Η συνέχεια της μαρτυρίας του Συνταγματάρχη Κασιδάκη, όπως καταγράφεται στο βιβλίο «Οι Αετοί του Πενταδακτύλου»
Οι μάχες της 25ης Ιουλίου 1974 μέσα από όσα έζησε ο Διοικητής του Πρώτου Λόχου του ηρωικού 231 Τάγματος Πεζικού, που πάλεψε σκληρά στις βουνοκορφές του Πενταδακτύλου
Μέρος Η
«Όταν κάποτε κόπασε η μάχη», συνεχίζει ο συνταγματάρχης Κασιδάκης, «κατεβήκαμε μπροστά από την αμυντική τοποθεσία και συγκεντρώσαμε όπλα. Εκεί είδαμε και τους δύο επικεφαλής των λόχων, ο ένας λοχαγός, που είχαν σκοτωθεί. Είκοσι τρεις ήταν νεκροί μπροστά από την Αετοφωλιά και καμιά δεκαπενταριά από το άλλο φυλάκιο. Τότε και αμέσως μετά την υπογραφή της ανακωχής βγήκαμε μπροστά από την τοποθεσία και συγκεντρώναμε τουρκικό οπλισμό.
Είχαν από τότε G3. Μοίρασα τα όπλα στις διμοιρίες. Ήταν 24 τα G3, 10 κάθε διμοιρία, ένα εγώ και ένα ο Ανθυπολοχαγός. Από έξι γεμιστήρες ο καθένας, γιατί μαζί με τα όπλα πήραμε και τις εξαρτύσεις. Έξι πιστόλια 45άρια, έξι βομβιδοβόλα Μ49 και τέσσερα αντιαρματικά LAW. Υπ’ όψιν δε ότι ήταν και δύο πιστόλια "Μπερέτα", που έφεραν οι αξιωματικοί, τα οποία τα έστειλα στο Τάγμα για τη Διοίκηση. Είχα γεμίσει έναν γυλιό με ξιφολόγχες, μπερέδες, θραύσματα από τους όλμους και ένα παγούρι, το οποίο για πρώτη φορά έβλεπα.
Όλοι οι Τούρκοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί είχαν μια σφυρίχτρα στην τσέπη. Οι μεν αξιωματικοί την είχαν με αλυσίδα, οι δε υπαξιωματικοί με κορδόνι. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων άκουγες συνέχεια ένα παρατεταμένο σφύριγμα. Ήταν συνθηματικά για να συνεννοούνται μεταξύ τους, για άμεση επικοινωνία. Είχαμε πάρει πάρα πολλές σφυρίχτρες. Αλλά αυτός ο γυλιός, που είχε όλα μου τα πράγματα, χάθηκε στην πορεία, όπως θα δούμε. Τον είχα δώσει στον αγγελιαφόρο μου γιατί δεν μπορούσα να τον κουβαλάω και κάπου τον έχασε…».
Έτσι, η θρυλική Αετοφωλιά κρατήθηκε ελεύθερη μέχρι την κατάπαυση του πυρός και τη λεγόμενη εκεχειρία. Γράφει σχετικά ο Συνταγματάρχης Κασιδάκης: «Ούτως ή άλλως, κατάφερε ο Τρίτος Λόχος να κρατήσει την τοποθεσία του Τάγματος ανέπαφη.
Οι Τούρκοι κάτω στην ακτή, απ’ ό,τι είχαμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε, βρίσκονταν επάνω στα βότσαλα και έχουν κινηθεί ανατολικά και έχουν καταλάβει την Κερύνεια. Δεν έχουν όμως προωθηθεί στο εσωτερικό. Και ως εκ τούτου βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση. Δεν έχουν έρεισμα, δεν έχουν πετύχει ούτε καν τακτικό αποτέλεσμα, όχι στρατηγικό. Διότι, όταν εσύ κατέχεις τον Πενταδάκτυλο, σημαίνει ότι η ακτή είναι στο έλεος το δικό σου. Δεν έχεις κανένα πρόβλημα…».
Η «Εκεχειρία»
Στη συνέχεια του άρθρου του ο Συνταγματάρχης Χαρίλαος Κασιδάκης αναφέρεται στις δραστηριότητες του Λόχου του κατά τη διάρκεια της λεγόμενης εκεχειρίας, την οποία οι Αττίλες εκμεταλλεύτηκαν για να προωθήσουν ανενόχλητοι τις θέσεις τους και να μεταφέρουν από την Τουρκία ένα ολόκληρο σώμα στρατού, εφοδιασμένο με άρματα, τεθωρακισμένα, πυροβολικό και παντός άλλου είδους πολεμικά εφόδια.
