Μαρτυρία του Συνταγματάρχη Χαρίλαου Κασιδάκη, Διοικητή του Πρώτου Λόχου του 231 Τ.Π.
Στο άρθρο του αυτό, με αυστηρή, δωρική λιτότητα, πλέκει το εγκώμιο των ελάχιστων εθνοφρουρών, που τα έβαλαν με δυο λόχους Τούρκων αλεξιπτωτιστών και τους έφραξαν τον δρόμο, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης δεκάδες νεκρούς και πολύ περισσότερους τραυματίες. Επίσης, πλέκει το εγκώμιο στους γενναίους της 31ης Μοίρας Ορεινών Καταδρομών


Μέρος Ζ

Ο τότε υπολοχαγός-Διοικητής του Πρώτου Λόχου του 231 Τάγματος Πεζικού, Συνταγματάρχης σήμερα εν αποστρατεία, Χαρίλαος Κασιδάκης, απαθανάτισε, με άρθρο του στο ελλαδικό περιοδικό «Άγνωστοι Στρατιώτες», τις επικές μάχες της Αετοφωλιάς και του Αγριδακιού.

Στο άρθρο του αυτό ο Συνταγματάρχης Κασιδάκης, με αυστηρή, δωρική λιτότητα, πλέκει το εγκώμιο των ελάχιστων εθνοφρουρών, που τα έβαλαν με δυο λόχους Τούρκων αλεξιπτωτιστών και τους έφραξαν τον δρόμο, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης δεκάδες νεκρούς και πολύ περισσότερους τραυματίες. Επίσης, πλέκει το εγκώμιο στους γενναίους της 31ης Μοίρας Ορεινών Καταδρομών, που σε μια θυελλώδη νυκτερινή επίθεση κατέλαβαν το τουρκικό οχυρό Κοτζιάκαγια, με τα 62 μόνιμα πολυβολεία.

Το άρθρο
Γράφει συγκεκριμένα: «…Στην επιχείρηση του Κοτζιάκαγια, υποστήριξα τους καταδρομείς με όπλα καμπύλης τροχιάς, σε συνεργασία με τον Λόχο Υποστηρίξεως της Μοίρας. Κάναμε βολές όλμων στην αρχή, πριν ξεκινήσουν την επιχείρηση και μετά, αφού κινήθηκαν τις πρώτες νυκτερινές ώρες, κατέλαβαν το ύψωμα και την επομένη συμπτύχθηκαν διότι, όπως ξέρετε, οι Ειδικές Δυνάμεις δεν εκτελούν αμυντικές αποστολές. Δεν έχουν τα μέσα…».

Στη συνέχεια ο Συνταγματάρχης Κασιδάκης ιστορεί τη δράση του δικού του Λόχου από τη στιγμή της εισβολής μέχρι το τέλος του πολέμου: «Από τις 05.00 που ξεκίνησε η απόβαση, εμάς μας βάζαν συνέχεια. Ναυτικό και αεροπορία, βομβάρδιζαν συνεχώς την τοποθεσία από την Αετοφωλιά μέχρι τη διάβαση Αγίου Παύλου. Η αεροπορία προκάλεσε στην αρχή κάποιο δέος, κάποιον τρόμο.

Έπειτα από τις πρώτες εξόδους είδαμε ότι δεν είχε κανείς λόγο να ασχολείται μαζί τους, διότι ούτε ξέραν πού πολυβολούσαν, ούτε πού ρίχναν τις βόμβες. Μάλιστα, όταν εμείς κάναμε αντιαεροπορικές βολές, δεν πλησίαζαν καν να εξαπολύσουν βόμβες ή ρουκέτες. Ρίχναν στον «γάμο του Καραγκιόζη». Δεν είχαμε καμιά απολύτως απώλεια, ούτε έναν τραυματισμό, παρόλο που μας βομβάρδιζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ».

