Πώς θα σας φαινόταν αν στον κινηματογράφο απονέμονταν βραβεία συναρμολόγησης και ψιμυθίωσης και στην τηλεόραση παρακολουθούσαμε ταινίες έρευνας; Αν στην οικία μας είχαμε ιματιοθήκη, τάπητα και αμαξοστάσιο στην αυλή; Αν πηγαίναμε για χειρομάλαξη στον φυσιοθεραπευτή μας; Αν το καλοκαίρι τρώγαμε τηγανητά κρεατοσφαιρίδια και μετά δροσερό υδροπέπονα δίπλα στο κύμα; Κι ακόμα, αν οι νέοι με τις δερματοστιξίες αγόραζαν αμφίψωμα από τα ταχυφαγεία της γειτονιάς; Μας προκαλούν μειδίαμα όλα αυτά;
 
Μάλλον προτιμάμε στον κινηματογράφο να απονέμονται βραβεία μοντάζ και μακιγιάζ και στην τηλεόραση να παρακολουθούμε ντοκιμαντέρ, στο σπίτι μας να έχουμε ντουλάπα, χαλί και γκαράζ στην αυλή, να πηγαίνουμε για μασάζ στον φυσιοθεραπευτή μας, να τρώμε τηγανητά κεφτεδάκια και δροσερό καρπούζι και οι νέοι με τα τατουάζ να αγοράζουν σάντουιτς από τα φαστφουντάδικα της γειτονιάς. Κάποτε όμως μας αρέσει περισσότερο όταν ένας εγκληματίας διαφεύγει της σύλληψης και αποποιείται των ευθυνών του, παρά όταν διαφεύγει τη σύλληψη και αποποιείται τις ευθύνες του.
 
Οι αρχαϊστικές τάσεις στη σύγχρονη χρήση της ελληνικής δεν είναι φαινόμενο καινούριο στην ιστορία της γλώσσας μας. Εμφανίζονται στον Τύπο, στο διαδίκτυο, σε βιβλία, ακόμα και σε λεξικά. Είναι τα απομεινάρια της πάλης μεταξύ της ομιλούμενης γλώσσας—δηλαδή, της φυσικής γλώσσας που βρίσκεται στο στόμα των ομιλητών σε μια δεδομένη εποχή και που μέσα στον χρόνο υπόκειται σε δυναμική εξέλιξη και αλλαγή μέσω λεξιλογικού δανεισμού και δομικών μεταβολών—και μιας πρότυπης γλώσσας—δηλαδή, μιας κατασκευασμένης γλωσσικής μορφής που πλησιάζει την «ένδοξη» κλασική ελληνική και δεν «αλλοιώνεται», δεν «χάνει την ελληνικότητά της» όπως η ομιλούμενη.
 
Φιγουράρουν πρώτα και καλύτερα στο οπλοστάσιο σύγχρονων συντηρητικών ιδεολογιών που πλάι στα σχέδια εθνοφυλετικής καθαρότητας διακηρύσσουν έναν νέο γλωσσικό αρχαϊσμό παρέχοντας οδηγίες προς ναυτιλλομένους για σωστή χρήση της ελληνικής και καθαρισμό της από ξενικά στοιχεία, κυρίως στο πιο επιφανειακό επίπεδο της γλώσσας, το λεξιλόγιο. Ευτυχώς τις περισσότερες φορές οι γραφικοί αυτοί τηλεοπτικοί ή διαδικτυακοί γλωσσαμύντορες αντιμετωπίζονται με το χιούμορ και την ελαφρότητα που τους αρμόζει· θα ξεχάσουμε άλλωστε το αμίμητο «γιαουρτοσκόρδιον» του τηλεοπτικού απροσάρμοστου βυζαντινολόγου;
 
Στην ουσία της ωστόσο η διαμάχη αυτή είναι μια πολύ παλιά ιστορία: αν και κορυφώθηκε τον 19ο και τον 20ό αιώνα και έληξε νομοθετικά τη δεκαετία του 1970, οι απαρχές της εντοπίζονται από τον 1ο αιώνα π.Χ. ως τον 3ο αιώνα μ.Χ. Τότε γεννιέται το κίνημα του αττικισμού. Σε μια εποχή παρακμής των πόλεων–κρατών της αρχαίας Ελλάδας—της Αθήνας μη εξαιρουμένης—και πολιτικής υπεροχής των Ρωμαίων, η ελληνική γλώσσα έχει ήδη διεθνοποιηθεί μέσω των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έχει εξελιχθεί από μια πυρηνική αττική διάλεκτο στην ελληνιστική κοινή γλώσσα με εμφανείς δομικές και λεξιλογικές αλλαγές λόγω της επαφής της με τις άλλες «βαρβαρικές» γλώσσες της Αλεξανδρινής Αυτοκρατορίας.
 