Γράφει συγκεκριμένα: «Την Πέμπτη, 25 του μηνός, πήρα διαταγή να μεταβώ στην Έδρα του 3ου Λόχου, στη διάβαση του Αγίου Παύλου. Ο 3ος Λόχος είχε υποστεί αεροπορική προσβολή και βομβαρδισμό από το ναυτικό πυροβολικό. Είχε γίνει μια κίνηση από τους Τούρκους, από δρόμο του Αγίου Ερμολάου με έναν ουλαμό αρμάτων και μηχανοκίνητο πεζικό, για ν’ ανέβουν στη Διάβαση Αγίου Παύλου. Δεν τα κατάφεραν όμως, τους κατέστρεψαν οι δικοί μας και δύο άρματα κει πέρα…».
Η αποστολή του Πρώτου και του Τρίτου Λόχου
Ακολούθως ο Χ. Κασιδάκης, σε μια παρένθεση, αναφέρεται στην αποστολή του Τρίτου Λόχου, και στη συνέχεια επανέρχεται στην αποστολή του δικού του Λόχου: «Το βράδυ λοιπόν της 25ης Ιουλίου φτάνουμε στον Σταθμό Διοικήσεως του Τάγματος, που ήταν η Διάβαση Αγίου Παύλου. Από εκεί κινούμεθα προς το χωριό Βασίλεια, δυτικά της Λαπήθου. Κινηθήκαμε όλη τη νύκτα.
Το Τάγμα αποσύρεται πλέον από την τοποθεσία για να αναλάβει αποστολή στη Διάβαση των Πανάγρων. Φτάσαμε το ξημέρωμα, περί τις 5.00. Η Βασίλεια είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό δυτικά της Κερύνειας. Αναπτύχθηκε εκεί το Τάγμα. Δεν εγκαταστάθηκε, απλώς αναπτύχθηκε. Κατά τις 9.00 έρχεται ένας αγγελιοφόρος και μου λέγει ότι με θέλει ο Διοικητής. Μου λέγει, αποχωρήσαμε από πάνω και χάσαμε επαφή με τον εχθρό. Πρέπει να δούμε τι ακριβώς έχουν πετύχει οι Τούρκοι.
Τι να πετύχουν, λέγω, αφού δεν έχουμε συγκρούσεις; Άσ' το, μου λέγει, μην συζητάς. Συγκρότησε μια περίπολο, όχι πάνω από 30 και να κινηθείς αντίστροφα από τον δρόμο που ήρθαμε, να δεις μέχρι πού έχουν φτάσει οι Τούρκοι. Θα πάρεις ένα τζιπ κι ένα φορτηγό. Φωνάζει έναν από τους οδηγούς με τα επίτακτα οχήματα, τέσσερα συνολικά, και του λέγει, ‘θα πας με τον λοχαγό’.
‘Εγώ δεν πάω’, λέγει εκείνος, ‘έχω παιδιά’. Οπότε πήρα ένα στρατιωτικό όχημα, ένα ‘Μπέτφορντ’ αγγλικής κατασκευής και ένα ‘Λαν Ρόβερ’ με 30 περίπου στρατιώτες, εθελοντές όλοι. Όταν τους ρώτησα ποιοι θα έρθουν μαζί μου, βγήκαν σχεδόν όλοι. Διάλεξα από αυτούς τους 30, πήρα κι έναν έφεδρο αξιωματικό μαζί, τον Έραστο Φιλιππίδη, ο οποίος με ακολουθούσε παντού. Τώρα είναι στη Λεμεσό, επιτυχημένος επιχειρηματίας.
Ανεβαίνοντας το ύψωμα, σε μια στιγμή αριστερά μου, άκουσα ανταλλαγή πυροβολισμών. Υπ’ όψιν ότι βρισκόμαστε σε ανακωχή. Σταματάω τη φάλαγγα, κατεβαίνω κάτω, κοιτάω, δεν φαινόταν κάτι. Σε μια στιγμή έρχονται δύο τζιπ του ΟΗΕ, Καναδοί κι ένα ασθενοφόρο. Πλησίασα. 'Ένας λόχος δικός σας -μου λένε- έχει εγκλωβιστεί από τους Τούρκους και θα προσπαθήσουμε να τον απεγκλωβίσουμε'.
