Η συνέχεια της μαρτυρίας του Συνταγματάρχη Δαμιανίδη στον Χ. Χαραλαμπίδη
Οι σκληρές μάχες του 231 Τ.Π. στον Πενταδάκτυλο κατά τη βάρβαρη τουρκική εισβολή του 1974, μέσα από τα μάτια του τότε Υπολοχαγού του ηρωικού Τάγματος


Μέρος Δ

Κάνει πάλι μια στάση, ζορίζει λίγο τη σκέψη του και μετά συνεχίζει ο Συνταγματάρχης Δαμιανίδης, για να περιγράψει όσα θυμάται από τις επεισοδιακές επιθέσεις και αντεπιθέσεις που ακολούθησαν εναντίον υπέρτερων εχθρών, με νικητές τους γενναίους του 231 Τάγματος Πεζικού. Οι στιγμές που έζησαν ήταν φοβερές. «Άλλο να σας τα περιγράφω και άλλο να τα ζεις», τονίζει και συνεχίζει με έκδηλη στο πρόσωπό του τη συγκίνηση:

«Με το πρώτο φως άρχισε η επίθεση. Οι Τούρκοι, προς μεγάλη μας έκπληξη, δεν ανταπέδωσαν το πυρ. Εγκατέλειψαν τις θέσεις τους αμαχητί και τράπηκαν σε φυγή. Στις θέσεις που εγκατέλειψαν βρήκαμε δύο πολυβολητές νεκρούς, δεμένους στα αμερικανικής κατασκευής και προέλευσης πολυβόλα τους... Όπως μάθαμε αργότερα, με διαταγή της ηγεσίας τους, οι πολυβολητές δένονταν για να μην εγκαταλείπουν τις θέσεις τους.

Κατελάβαμε το Πυλέρι και οι Τούρκοι που επάνδρωναν τα γύρω από το χωριό φυλάκια, τα εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στην Αγύρτα. Ο Διοικητής του Τάγματος, που ήταν πολύ μακριά από το πεδίο της μάχης, όταν του ανέφερα δι’ ασυρμάτου ότι κατελάβαμε το Πυλέρι, δεν πίστευε. Του ανέφερα ότι θα έριχνα κόκκινη φωτοβολίδα και έπρεπε να ειδοποιήσει τα φίλια τμήματα που επιχειρούσαν πλησίον μας να σταματήσουν τα πυρά προς τις θέσεις μας. Μετρηθήκαμε και δεν έλειπε κανένας.

Η επίθεση είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Ο Διοικητής με διέταξε να παραμείνω με τους άντρες μου στο Πυλέρι και με διαβεβαίωσε ότι θα μου έστελλε ενισχύσεις για να κρατήσουμε τις θέσεις μας. Πράγματι, σε λίγο ήρθε ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ανδρέας Κωνσταντίνου και μας έφερε για ενίσχυση ένα πολυβόλο «Μπράουνιγκ» των 50 χιλιοστών με τους άνδρες του στοιχείου…», θυμάται.

Αντιμέτωποι με αλεξιπτωτιστές
Μπήκαν στο Πυλέρι, που ήταν μια φοβερή σφηκοφωλιά των Τούρκων, οι γενναίοι του Λόχου Διοικήσεως του 231 Τάγματος Πεζικού. Προτού, όμως, προλάβουν να μονιμοποιήσουν τις θέσεις τους και προτού ξεκουραστούν, ήρθε νέα διαταγή, που έλεγε να κινηθούν προς Κρηνί.

Ο Δαμιανίδης συγκέντρωσε τους άντρες του, τους ενημέρωσε για τη νέα διαταγή και τους κάλεσε να επιδείξουν το ίδιο θάρρος και την ίδια πειθαρχία και στη νέα τους αποστολή. Θυμάται σχετικά: «Ενώ οργανώναμε ακόμα τις θέσεις μας στο Πυλέρι, προτού ξεκουραστούμε, ήρθε διαταγή να κινηθούμε προς Κρηνί, για να ενισχύσουμε το αριστερό πλευρό της ΕΛΔΥΚ, που επετίθετο εναντίον της ΤΟΥΡΔΥΚ στο Κιόνελι.