Βάλλαμε στα ελικόπτερα και τ’ αεροπλάνα
«Βάλλαμε στα ελικόπτερα και τ’ αεροπλάνα, παρόλο που δεν ήταν ελεύθερα τα πυρά, αλλά δεν μπορούσαμε να τα φτάσουμε. Ήταν εκτός βεληνεκούς. Στην αρχή, για κάποιες ώρες, τα αντιαεροπορικά πυρά ήταν δεσμευμένα. Μέχρι και τις 10.00 με 10.30 το πρωί τα αεροπλάνα δεν ήταν μέσα στο δραστικό βεληνεκές μας. Περνούσαν πάνω από το Κοτζιάκαγια. Μέχρι και τη δεύτερη μέρα, εμείς δεν έχουμε προσβληθεί από επίγειες δυνάμεις. Δεν έχουμε καμία δραστηριότητα. Απλώς κάνανε αντιαεροπορικές βολές.

»Από την πρώτη μέρα, μας είχαν έρθει ενισχύσεις. Με την έναρξη των επιχειρήσεων, ήδη είχαν φτάσει οι επίστρατοι κατά τις 09.30 με 10.00, είχε συμπληρωθεί σχεδόν η δύναμη του λόχου στην εμπόλεμη σύνθεση. Μου ήρθαν περίπου 35 επίστρατοι. Είχαμε φτάσει περίπου τους 131 άνδρες. Αυτούς, τους επιστράτους, δεν τους ενέταξα στα τμήματα του λόχου, τις Διμοιρίες. Τους άφησα μια ξεχωριστή διμοιρία. Τους έδωσα άλλες αποστολές, αποστολές επιτήρησης, ενεδρών, πλευρικών καλύψεων κλπ. Επειδή είχαν έρθει την τελευταία στιγμή, δεν μπορούσα να τους ενσωματώσω μέσα στις διμοιρίες, διότι δεν ήξερα ποιος θα αφομοιώσει ποιον.

Οι επίστρατοι τους κληρωτούς ή το ανάποδο; Οι άνθρωποι αυτοί είχαν έλθει για πρώτη φορά εκεί πάνω και δεν γνώριζαν τίποτα. Αν πάρεις επίστρατο και τον βάλεις στο φυλάκιο 42, στο οποίο μόνο για να πας ήθελες πυξίδα, καταλαβαίνετε ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα. Οπότε τους άφησα εκτός των οργανικών δυνάμεων, δημιούργησα ένα άλλο τμήμα με ανθυπολοχαγό επικεφαλής, το οποίο χρειάστηκε μετά σε διάφορες άλλες αποστολές…», συμπληρώνει.

Έλαμψε η πολεμική αρετή…
Στο σημείο αυτό του άρθρου του ο Συνταγματάρχης Κασιδάκης επανέρχεται στην καθεαυτή μάχη της Αετοφωλιάς, όπου έλαμψε η πολεμική αρετή των παλληκαριών που υπερασπίζονταν το φυλάκιο: «Αφού συμπτύχθηκαν οι καταδρομείς -από το Κοτζιάκαγια- πέρασαν πάλι από την τοποθεσία μας και βγήκαν προς τη διάβαση του Αγίου Παύλου, εκτός από έναν αξιωματικό που έμεινε πίσω, είχε εγκλωβιστεί.

Αυτός ήρθε ξημερώματα προς τις 22 Ιουλίου. Τον εντόπισαν οι ενέδρες του λόχου και με καλέσανε μπροστά. Προωθήθηκα στις ενέδρες και άκουσα μια φωνή σε μια στιγμή, τον Υπολοχαγό Παναγιώτη Καραχάλιο, να φωνάζει 'Χαρίλαε, Χαρίλαε!' Ήμασταν συμμαθητές. Κατάλαβα ποιος ήταν. Μόλις ήρθε, λιποθύμησε. Τον κρατήσαμε στην ενέδρα του Λόχου και μετά αναχώρησε για τη Μονάδα του. Ξημερώνουμε τώρα στις 22 του μηνός.