Έμαθα μετά ότι ήταν ένας λόχος του 251 ΤΠ που είχε αποκοπεί στον δρόμο που κατεβαίνει από τη Διάβαση Αγίου Παύλου προς τη Λάπηθο. Φεύγουν αυτοί, άρχισα εγώ να κινούμαι προς τα πάνω… Σε μια καμπή του δρόμου, δέχθηκα πυρά από βαρέα όπλα. Παρέταξα τους στρατιώτες μου και ανέφερα στο Τάγμα τη θέση που ήταν ο εχθρός. Μου λέγει ο Διοικητής, 'μια στιγμή να επικοινωνήσουμε με το Συγκρότημα'. Επικοινωνεί και μπαίνει στο δίκτυο ο Συγκροτηματάρχης και μου είπε κάτι, το οποίο δεν θέλω να το σχολιάσω... Μού λέγει ο Διοικητής ‘συμπτύξου και έλα πίσω…’.
Κατάληψη τουρκικού άρματος
»Την επόμενη ανεβήκαμε στη Διάβαση των Πανάγρων. Εκεί έγινε και η κατάληψη του τουρκικού άρματος Μ47 μαζί με ένα ερπυστριοφόρο. Όχι από το δικό μας, αλλά από το άλλο Τάγμα, που ήταν στη Διάβαση. Στα Πάναγρα δεν είχαμε καμιά εμπλοκή, τουλάχιστον για μια βδομάδα που μείναμε εκεί. Μετά, αρχές Αυγούστου, κατεβήκαμε από τα Πάναγρα και βγήκαμε στον πεδινό χώρο του Αγίου Ερμολάου.
Εκεί πλέον το Τάγμα υπήχθη σαν εφεδρεία του 5ου Τακτικού Συγκροτήματος (5ο Τ.Σ.) Διοικητής του οποίου ήταν ο Αντισυνταγματάρχης Παναγιώτης Σταυρόπουλος. Αυτός είχε έλθει με την ΕΛΔΥΚ 2. Μετά από μια μέρα, με φωνάζει ο Διοικητής και μου λέγει: ‘Θα πάρεις τον Λόχο και θα πας στην έδρα του 5ου Τακτικού Συγκροτήματος, να μιλήσεις με τον Διοικητή εκεί, έχει μια αποστολή’. Επαναλαμβάνω, ήταν ανακωχή.
Παίρνω τον Λόχο και κατευθύνομαι προς το χωριό Αγριδάκι, παρουσιάζομαι στον Αντισυνταγματάρχη Σταυρόπουλο, ο οποίος μου λέγει: ‘Πώς λέγεσαι, ρε;’. Αναφέρομαι. ‘Πόσον καιρό έχεις στην Κύπρο;’. ‘Χρόνο, τώρα, πλέον'. Μου δείχνει σε μια κατεύθυνση και λέγει: 'Βλέπεις εκείνο το ύψωμα που καίγεται; Εκεί είναι το χωριό Αγριδάκι, όπου ήταν ένας λόχος παλιά. Είναι, βέβαια, ακόμα, αλλά δεν είναι λόχος.
Τώρα δεν ξέρουμε τι έχει μείνει και επειδή χαράσσεται η γραμμή αντιπαρατάξεως, αν καταληφθεί αυτό το Ύψωμα, η γραμμή θα φτάσει εδώ που είμαστε εμείς. Κι επειδή μπορεί να σου κάνει εντύπωση η λέξη 'καταληφθεί', όπως βλέπεις, αυτοί δεν έχουν σταματήσει τα πυρά καμπύλης τροχιάς. Δεν κινούν μονάδες αλλά κάνουν πυρά, ενώ εμείς τα έχουμε δεσμεύσει’. Δεν μου είπε, βέβαια, την κατάσταση, που επικρατούσε εκεί πάνω. Το βράδυ -μου λέγει- θα γίνει αντικατάσταση…».
Το σιτάρι σώζει τον Λόχο!
Χωρίς άλλη συζήτηση ο Κασιδάκης συγκεντρώνει τον Λόχο του, τους αξιωματικούς και τους εξήγησε πώς γίνεται αντικατάσταση, σύμφωνα με τους κανονισμούς και τη μικρή πείρα του υπολοχαγού. «Πήραμε, συνεχίζει, τον δρόμο προς τα πάνω. Φτάνοντας, βλέπω έναν λόχο αποδεκατισμένο πλήρως. Ο Λοχαγός μαζί με τον Επιλοχία ήταν σ’ ένα υποτυπώδες χαράκωμα και ζήτημα να ήταν καμιά δεκαριά στρατιώτες.
'Τι γίνεται', του λέγω. 'Αυτά που βλέπεις' μού απαντά. 'Φρίκη'. 'Φεύγεις'- του λέγω.- 'Μόνο για καμιά ώρα περίπου, να μου δώσεις 3-4 οδηγούς να κινηθούμε για ν’ αναγνωρίσουμε την περιοχή, να εγκατασταθούμε'. Μού έδωσε δυο υπαξιωματικούς και δυο στρατιώτες, και άρχισαν να λένε στους δικούς μου, πού ήταν περίπου εγκατεστημένος αμυντικά ο λόχος. Μετά από δυο ώρες περίπου, τον αποδεσμεύσαμε κι έφυγε.
Μαζεύω τώρα τους αξιωματικούς, τους λέγω: ‘Όπως βλέπετε, εδώ πέρα είναι κόλασις. Επί τέσσερεις ημέρες εκεί τους βομβάρδιζαν συνέχεια με πυρά πυροβολικού και όλμους, με αποτέλεσμα να αποδεκατίζεται ο Λόχος. Το ίδιο θα πάθουμε κι εμείς. Η τοποθεσία δεν είναι οργανωμένη. Ένας βράχος είναι κι ένα χωριό. Τι κάνουμε; Κάτι πρέπει να φτιάξουμε. Πηγαίνετε στο χωριό και ψάξτε να δούμε τι μπορούμε να βρούμε για να οργανώσουμε την τοποθεσία…’.
Μετά από κάνα μισάωρο, έρχεται ένας λοχίας τρέχοντας. Είχε ανακαλύψει μια αποθήκη σιταριού γεμάτη. Μην ξεχνάμε ότι ήμαστε στον Αύγουστο, είχε γίνει ο θερισμός. Κατάλαβα τι είχε σκεφτεί. Να γεμίσουμε τσουβάλια. Του λέγω, ‘φέρε τον Λόχο εδώ κάτω, εκτός από τα μπροστινά φυλάκια και όλη τη νύχτα θα κουβαλάμε τσουβάλια’. Κάναμε με αυτά ορύγματα των δύο ανδρών. Μόλις ξημέρωσε, λοιπόν, ήμασταν σχεδόν όλοι πίσω από τα τσουβάλια. Μας παρείχαν καλή κάλυψη, διότι το σιτάρι είναι σαν το χώμα, ίσως και καλύτερο.
Τα πυρά των όλμων
»Μόλις χάραξε, λοιπόν, άρχισαν τα πυρά με όλμους των 4,2 ιντσών. Εδώ πρέπει να πούμε ότι, όπως απεδείχθη μετά, οι Τούρκοι στους όλμους 4,2 είχαν ως χειριστές μόνιμους υπαξιωματικούς. Ως εκ τούτου, ήταν άριστοι σκοπευτές. Όταν ξημέρωσε, είδα την πραγματική εικόνα. Το μισό χωριό είχε καεί από τις βολές. Τα μισά σπίτια είχαν γκρεμιστεί. Οι ελιές τριγύρω, είχαν ξεριζωθεί! Κρανίου τόπος!
Άρχισαν τα πυρά από το πρωί μέχρι το βράδυ. Την πρώτη ημέρα, δεν είχαμε απώλειες. Την επόμενη μέρα το πρωί, ξανά τα ίδια. Δυστυχώς, είχαμε τρεις νεκρούς. Οι δυο σκοτώθηκαν μες στο χαράκωμα. Ο άλλος, που ήταν ο νέος μου αγγελιοφόρος, τραυματίζεται στο αριστερό πόδι, όπως ήταν δεξιά μου. Το θραύσμα τρύπησε το άρβυλό του και άρχισε να πετά τα αίματα έξω. Τρομοκρατήθηκε. Κοιτάω το πόδι του, δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, τον φρόντισα, σταμάτησε το αίμα, φωνάζω έναν και του λέγω, «πάρ’ τον στον χώρο συγκεντρώσεως τραυματιών».
Τον παίρνει αυτός, αλλά τον πάει σε μια πυλωτή από κάτω. Σε μια στιγμή ακούω φωνές, ‘λοχαγέ, λοχαγέ!’ Κάποιος άλλος κτυπήθηκε, λέγω. Βλέπω τον επιλοχία να έρχεται λαχανιασμένος. ‘Τι είναι’, ρωτώ. Ιδρωμένος, αλαφιασμένος, με πάει στην πυλωτή. Τι να δω; Είχε πέσει ένα βλήμα όλμου, είχε ξύσει απλώς το σπίτι και είχε πέσει στο τσιμέντο της πυλωτής, εκεί που είχε αφήσει ο άλλος τον τραυματία.
Είχε αποκεφαλίσει τον τραυματία και είχε κόψει σχεδόν όλη την σπονδυλική στήλη του άλλου, που τον μετέφερε. Και οι δύο κάτω. Μου λέγει ο ένας: ‘Νερό’. Του έδωσα αλλά πέθανε αμέσως. Τον άλλον με τη σπονδυλική στήλη τον πήραμε, ζει σήμερα αλλά έχει δυσκαμψία. Την άλλη μέρα πάλι συνεχίζονται τα πυρά.
Εδώ πρέπει να πω κάτι. Το βράδυ, ήρθε μια ομάδα Μηχανικού στην τοποθεσία, διότι υπήρχε ένας χωματόδρομος που πήγαινε από την τοποθεσία του λόχου απέναντι που ήτανε οι Τούρκοι και ναρκοθέτησε τον δρόμο. Έκανε μια μόλυνση. Έβαλε μια αντιαρματική νάρκη και πολλές κατά προσωπικού. Σοφή σκέψη, όπως απεδείχθη μετά.
Σώθηκε από θαύμα
»Την άλλη μέρα, λοιπόν, τρίτη μέρα, έρχεται ένα τζιπ από απέναντι προς την τοποθεσία του λόχου. Είχαν σταματήσει τα πυρά. Δεν βλέπαν καμιά κίνηση πάνω σε μένα, διότι εγώ είχα πει στους δικούς μου, 'δεν θα αναπνέετε', μέχρι να δούμε τι να κάνουμε. Κι όντως, την ημέρα, επειδή τους άλλαζα με τέτοιον τρόπο, ώστε τους πήγαινα πίσω για λίγο, να ηρεμήσουν, να φάνε και μετά ξανάρχονταν μπροστά.
Δεν τους βλέπανε. Αλλά αυτοί που ήμασταν μπροστά, δεν ανέπνεε κανένας. Σου λένε, λοιπόν, οι Τούρκοι, τι γίνεται εκεί πέρα, δυο μέρες τώρα… Πατάει τη νάρκη, ανατρέπεται το τζιπ. Ο οδηγός έχει πέσει στο παμπρίζ. Οπωσδήποτε σκοτώθηκε.. Δίπλα, ένας αξιωματικός και πίσω ένας υπαξιωματικός. Ο υπαξιωματικός, μόλις ανατράπηκε το τζιπ, κτύπησε σε έναν βράχο και μάλλον είχε τραυματιστεί πολύ σοβαρά. Ο αξιωματικός είχε τραυματιστεί άσχημα…
Σε μια στιγμή βγαίνω εγώ στην τοποθεσία, σηκώνομαι όρθιος. Βγαίνει από απέναντι ένας και μου φωνάζει στα Αγγλικά: 'Να 'ρθούμε να τους πάρουμε;'. Ε, ανθρωπιστικό ήταν το ζήτημα. Τι να πεις; 'Ελάτε', τους λέγω και κατεβάζουν ένα ασθενοφόρο με την όπισθεν. Φτάνει στο σημείο, παίρνει τους δυο, τον άλλον τον αφήσανε κι αρχίζει το ασθενοφόρο να κινείται πίσω προς την τοποθεσία.
Ο αγγελιοφόρος μου, ο τρίτος στη σειρά, μ’ έπιανε από το παντελόνι της φόρμας και με τράβαγε προς τα κάτω.
»-Λοχαγέ, κάτσε κάτω, μου έλεγε.
»-Σκάσε ρε, του λέγω.
»-Λοχαγέ, κάτσε κάτω!
»-Σταμάτα, ρε, του λέγω.
»-Λοχαγέ, κάτσε κάτω.!
»Με την τρίτη που μου λέγει, κάθομαι κάτω στο χαράκωμα. Με το που κάθισα, πέρασε ένα βλήμα ΠΑΟ106 πάνω απ’ το κεφάλι μου… Η μπαμπεσιά του Τούρκου! Παρόλο που τον αφήνεις να 'ρθει να πάρει τους τραυματίες του, μόλις έκανε τη δουλειά του, αυτό ήταν το «ευχαριστώ» και η ευγνωμοσύνη του. Ευτυχώς, ο στρατιώτης μου με τραβούσε κάτω, διότι φεύγει ένα βλήμα, πέφτει σε μια ελιά και την κόβει.
Την άλλη μέρα το βράδυ, με παίρνει το Συγκρότημα, μου λέγει 'αποχωρείς, αντικαθίστασαι'. Συνολικές απώλειες τέσσερεις νεκροί και ένας τραυματίας. Όπως και να το κάνεις, μπορεί να μην χαίρεσαι, αλλά ηρεμείς κατά κάποιον τρόπο. Με αντικατέστησε ένας λόχος. Έφυγα εγώ. Πήγαμε πίσω στο Τάγμα…».