Βλέπαμε από ψηλά τους γενναίους της ΕΛΔΥΚ να προελαύνουν ακάθεκτοι και πανηγυρίζαμε. Η επίθεση των ΕΔΥΚάριων ήταν θυελλώδης, με όλη τη σημασία του στρατιωτικού όρου. Τους βλέπαμε και πανηγυρίζαμε από τη χαρά μας. Μοιράσαμε τους άντρες μας με τον Μάμαλη και κινηθήκαμε σε δύο κατευθύνσεις προς το Κρηνί. Κατά την έξοδό μας από το Πυλέρι βρεθήκαμε αντιμέτωποι με Τούρκους αλεξιπτωτιστές, που έκαναν επίθεση για την ανακατάληψη του χωριού.

Πήραμε θέσεις στα τελευταία σπίτια του χωριού. Εγώ στη νοτιανατολική - κάτω πλευρά με το τμήμα μου κι ο Μάμαλης ψηλότερα, στη βορειοδυτική με το δικό του. Η μάχη άρχισε και ήταν σκληρή. Οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές επετίθεντο με καταιγιστικά πυρά.

Εμείς ανταποδίδαμε με πείσμα και αποφασιστικότητα για να τους ανατρέψουμε. Σε μια φάση, οι υπέρτεροι αλεξιπτωτιστές μάς πλησίασαν σε απόσταση 25- 50 μέτρων. Η άμυνά μας ήταν φοβερή. Οι στρατιώτες είχαν μεθύσει με το κρασί της νίκης. Ήταν απίστευτη η παλληκαριά που επέδειξαν.

Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της γενναιότητας των ανδρών μου. Κάτω από το σπίτι που ήμασταν οχυρωμένοι και πολεμούσαμε, σκοτώθηκε ένας Τούρκος αλεξιπτωτιστής. Κι ένας από τους στρατιώτες, ο λοχίας Καναρίνης Ευθύβουλος, αψηφώντας τον κίνδυνο, βγήκε από τη θέση του και πήρε το Φ.Ν. του αλεξιπτωτιστή. Οι ώρες περνούσαν κι η μάχη δεν έλεγε να τελειώσει. Οι αλεξιπτωτιστές φαίνονταν αποφασισμένοι, μη υπολογίζοντας απώλειες, να καταλάβουν το Πυλέρι, που ήταν στρατηγικό σημείο.

Πολεμούσαμε από τις τέσσερεις η ώρα το απόγευμα μέχρι τις εφτά περίπου. Άρχισαν να εξαντλούνται τα πυρομαχικά μας, οπότε έστειλα ένα στρατιώτη να κινηθεί ψηλότερα προς τον Μάμαλη, για να συνεννοηθούμε τι να κάνουμε, διότι άρχισε να έρχεται το σούρουπο και οι στρατιώτες, που ήταν ολονήστικοι και διψασμένοι, κουράστηκαν. Κατά την τετράωρη αυτή σκληρή μάχη οι απώλειές μας ήταν δύο στρατιώτες τραυματίες.

Κρατούσαμε πέντε θέσεις στρατηγικής σημασίας, αλλά οι στρατιώτες είχαν κουραστεί. Μερικοί είχαν αποκάμει και άρχισαν να υποχωρούν. Τους αντιλήφθηκα κι άρχισα να τους φωνάζω: "Πού πάτε; Γυρίστε πίσω… Θα σας φαν οι Τούρκοι… Έχει φως ακόμα και θα σας δουν…".

Ενώ έδινα οδηγίες στους στρατιώτες ένιωσα "κάψιμο" στο αριστερό πόδι. Κάθισα να δω τι μου συνέβη και είδα να βγαίνει αίμα πάνω στο γόνατό μου. Έπρεπε να πάρουμε απόφαση πώς θα αντιμετωπίζαμε την κατάσταση, μιας και δεν είχαμε καμιά επαφή με τον Διοικητή, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές του να επικοινωνήσουμε μαζί του για να τον ενημερώσουμε και να πάρουμε νέες οδηγίες.

Ένας στρατιώτης που ήταν κοντά μου, κοίταξε το πόδι μου και μου είπε: "Κύριε λοχαγέ, η σφαίρα έβγαλε τρύπα από πίσω και έφυγε". Ο ασυρματιστής, που ήταν κοντά μου και είχε έρθει μαζί μου όταν βγήκα έξω από τη θέση μας για να φωνάξω στους στρατιώτες να μην εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, διότι κινδυνεύουν θανάσιμα από τους αλεξιπτωτιστές, τραυματίστηκε κι αυτός. Κι οι δύο τραυματισμένοι γυρίσαμε στη θέση μας, μέσα στο σπίτι», συνεχίζει.

Σο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα
Στο μεταξύ άρχισε πια να σουρουπώνει και ο υπολοχαγός Δαμιανίδης έπρεπε να πάρει απόφαση πώς να ενεργήσει, μια και ο στρατιώτης που είχε στείλει στον Μάμαλη για να συνεννοηθούν δεν επέστρεψε, ούτε ο Διοικητής εδέησε να ενδιαφερθεί για να πληροφορηθεί σχετικά με την εξέλιξη των επιχειρήσεων.

Είπε στον τραυματισμένο ασυρματιστή του να κινηθεί προσεχτικά προς το ύψωμα βορειότερα, όπου υπολόγιζε ότι βρίσκονταν και οι άλλοι στρατιώτες που είχαν φύγει λίγο νωρίτερα. Ο ίδιος έδεσε το τραύμα του και μπορούσε να περπατά, αλλά με δυσκολία. Διάταξε τους άντρες που είχαν μείνει κοντά του να προωθηθούν κι αυτοί στο ύψωμα και να τον καλύψουν, όταν θα έβγαινε από το σπίτι.

Μαζί του άφησε το Φ.Ν. που είχαν πάρει από τον νεκρό αλεξιπτωτιστή, με τους γεμιστήρες του. Όμως, η μάχη δεν έλεγε να τελειώσει, αν και η ώρα ήταν 7.30 και η νύχτα άρχισε να ρίχνει το μαύρο πέπλο της. Ας τον αφήσουμε να μας ιστορήσει τι ακολούθησε: «Ήταν γύρω στις 7.30 η ώρα, όταν σηκώθηκα να ξεκινήσω για ν’ ανέβω στο ύψωμα, όπου είχαν καταφύγει πια όλοι άντρες του Τμήματός μου.

Τους φώναξα να με καλύψουν και άρχισαν αμέσως να βάλλουν εναντίον των τουρκικών θέσεων. Όπως προχωρούσα κούτσα-κούτσα έκανα στροφές και έβαλλα κι εγώ κατά των Τούρκων. Ενώ προχωρούσα πυροβολώντας, δέχθηκα σφαίρα, στο δεξί πόδι αυτήν τη φορά. Έπεσα, θέλοντας και μη, με τραυματισμένα και τα δύο πόδια, σε μια "αυλακιά" και καλύφθηκα εκεί από τα εχθρικά πυρά που ρίχνονταν ασταμάτητα εναντίον μου.

Φώναξα στους στρατιώτες μου να μην πυροβολούν. Να με περιμένουν εκεί μέχρι να νυκτώσει καλά για να μπορώ να κινηθώ. Γύρω στις 8.30, δηλαδή μια ώρα περίπου μετά τον δεύτερο τραυματισμό μου, είχε νυκτώσει πια για καλά και άρχισα έρποντας να κινούμαι ανηφορικά προς το ύψωμα, πάνω από το Πυλέρι, όπου είχαν οχυρωθεί οι στρατιώτες μου. Εκεί, ευτυχώς, βρισκόταν και ο νοσοκόμος της μονάδας, ο οποίος μου περιποιήθηκε τα τραύματα.

Δύο στρατιώτες μου ένωσαν τα χέρια τους και έκαμαν "τσαερί" (καρεκλάκι) και με μετέφεραν στον δρόμο Αγίου Ερμολάου-Συσκλήπου. Απ’ εκεί με φορτηγό διακομίστηκα στον Άγιο Ερμόλαο, όπου υπήρχε πρόχειρο στρατιωτικό νοσοκομείο. Εκεί, αφού περιποιήθηκαν και πάλι τις πληγές μου, έκριναν ότι έπρεπε να μεταφερθώ στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, για περαιτέρω νοσηλεία.

Με στρατιωτικό "τζιπ", διακομίστηκα νυκτιάτικα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου έμεινα τρεις μόνο μέρες. Λόγω πολλών τραυματιών, που μεταφέρονταν από το μέτωπο, μετακινήθηκα σε ιδιωτική κλινική για περαιτέρω θεραπεία. Τρεις μέρες μετά τη μεταφορά μου στην ιδιωτική κλινική, με επισκέφθηκε στρατιωτικός γιατρός και αφαίρεσε τη σφαίρα που είχε σφηνωθεί στο δεξί μου γόνατο…».