Αφού, λοιπόν, οι Τούρκοι έχουν ανακαταλάβει το Κοτζιάκαγια, είναι πλέον ελεύθεροι να ενεργήσουν εναντίον της Αετοφωλιάς. Επειδή ήταν χαρακτηριστικό και σημαντικό το ύψωμα αυτό και η περιοχή γενικά, χρησιμοποίησαν τις επίλεκτες δυνάμεις που είχαν. Την Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών, πιστεύοντας ότι θα ξεκαθαρίσουν την κατάσταση γρήγορα», προσθέτει.

Σε κεντρικό σημείο
Όπως μας αναφέρει ο ίδιος βρισκόταν σε ένα κεντρικό σημείο. «Όχι στη γραμμή επαφής, διότι έπρεπε να έχω τον έλεγχο των φυλακίων. Τις μεσημβρινές ώρες άρχισαν οι Τούρκοι να προσβάλλουν τα δύο μπροστινά φυλάκια της Αετοφωλιάς και του 42. Προσβλήθηκαν και τα δύο ταυτόχρονα από τους αλεξιπτωτιστές. Τα φυλάκια δεν είχαν πρόβλημα, κρατούσαν τις θέσεις τους. Είχα στείλει σε κάθε φυλάκιο από έναν αξιωματικό.

Τρεις αξιωματικούς είχα στον λόχο, δύο δοκίμους και έναν ανθυπολοχαγό. Από την έναρξη των συγκρούσεων είχα στείλει στα δύο μπροστινά φυλάκια από έναν δόκιμο και ο ανθυπολοχαγός ήταν μαζί μου. Δώδεκα άντρες σε κάθε φυλάκιο, τους ενίσχυσα και είχαν φτάσει τους 8-11. Η περιοχή δεν μπορούσε ή δεν δεχόταν περισσότερη δύναμη.

»Δυο τουρκικοί λόχοι: ένας ενεργούσε εναντίον του Φυλακίου 42 κι ένας στην Αετοφωλιά. Και λέγω δύο λόχοι, διότι οι λοχαγοί τους και οι δύο σκοτώθηκαν. Είχαμε επαφή με τους ασυρμάτους και μου λέγανε οι αξιωματικοί «δέχομαι πίεση-σφοδρή επίθεση», «μεγάλες δυνάμεις».

Μάλιστα μου έλεγαν «έρχονται μπουλούκια- μπουλούκια». Σωρηδόν και με πυκνές γραμμές εναντίον του φυλακίου. Δεν ξέρω βέβαια τι εκπαίδευση είχαν αυτές οι ειδικές δυνάμεις… Εγώ δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο, ούτε είχα ξαναδιαβάσει, ούτε είχα ξαναζήσει».

Ο αγγελιαφόρος...
»Έρχεται σε κάποια στιγμή κατά τις 13.00 ένας αγγελιοφόρος από το φυλάκιο της Αετοφωλιάς. Παρόλο που είχα επαφή με τον αξιωματικό της Αετοφωλιάς, σε μια στιγμή την έχασα. Έρχεται ο αγγελιοφόρος και μου λέγει:
-Κύριε Λοχαγέ, η Αετοφωλιά έπεσε.
-Τι έπεσε; του λέγω.
-Την πήραν οι Τούρκοι, λέγει.

»Δεν με έπεισε. Τον είδα τρομοκρατημένο. Προσπαθώ πάλι να έχω επαφή με την Αετοφωλιά, τίποτα. Απεδείχθη μετά ότι είχε καταστραφεί ο ασύρματός τους. Ήταν RACAL TRC10, καλοί ασύρματοι, αγγλικοί. Αναφέρω εγώ στο Τάγμα πως, απ’ ό,τι μου λένε -δεν έχω διαπιστώσει- έχει καταληφθεί η Αετοφωλιά. Ο Διοικητής μού λέγει ότι, αν καταληφθεί η Αετοφωλιά, θα ξηλωθεί όλη η τοποθεσία του Τάγματος. 'Αυτό' -μου λέγει- 'είναι δικό σου θέμα'».

Εδώ προκύπτει το εξής: Αν έχει καταληφθεί η Αετοφωλιά, πρέπει να ανακαταληφθεί. Για να ανακαταληφθεί η Αετοφωλιά πρέπει να αναληφθεί αντεπίθεση. Ο Λόχος, όμως, όπως ξέρουμε από την τακτική, δεν κάνει αντεπιθέσεις, διότι δεν έχει εφεδρείες. Έπρεπε, λοιπόν, πάση θυσία, να βρεθούν εφεδρείες.

Οι μόνες εφεδρείες που υπήρχαν ήταν η Διμοιρία Διοικήσεως, με γραφείς, αποθηκάριους, μαγείρους κλπ, συν από τους επιστράτους, που είχα ξεχωρίσει μερικούς, συν δύο καταδρομείς, έναν δεκανέα και έναν απλό στρατιώτη, τους οποίους μου είχε αφήσει η 31η Μοίρα Καταδρομών. Μάλιστα, θυμάμαι, ο δεκανέας ήταν οπλισμένος με κινεζικό τυφέκιο και ο άλλος με «Καλάσνικοφ».

Παράλληλα, η Μοίρα έστειλε εκεί μια Διμοιρία έπειτα από αίτηση του Διοικητή μου. Δεν με ενημέρωσε ο Διοικητής μου για ποιον λόγο. Η Διμοιρία αυτή θα μπορούσε να ενισχύσει, κατά κάποιον τρόπο, την τοποθεσία ή να επέμβει κάποια στιγμή που θα χρειαζόταν. Η Διμοιρία είχε εγκατασταθεί κάπου πίσω από τα φυλάκια. Επικεφαλής ήταν ο υπολοχαγός Ηλίας Γλεντζές.

Προσπάθεια ανακατάληψης
»Με αυτούς που κατάφερα να μαζέψω -καμιά εικοσαριά- ξεκινάω για την Αετοφωλιά, με τη σκέψη ότι έχει καταληφθεί και ότι πρέπει να κάνω αντεπίθεση για να την ανακαταλάβω με κάθε τρόπο. Μάλιστα, θυμάμαι, τους είπα 'εκείνοι εκεί πολεμάνε κι εμείς εδώ'…

Πλησιάζοντας προς την Αετοφωλιά -δεν είχα και μεγάλη απόσταση, κάπου 1.500 μέτρα ήμουν πιο πίσω- στα 300, 200, 150 μέτρα, ακούω ανταλλαγή πυροβολισμών. Λέγω, πώς είναι δυνατόν να έχει καταληφθεί ένα ύψωμα και να ανταλλάσσονται πυροβολισμοί; Τέλος πάντων, ακροβόλισα τους στρατιώτες και τους ενημέρωσα.

Αντεπίθεση τώρα με τα μικρά κλιμάκια κλπ είναι κάτι το οποίο, ας πούμε, μόνο στον κινηματογράφο το βλέπει κανείς… Τέλος πάντων, ούτε τους ενημέρωσα σε συνδυασμό με την εκπαίδευση που είχαμε κάνει από τον καιρό της ειρήνης, είχα και τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Έραστο Φιλιππίδη μαζί και τους είπα, 'θα επιτεθούμε για να ανατρέψουμε τον αντίπαλο'.

»Επάνω στο φυλάκιο είχαν μείνει ο δόκιμος και τρεις στρατιώτες, οι άλλοι είχαν συμπτυχθεί. Τους οποίους, βέβαια, δεν τους συνάντησα κατά τη διάρκεια της κινήσεως από τον σταθμό Διοικήσεως του Λόχου προς το φυλάκιο. Όπως, λοιπόν, κινούμαι και είμαι έτοιμος να ξεκινήσω την αντεπίθεση, φτάσαν αυτοί οι τέσσερεις προς τα πίσω. Υπό την πίεση των Τούρκων δεν μπορούσαν να κρατήσουν πλέον άλλο.

Όλοι μαζί τώρα κινηθήκαμε προς το φυλάκιο. Ήταν ήδη πάνω οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές, φόραγαν γαλάζια μπερέ. Σχεδόν μόλις έχουν αγγίξει τη γραμμή αμύνης. Καθώς κινούμασταν, μαζευόντουσαν οι στρατιώτες κοντά μου... Εγώ τους έλεγα 'ανοιχτείτε, γιατί αν είμαστε όλοι μαζί, θα σκοτωθούμε όλοι'. Επιτεθήκαμε με ορμή.

Ο καθένας φώναζε κατά την κρίση και την αντίληψή του 'αέρα' κλπ. Φτάσαμε στην Αετοφωλιά και κατρακύλησαν οι Τούρκοι από κάτω… Και όπως τρέχαν, τους βάζαμε από πάνω, κυρίως με χειροβομβίδες πλέον, γιατί δεν μπορείς να βάλλεις στον κατήφορο. Εκεί σκοτώθηκαν πολλοί από τους Τούρκους. Δεν έχουμε εμείς κανέναν νεκρό ακόμα στην Αετοφωλιά.

«Λοχαγέ, χειροβομβίδα»
»Κατά τη διάρκεια της αντεπίθεσης άκουσα μια φωνή δίπλα μου: 'Λοχαγέ, χειροβομβίδα!'. Τελείως ασυναίσθητα και μηχανικά, έπεσα πλάγια πίσω από έναν βράχο. Πέφτει μια χειροβομβίδα δίπλα και με χτύπησε στο γόνατο. Έχω ακόμη ένα θραύσμα, το οποίο με ταλαιπωρεί από τότε. Διότι όταν στο πρόχειρο χειρουργείο μού έβγαλε το θραύσμα ο γιατρός, δεν κατάλαβε το άλλο.

Οι Τούρκοι ανασυγκροτήθηκαν και ήρθαν να διενεργήσουν δεύτερη επίθεση. Εκεί πλέον είμαστε τρεις αξιωματικοί και μια δύναμη περίπου 30 ανδρών. Δεν το συζητάμε ότι υπήρχε περίπτωση να ανέβουν. Αποκρούσαμε λοιπόν και την άλλη επίθεση. Εκεί, τότε, είχαμε και τους πρώτους νεκρούς ήρωες.

Έπεσε στο πεδίο της τιμής αυτός που ήταν αριστερά μου. Ένας επίστρατος-έφεδρος Λοχίας από το χωριό Μάμμαρι, ο Φιλίππου Κυριάκος, ο οποίος κτυπήθηκε στο μέτωπο, ενώ πολεμούσε παλληκαρήσια όρθιος... Δεύτερος νεκρός ήταν ο ηρωικός δεκανέας Σπανός Ανδρέας από την Αγία Βαρβάρα.

Ο Σπανός είχε διαταχθεί να πάρει ζωτική θέση και να βάλλει κατά του εχθρού. Πολέμησε παλληκαρήσια. Ένα εχθρικό βλήμα όλμου άφησε στον τόπο το παλληκάρι. Τραυματίζεται αυτός που είναι δεξιά, ο αγγελιοφόρος μου. Μια οπλοβομβίδα από Μ79 του διέλυσε το αριστερό χέρι. Το μόνο που έκανε σε μένα, ήταν μια εκδορά στο δεξί μου χέρι.

Παρόλο που το χέρι του ήταν σχεδόν διαλυμένο (και σήμερα ακόμη έχει πρόβλημα), όπως είχαμε κατεβάσει τη σημαία για να μην αποτελεί σημάδι για τους όλμους, την παίρνει αυτός, την τύλιξε στο λαιμό του, έδεσε το χέρι του με τη σημαία κι επειδή είχε το οπλοπολυβόλο, το έβαλε πάνω στο χέρι του, το οποίο δεν είχε καθόλου κρέας και συνέχισε να βάζει.