Σε αυτή τη γλώσσα εκφράζεται ο μέσος ομιλητής· είναι η ομιλούμενη προφορική μορφή της εποχής, στην οποία γράφονται τα Ευαγγέλια και συντίθεται η εκκλησιαστική υμνογραφία. Οι λόγιοι ωστόσο βλέπουν τη γλωσσική αλλαγή—κυρίως τον λεξιλογικό δανεισμό από άλλες γλώσσες—σαν γλωσσική παρακμή και φθορά, προτείνουν την επιστροφή στην αττική διάλεκτο, τη μήτρα σπουδαίων κειμένων της ελληνικής αρχαιότητας, και εκδίδουν οδηγίες χρήσης μιας ορθής, αττικίζουσας και καθαρής από ξενικά στοιχεία γλώσσας· «Σκίμπους λέγε, ἀλλὰ μὴ κράββατος· μιαρὸν γάρ.», όπως παρακινεί ο Φρύνιχος ο Αττικιστής, καθώς η λέξη «κράββατος» είναι σημιτικής προέλευσης.
 
Στη βάση της η διάσταση ομιλούμενης–πρότυπης γλώσσας, η οποία συνεχίζεται στους βυζαντινούς αιώνες με μια πλειάδα βυζαντινών συγγραφέων να γράφουν σε αττικίζουσα μορφή, παραμένει ταυτόσημη· αυτό που μεταβάλλεται με το πέρασμα των αιώνων είναι η ακριβής δομή και το λεξιλόγιο της γλωσσικής μορφής που αναγνωρίζεται ως ομιλούμενη ή ως πρότυπη: η μελλοντική πρότυπη γλώσσα (δηλαδή, η καθαρεύουσα) θα έχει στον πυρήνα της τη σημερινή ομιλούμενη (δηλαδή, την ελληνιστική κοινή), καθώς η μελλοντική ομιλούμενη γλώσσα (δηλαδή, η δημοτική) θα έχει ήδη εξελιχθεί ως μια διαφορετική μορφή.
 
Κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (16ος–18ος αι.) η διαμάχη σχηματοποιείται με μεγαλύτερη σαφήνεια ως μια εξειδικευμένη γλωσσική αντιπαράθεση που αργότερα ονομάστηκε γλωσσικό ζήτημα, ένα ερώτημα που έμελλε να ταλανίσει την ελληνόφωνη διανόηση κατά τους μετέπειτα αιώνες: ποια πρέπει να είναι η επίσημη γλώσσα, αρχικά, του Γένους—δηλαδή, σε ποια γλώσσα πρέπει να γράφουν οι λόγιοι και οι διανοούμενοι—και, αργότερα, του ελληνικού κράτους στη διοίκηση και στην εκπαίδευση.
 
Το αίτημα που θέτει ο Διαφωτισμός για πνευματική αφύπνιση ενός απαίδευτου λαού και για διαμόρφωση της έννοιας του έθνους μέσω της παιδείας βρίσκει ανταπόκριση στο έργο λογίων και ιερωμένων, οι οποίοι «πεζεύουν» διαφωτιστικά θρησκευτικά βιβλία και έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, τα «μεταγλωττίζουν» δηλαδή στην κοινή γλώσσα, αυτήν που όλοι μπορούν να κατανοήσουν, τη «χυδαία» γλώσσα, όπως ονομάζεται για πρώτη φορά τότε.
 
Ο αφορισμός της κοινής, «ακαλλιέργητης» και «αξιοθρήνητης» προφορικής γλώσσας και της γενικευμένης χρήσης στην εκπαίδευση και στην επιστήμη, που «προκαλεί μεγάλη ζημιά στην πατρίδα», δεν αργεί να έρθει από τους υποστηρικτές της αρχαΐζουσας γλώσσας, τους λεγόμενους γλωσσαμύντορες. Έτσι, τον 18ο αιώνα καταγράφεται η πρώτη αντιπαράθεση μεταξύ του στρατοπέδου της λόγιας γλώσσας (με ηγετικές μορφές τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Νικηφόρο Θεοτόκη) και του στρατοπέδου της απλούστερης γλώσσας (με τον Ιώσηπο Μοισιόδακα και τον Δημήτριο Καταρτζή).
 
Ορόσημο στην πορεία του γλωσσικού ζητήματος υπήρξε ο Αδαμάντιος Κοραής. Με πυξίδα τον ρεαλισμό και την αποτελεσματικότητα προς όφελος της αφύπνισης των υπόδουλων Ελλήνων υποστηρίζει τη «μέση οδό»: απορρίπτει τόσο την ακαλλιέργητη λαϊκή όσο και την αρχαΐζουσα μορφή και επιλέγει την κοινή απλή προφορική γλώσσα, αφού πρώτα περάσει από διαδικασίες «καθαρισμού» από ξένα στοιχεία, κυρίως λεξιλογικά, αλλά και δομικά. Έτσι η ιδιότυπη αυτή μέση οδός του Κοραή έρχεται σε αντιπαράθεση και με την καθαρεύουσα των Φαναριωτών—όπως αυτή εξελίχθηκε από μια αρχαΐζουσα μορφή—και με την απλή λαϊκή μορφή της ελληνικής.
 
