι δεν ανέχονται και δεν αντέχουν την κριτική που ασκούν εναντίον τους δημοσιογράφοι. Στην προσπάθειά τους να φιμώσουν τους δημοσιογράφους, καταφεύγουν σε δικηγόρους και απειλούν με αγωγές σε περίπτωση που οι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να γράφουν γι’ αυτούς, για τις ενέργειες ή παραλείψεις τους.
»Προφανής στόχος τους είναι η προληπτική λογοκρισία και ο εκφοβισμός των δημοσιογράφων. Αν αυτοί οι κύριοι νομίζουν ή πιστεύουν ότι προσβάλλεται η προσωπικότητά τους μέσα από δημοσιεύματα ή δυσφημούνται έχουν κάθε δικαίωμα να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη. Όχι, όμως, να καταφεύγουν σε απειλές μέσω επιστολών που αποστέλλονται από δικηγόρους και δικηγορικά γραφεία, ασκώντας με αυτή τη μέθοδο προληπτική λογοκρισία. Ελπίζω ότι θα είναι η τελευταία φορά που ασχολούμαστε με τα καταδικαστέα φαινόμενα εκφοβισμού και προληπτικής λογοκρισίας, που στοχεύουν στη φίμωση των δημοσιογράφων».
Ποινικοποίηση δημοσιογραφικών πηγών
Η απόπειρα του κράτους, για ποινικοποίηση των πηγών των δημοσιογράφων, προκάλεσε τους προηγούμενους μήνες την άμεση κινητοποίηση της Ένωσης Συντακτών. «Θέλουν να μας βάλουν χέρι, να μας ελέγχουν, αλλά το πιο ιερό πράγμα ενός δημοσιογράφου είναι η πηγή του… και ποτέ δεν αποκαλύπτει την πηγή του, ούτε καν στον αρχισυντάκτη του», σχολίασε ο Αντώνης Μακρίδης στην «Κυριακάτικη Σημερινή». Να οι εισηγήσεις της οργάνωσης των δημοσιογράφων, σε πρόσφατο υπόμνημα για το νομοσχέδιο περί Τύπου:
«Το άρθρο που αφορά το δικαίωμα του δημοσιογράφου να αναζητά πληροφόρηση και να έχει το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στις πηγές πληροφόρησης, να παραμείνει και πριν από τις “ιδιωτικές πηγές πληροφόρησης”, να μπει και το “δημόσιες και κρατικές πηγές”. Επίσης το εδάφιο που αναφέρεται στις κρατικές πηγές πληροφόρησης, να παραμείνει ως έχει και απλώς η λέξη “προσέγγιση”, να αντικατασταθεί από τις λέξεις “ελεύθερη πρόσβαση”. Η παραμονή στον νόμο, των προνοιών του εδαφίου αυτού, ενισχύει το ανεμπόδιστο του δικαιώματος της ελεύθερης πρόσβασης στις πηγές πληροφόρησης και υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα αυτής της ελευθερίας. Η αναφορά ότι οι κρατικές Υπηρεσίες μπορούν να αρνηθούν πληροφόρηση σε... τούτες και στις άλλες περιπτώσεις, να απαλειφθεί.
»Στο άρθρο 4, να φύγει παντελώς η πρόνοια που υποχρεώνει τον δημοσιογράφο να αποκαλύψει την πηγή των πληροφοριών του, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι “τούτο επιβάλλεται από υπέρτατους επιτακτικούς λόγους που αφορούν την ασφάλεια κ.λπ”. Το δικαίωμα προστασίας των πηγών του δημοσιογράφου είναι ιερό, απόλυτο και αυτό κατοχυρώθηκε και με απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σε προσφυγή Γάλλων δημοσιογράφων εναντίον της κυβέρνησης της χώρας τους. Μάλιστα, στους δημοσιογράφους επιδικάστηκε και χοντρή αποζημίωση. Δεν είναι νοητό ένας νόμος να μετατρέπει τους δημοσιογράφους σε ρουφιάνους.
»Η προστασία των πηγών είναι για τον δημοσιογράφο το ιερό ευαγγέλιό του. Ποιος θα μου εμπιστευτεί πληροφόρηση, όταν αύριο εγώ θα αναγκαστώ να αποκαλύψω ότι “αυτός ή αυτή μου έδωσε τις πληροφορίες”; Να φύγει (απαλειφθεί) παντελώς η πρόνοια του εδαφίου που δίνει και πάλι την εξουσία στο Δικαστήριο να υποχρεώσει τον δημοσιογράφο να αποκαλύψει την πηγή πληροφόρησής του, σε περίπτωση που δημοσιεύσει πληροφορία που αφορά ποινικό αδίκημα. Κύριοι, το πιο ιερό όπλο ενός δημοσιογράφου είναι το απόρρητο των πηγών πληροφόρησής του. Αν κάποιοι νομίζουν ότι ο δημοσιογράφος παρανομεί κατά οποιονδήποτε τρόπο με τα γραφόμενά του, ας διωχθεί με βάση τις πρόνοιες της γενικότερης νομοθεσίας, όχι όμως με ειδική νομοθεσία».
Ρητή αναφορά σε ιστοσελίδες
«Να διαφοροποιηθεί ο τίτλος του νομοσχεδίου, προκειμένου οι ρυθμίσεις της νομοθεσίας να αφορούν και να καλύπτουν τις ιστοσελίδες και όλα τα συναφή Μέσα», είναι μια άλλη εισήγηση στο υπόμνημα. «Κατ’ ακολουθίαν, θα πρέπει να γίνεται ρητή αναφορά σε ιστοσελίδες, όπου αυτό επιβάλλεται. Δηλαδή εκεί που γίνεται αναφορά σε εφημερίδες και έντυπα. Στο άρθρο 2 στην παράγραφο που ορίζει ποιος θεωρείται κατά τον νόμο δημοσιογράφος, διαφωνούμε κάθετα όπως θεωρηθεί ως τέτοιος και “ο λειτουργός του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών”.
»Η θέση μας αυτή δεν πηγάζει από οποιαδήποτε εγωιστική διάθεση, αλλά από τις πραγματικές καταστάσεις και μόνο. Κατ’ αρχήν ο λειτουργός του Γραφείου Πληροφοριών είναι δημόσιος υπάλληλος και δεν μπορεί να ασκεί ταυτόχρονα και το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Πέραν φυσικά του γεγονότος ότι η εργασία του εν λόγω λειτουργού δεν είναι ταυτισμένη με την αποστολή και τη δουλειά του δημοσιογράφου. Δημοσιογράφος είναι εκείνος που κατ’ επάγγελμα ασχολείται βιοποριστικώς με τη σύνταξη ειδήσεων, άρθρων, ρεπορτάζ κ.λπ».
Η ταυτότητα και η Επιτροπή Δεοντολογίας
«Διαφωνούμε με την κατοχύρωση δικαιώματος του Διευθυντή του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών “να εκδίδει δημοσιογραφική ταυτότητα στους δημοσιογράφους που επιθυμούν να κατέχουν τέτοια ταυτότητα”», καταλήγει το υπόμνημα. «Αυτή η άτυπα συνεχιζόμενη σήμερα τακτική παραπέμπει σε αποικιοκρατικά καθεστώτα. Αυτό συνέβαινε την εποχή της αγγλοκρατίας. Δεν υπάρχει κατ’ ουδένα λόγο ανάγκη συνέχισης αυτού του φαινομένου. Ταυτότητα εκδίδουν μόνο οι Ενώσεις δημοσιογράφων που υφίστανται και λειτουργούν σε ολόκληρο τον κόσμο.
»Είναι δυνατόν κάποιος να προβάλει τον ισχυρισμό «μα κύριοι, εγώ ασκώ το επάγγελμα του δημοσιογράφου, αλλά δεν θέλω να είμαι μέλος της Ένωσης Συντακτών ή άλλης οργάνωσης ή συντεχνίας δημοσιογράφων. Δεν πρέπει να έχω μια ταυτότητα;». Η απάντηση δίνεται από την πρακτική που ακολουθείται στις ευρωπαϊκές χώρες. Η εφημερίδα στην οποία εργάζεται ο υπό αναφορά δημοσιογράφος μπορεί να εκδίδει βεβαίωση ότι όντως αυτός απασχολείται σ’ αυτήν και επιδεικνύοντάς την (τη βεβαίωση) να κάνει τη δουλειά του. Μα είναι νοητό ένα Τμήμα ή Υπηρεσία της κρατικής μηχανής να εκδίδει δημοσιογραφική ταυτότητα σε κάποιο πρόσωπο, αποφασίζοντας στην ουσία ποιος είναι και ποιος δεν είναι δημοσιογράφος; Στην ουσία το κράτος υποκαθιστά, στην προκειμένη περίπτωση, την Ένωση Συντακτών, την καθαυτό συντεχνία των δημοσιογράφων.
»Διαφωνούμε έντονα όπως περιληφθεί στον νόμο και ρυθμίζεται από αυτόν η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Δημοσιογραφική Δεοντολογία είναι υπόθεση του ίδιου του δημοσιογράφου, είναι ο ιερός και άγραφος κανόνας που ο ίδιος θεσπίζει για να καθορίζει τη συμπεριφορά του κατά την άσκηση του λειτουργήματός του. Είναι έξω από κάθε λογική να ρυθμίζεται η Δεοντολογία από Νόμους. Κατ’ αρχήν, ο Κώδικας Δεοντολογίας εισήλθε στον χώρο μας ως “Κώδικας Ηθικής και Δεοντολογίας” και δεν μπορεί η αυτορρύθμιση της ηθικής και δεοντολογίας με βάση τις οποίες θα ενεργεί ο δημοσιογράφος, να καθορίζεται από νόμο. Επίσης, είναι φοβερών διαστάσεων και διαφωνούμε κάθετα, με την εισήγηση όπως κάποια μέλη της Επιτροπής διορίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση».
Ένας ρεπόρτερ σχεδόν στα 60
-Τι θα έλεγες να κλείσουμε τη συνέντευξη με μια αναφορά στο ρεπορτάζ, ένα σημαντικό δημοσιογραφικό είδος, που δυστυχώς υποχωρεί ολοένα και περισσότερο, στη σημερινή κυπριακή δημοσιογραφία;
-Συμφωνώ μαζί σου και πρέπει να παρατηρήσω ότι εσύ είσαι ένας από τους λίγους συναδέλφους που συνεχίζεις να κάνεις ρεπορτάζ και καλά κάνεις. Όποιος δεν κάνει ρεπορτάζ, δεν μπορεί να νιώσει την πραγματική αποστολή της δημοσιογραφίας, ένα μέρος της οποίας είναι η πρακτική βοήθεια σε όσους τη χρειάζονται, στην καθημερινότητά τους. Ο δημοσιογράφος, εκτός των άλλων, λύνει και προβλήματα.
Θυμάμαι ένα απλό παράδειγμα από την προσωπική μου εμπειρία ως ρεπόρτερ, όταν δούλευα σε εφημερίδα. Ήταν μια περίπτωση που οι Αρχές ανέσκαψαν ένα δρόμο στη Λευκωσία για να τοποθετήσουν διάφορα καλώδια και τον άφησαν ανοικτό για έναν ολόκληρο χρόνο, ενώ με βάση το συμβόλαιο θα έπρεπε να τελειώσουν σε 4 μήνες. Μέσα σε αυτό το διάστημα, οι καταστηματάρχες του δρόμου καταστράφηκαν οικονομικά, έχασαν τους πελάτες τους, που δεν μπορούσαν να μπουν στα καταστήματά τους λόγω των εργασιών στον δρόμο, που είχε γίνει ένας λάκκος.
Εφόσον δεν πήγαινε κανένας άλλος από την εφημερίδα να κάνει το ρεπορτάζ, πήγα εγώ, σχεδόν στα 60 μου… πήρα τη φωτογραφική μου και το σημειωματάριό μου, πήγα στην Έγκωμη, φωτογράφησα τους λάκκους, μίλησα με τους απελπισμένους καταστηματάρχες, βρήκα το συμβόλαιο που αποκάλυπτε ότι όλα έπρεπε να ήταν τελειωμένα κι όμως έφτασαν τα Χριστούγεννα και οι περίοικοι κυκλοφορούσαν μέσα στις λάσπες... Ακόνισα τη γλώσσα μου, την έκανα μυτερή κι έγραψα ανάλογα κατά του Δήμου, κατά του κράτους και του εργολάβου.
Την άλλη μέρα, κατέβηκαν όλα τα κανάλια και προέβαλαν το θέμα και τηλεοπτικά... Τελικά ο εργολάβος έφερε υπαλλήλους από άλλες δουλειές του και τέλειωσαν τη δουλειά μέσα σε ενάμιση μήνα. Αν δεν το έγραφε ο δημοσιογράφος, το πράγμα θα πήγαινε άλλον ενάμιση μήνα και θα καταστρέφονταν οικονομικά εντελώς οι καταστηματάρχες... Θέλω να πω ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να έχουν συνέχεια «εφ’ όπλου λόγχη»… Να κάνουν διερευνητική δημοσιογραφία, να μην εγκαταλείπουν τα θέματά τους, να τα εξαντλούν.
Ο Τάσσος Παπαδόπουλος αποκαλούσε τους δημοσιογράφους «δηλωσιογράφους» και είχε δίκιο σε κάποιο βαθμό, αφού κάποιοι συνάδελφοι παίρνουν τις δηλώσεις, αλλά τις μεταδίδουν απλώς, χωρίς να τις διερευνούν. Στην παρούσα κρίση αξιών, θα έπρεπε να πιέζουμε συνεχώς τον Γενικό Εισαγγελέα για να υπάρξει κάθαρση και τιμωρία των ενόχων, αλλιώς αυτός ο τόπος δεν έχει μέλλον. Πώς θα ανασκουμπωθούν και να δουλέψουν οι συμπολίτες μας, με τη σκέψη ότι θα εμφανιστούν αύριο άλλοι διεφθαρμένοι, να τα φάνε;
Δεν μπορούν αυτοί που τα έφαγαν να διάγουν βίον ανθόσπαρτον, όταν πολλοί έχασαν τα πάντα και βρίσκονται σε επίπεδα δυστυχίας και ανέχειας. Μόνο η τιμωρία, η κάθαρση και η απόδοση δικαιοσύνης θα δώσει το κουράγιο στους ανθρώπους και θα αποτελέσει εφαλτήριο για να πάει μπροστά ο τόπος. Είναι ένα από τα προ-απαιτούμενα για να ξαναβρεί τα πόδια του ο τόπος και για να ξαναγεννηθεί στους συμπολίτες μας η διάθεση για δημιουργία.