Αυτός ήταν ο Παναγιώτης Εφές. Και μάλιστα μού είπε (εγώ δεν θυμάμαι βέβαια): 'Όταν τραυματίστηκα και το χέρι μου είχε σχεδόν σακατευτεί μού είπατε, μην τολμήσεις να φύγεις πίσω!'». Τελικά, οπωσδήποτε έμεινε εκεί, αλλά δεν πιστεύω ότι έμεινε επειδή του το είπα εγώ…». Είχαν δίκαιο οι συστρατιώτες του Εφέ, που του έπλεκαν το εγκώμιο και ομολογούσαν ότι ήταν ο πρωταγωνιστής της επικής μάχης της Αετοφωλιάς. Η περιγραφή αυτή του λοχαγού του Χαρίλαου Κασιδάκη, που ήταν δίπλα του, αποτελεί την επισημότερη και αδιαψεύστερη μαρτυρία της παλληκαριάς που επέδειξε ο στρατιώτης Παναγιώτης Εφές.

Φραγμός σε δύο λόχους Τούρκων αλεξιπτωτιστών
Ας επανέλθουμε στον Συνταγματάρχη Καδισάκη, για να παρακολουθήσουμε την τόσο εναργή περιγραφή της μάχης εκεί στην Αετοφωλιά, όπου μια δράκα εθνοφρουροί έφραξαν τον δρόμο σε δυο λόχους Τούρκων αλεξιπτωτιστών: «Αποκρούστηκε λοιπόν και η δεύτερη επίθεση των Τούρκων.

Εγώ μετά, με τον ασυρματιστή και τον Εφέ, που τον έστειλα πίσω επειδή είχε τραυματιστεί, συμπτύχθηκα περί τα 100 μέτρα. Έγινε και τρίτη επίθεση, κράτησαν όμως αυτοί. Δεν είχαν πλέον πρόβλημα να διατηρήσουν την τοποθεσία, διότι, ξέχασα να πω ότι, όταν μετακινήθηκα προς την Αετοφωλιά, έφερα και τα πολυβόλα 0,50 μαζί μου, τα οποία έταξα αριστερά και δεξιά της τοποθεσίας. Κάναν αυτοί, να πούμε, τις πλαγιοφυλακές.

Στο φυλάκιο 42 τώρα, που ήταν ο άλλος δόκιμος, οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να ανέβουν αρχικά. Σε μια στιγμή, όταν κινδύνευσαν και είπαν ίσως να μην μπορούν να τους κρατήσουν άλλο, επικοινώνησα με το Τάγμα και το Τάγμα με τη διμοιρία των Καταδρομέων. Κινήθηκαν κι αυτοί προς τα εκεί και κατάφεραν να διατηρήσουν το φυλάκιο 42. Έχουμε φτάσει ήδη 14.30 με 15.00 το μεσημέρι.

Διατηρείται η τοποθεσία του Λόχου, παρ’ όλες τις προσπάθειες των Τούρκων. Έχουμε μέχρι στιγμής δύο νεκρούς στην Αετοφωλιά κι έναν στο φυλάκιο 42, βορειοδυτικά. Ένας τραυματίας που είπα προηγουμένως ότι είχε κτυπήσει το χέρι του κι άλλος ένας που είχε κτυπήσει στο πόδι, όχι τίποτα το σοβαρό.

Αυτή είναι η κατάσταση και αυτές είναι οι απώλειες από τον λόχο και διατηρούμε την τοποθεσία ανέπαφη, παρόλο που δεχθήκαμε επίθεση από επίλεκτα τμήματα. Δεν νομίζω να υπάρχει τίποτα καλύτερο εκείνη την εποχή στον τουρκικό στρατό», κατέληξε.