Στην κορύφωση του γλωσσικού ζητήματος (τέλη 19ου αιώνα και 20ός αιώνας) η υποστήριξη της καθαρεύουσας ή της απλής προφορικής γλώσσας—της δημοτικής πια—παύει να έχει καθαρώς γλωσσική αξιολόγηση, αλλά αντικατοπτρίζει ιδεολογικές, πολιτικές και κοινωνικές στάσεις. Το σχήμα «συντηρητικοί καθαρευουσιάνοι εναντίον προοδευτικών δημοτικιστών» περιγράφει με αρκετή ακρίβεια το κλίμα πόλωσης με μανδύα τη γλωσσική αντιπαράθεση.
 
Έτσι, η εναλλαγή κυβερνήσεων σε όλο τον 20ό αιώνα συνεπάγεται εναλλαγή της γλωσσικής μορφής που επιβάλλεται στη διοίκηση και στην εκπαίδευση. Ενδεικτικά των οξυμένων παθών είναι τα «Ευαγγελικά» του 1901 και τα «Ορεστειακά» του 1903, οι αιματηρές διαδηλώσεις που ακολούθησαν αφενός τη δημοσίευση μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική και αφετέρου το ανέβασμα της Ορέστειας του Αισχύλου στη δημοτική από το Βασιλικό Θέατρο, αλλά και η μετέπειτα υιοθέτηση της δημοτικής ως αποκλειστικού κώδικα επικοινωνίας από το κομμουνιστικό κόμμα.
 
Ωστόσο, με τον Κωστή Παλαμά η δημοτική γλώσσα εκτοπίζει την καθαρεύουσα της Αθηναϊκής Σχολής και κυριαρχεί στη λογοτεχνία και ο μαχητικός δημοτικισμός—οι επονομαζόμενοι «μαλλιαροί»—με ηγετικές φυσιογνωμίες τους Γιάννη Ψυχάρη, Μανόλη Τριανταφυλλίδη και Αλέξανδρο Δελμούζο κερδίζει έδαφος στην κοινωνία. Αν και στο Σύνταγμα του 1911 με την κυβέρνηση Ελευθέριου Βενιζέλου ορίζεται ως επίσημη γλώσσα μια απλή καθαρεύουσα, κατά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917 εισάγεται για πρώτη φορά στο δημοτικό σχολείο η διδασκαλία και η χρήση μιας «συμβιβασμένης» δημοτικής με στοιχεία από την καθαρεύουσα.
 
Η μετριοπαθής αυτή στήριξη της δημοτικής χωρίς ακρότητες από τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη μαζί με τη δημιουργία διδακτικού υλικού (δηλαδή, της γνωστής μας γραμματικής Μ. Τριανταφυλλίδη) προλειαίνουν την επικράτηση της δημοτικής στη λεγόμενη περίοδο του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Διαμορφώνεται λοιπόν μια σύγκλιση των δύο αντίπαλων γλωσσικών μορφών—της δημοτικής ως βάσης και της καθαρεύουσας ως λεξιλογικού αποθέματος—που θα οδηγήσει βαθμιαία στη σημερινή μορφή της νεοελληνικής γλώσσας, η οποία θα γνωρίσει σχετικά ευρεία κοινωνική απήχηση.
 
Τελικά, μετά την επιβολή της καθαρεύουσας κατά την Επταετία των Συνταγματαρχών, το γλωσσικό ζήτημα ρυθμίζεται από τη Βουλή των Ελλήνων με τον νόμο 309 του 1976, ο οποίος προβλέπει την καθιέρωση της νεοελληνικής γλώσσας—δηλαδή, της δημοτικής όπως διαμορφώθηκε από τον ελληνικό λαό και τους συγγραφείς του έθνους σε πανελλήνιο εκφραστικό όργανο χωρίς ιδιωματισμούς και ακρότητες—ως γλώσσας διδασκαλίας, αντικειμένου διδασκαλίας και γλώσσας των διδακτικών εγχειριδίων σε όλες τις βαθμίδες της δημόσιας εκπαίδευσης. Έτσι, λήγει και τυπικά μια γλωσσική διαμάχη αιώνων που άφησε το στίγμα της στην ελληνική ιστορία και δίχασε· κι ίσως ακόμα να διχάζει, όταν ξυπνούν τα φαντάσματα της γλωσσικής καθαρότητας και των πρότυπων, «ορθών» γλωσσικών μορφών.
 
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία
 
*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook).