Κύπρος, 8ος–13ος αι. μ.Χ. Το νησί υποδέχεται ρεύματα Μαρωνιτών που εγκαταλείπουν τις εστίες τους στη Συρία και τον Λίβανο καθώς οι ισλαμικοί πληθυσμοί εξαπλώνονται στην αραβική χερσόνησο. Αργότερα, Μαρωνίτες πολεμιστές συνοδεύουν τη δυναστεία των Λουζινιανών στην Κύπρο υπηρετώντας ως συνοριοφυλακή κατά τις Σταυροφορίες.
 
Μετά την καθοριστική ήττα των σταυροφορικών δυνάμεων στην πολιορκία της πόλης Άκρα στους Αγίους Τόπους ένα τελευταίο κύμα Μαρωνιτών εγκαθίσταται στην Κύπρο. Η ευημερούσα μαρωνιτική κοινότητα δημιουργεί περίπου 60 οικισμούς σε όλη την επικράτεια του φράγκικου βασιλείου της Κύπρου, αποτελώντας την τρίτη μεγαλύτερη κοινότητα του νησιού μετά τους Έλληνες και τους Φράγκους.
 
Κύπρος 21ος αι. μ.Χ. Οι Μαρωνίτες της Κύπρου αποτελούν μια από τις πέντε γηγενείς εθνικές ομάδες της Κύπρου. Ο εξελληνισμός ή ο εξισλαμισμός τους, οι διωγμοί και οι εξορίες οδηγούν στη σταδιακή δημογραφική και πολιτισμική συρρίκνωση της κοινότητας, ήδη από τον 14ο αι. Η Αγγλοκρατία βρίσκει τους Μαρωνίτες να είναι συγκεντρωμένοι σε τέσσερα γειτονικά χωριά στη βόρεια ακτή της Κύπρου (Κορμακίτης, Καρπάσια, Ασώματος, Αγία Μαρίνα). Το Σύνταγμα του 1960 αναγνωρίζει επίσημα τους Μαρωνίτες ως μια από τις τρεις μειονοτικές θρησκευτικές ομάδες του νησιού και αργότερα η Πολιτεία τούς παρέχει το δικαίωμα πολιτικής εκπροσώπησης στη Βουλή των Αντιπροσώπων. 
 
Η προσφυγοποίηση του 1974 διασκορπίζει τους Μαρωνίτες στα αστικά κέντρα της ελεύθερης Κύπρου—κυρίως στη Λευκωσία—εκτός από περίπου 130 κατοίκους του Κορμακίτη που παρέμειναν στις πατρογονικές τους εστίες. Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 2011, 3.656–3.800 πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας (περίπου 0,5% του συνολικού πληθυσμού) δήλωσαν ότι ανήκουν στη θρησκευτική ομάδα των Μαρωνιτών ή/και στη Μαρωνιτική Εκκλησία.
 
Sanna θα πει «η γλώσσα μας»· ένας θησαυρός της κυπριακής μαρωνιτικής κοινότητας, μια ακόμα ψηφίδα στο γλωσσικό μωσαϊκό της Κύπρου, μια προφορική γλώσσα άγνωστη στους περισσότερους κατοίκους του νησιού. Η Sanna ή κυπριακή μαρωνιτική αραβική (στο εξής ΚΜΑ) ανήκει στις σημιτικές γλώσσες—μαζί με τα αραβικά, τα εβραϊκά, τα μαλτέζικα, τα αραμαϊκά—οι οποίες αποτελούν κλάδο της αφροασιατικής οικογένειας γλωσσών και μιλιούνται κυρίως στη Μέση Ανατολή, στην αραβική χερσόνησο και στη βόρεια–ανατολική Αφρική. Αποτελεί ποικιλία της αραβικής γλώσσας, συναφή με τα αραβικά της Συρίας και του Λιβάνου.
 
Θεωρείται ιστορικά διάλεκτος της αραβικής γλώσσας που απομονώθηκε νωρίς από τον κύριο γεωγραφικό κορμό της αραβικής και εξελίχθηκε σε γλώσσα· δίπλα από τα στοιχεία της αραβικής και της αραμαϊκής που κράτησε ενσωμάτωσε πλήθος νεωτεριστικών στοιχείων μέσω της γλωσσικής επαφής της με την κυπριακή ελληνική. Έτσι, διαφοροποιήθηκε αρκετά από την αραβική ως προς τα δομικά της χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πια αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των ομιλητών της ΚΜΑ και της αραβικής.
 
Για παράδειγμα, διατηρούνται κύρια αραβικά χαρακτηριστικά, όπως ο σχηματισμός λέξεων μέσω της προσθήκης φωνηέντων σε μια συμφωνική ρίζα (π.χ. στα αραβικά από τη συμφωνική ρίζα ktb που σημαίνει γράφω σχηματίζονται λέξεις όπως kitaab και kaatib που σημαίνουν βιβλίο και γραμματέας αντίστοιχα), η διάκριση αρσενικού–θηλυκού γραμματικού γένους (χωρίς ουδέτερο) και η διάκριση ενικού–δυϊκού–πληθυντικού αριθμού· ωστόσο, το φωνολογικό σύστημα πλησιάζει σε αυτό της κυπριακής ελληνικής με την απώλεια της διάκρισης βραχέων–μακρών φωνηέντων, την επέκταση των φωνηέντων από τα τρία του αραβικού συστήματος στα πέντε του ελληνικού συστήματος και την απώλεια ορισμένων λαρυγγικών συμφώνων.
 
Παρά τη γλωσσική επαφή, ο λεξιλογικός δανεισμός από την κυπριακή ελληνική και την κυπριακή τουρκική είναι σχετικά περιορισμένος· έχουν καταγραφεί λέξεις όπως paδpún και kammín προερχόμενες από τις λέξεις ποταμός και καμίνι αντίστοιχα.
 
Δυστυχώς, η ΚΜΑ είναι σήμερα μια σοβαρά απειλούμενη με εξαφάνιση γηγενής γλώσσα της Κύπρου κατά τον Άτλαντα των Υπό Εξαφάνιση Γλωσσών του Κόσμου της UNESCO και ετοιμοθάνατη γλώσσα κατά τη βάση δεδομένων του Ethnologue. Ο αριθμός των φυσικών ομιλητών υπολογίζεται σε 900–1.000, με τους περισσότερους να προέρχονται από ή να διαμένουν ακόμα στον Κορμακίτη και να είναι μεγαλύτεροι από την ηλικία των 35 ετών.
 
Η πολιτισμική και γλωσσική αφομοίωση της μαρωνιτικής κοινότητας από την κυρίαρχη περιβάλλουσα ελληνοκυπριακή κοινότητα και η έλλειψη γλωσσικής τυποποίησής της απομάκρυναν βαθμιαία τους Μαρωνίτες από τη χρήση της μητρικής τους γλώσσας. Ενσωματωμένοι ενεργά σε έναν κοινωνικό περίγυρο όπου η χρήση μιας ή και των δύο κυρίαρχων γλωσσών του νησιού ήταν και απαραίτητη και αρκετή για την καθημερινή επικοινωνία οι παλαιότεροι έπαψαν μοιραία να μεταδίδουν την ΚΜΑ στις νεότερες γενεές.
 
Αν και τάσεις εγκατάλειψής της μαρτυρούνται ήδη πριν τη δεκαετία του 1970 η προσφυγιά του 1974 διέσπασε τη ζωτικότερη νησίδα της μαρωνιτικής λαλιάς στον βορρά—και κυρίως τον Κορμακίτη. Οι ιστορικοκοινωνικές συγκυρίες σε συνδυασμό με τον προφορικό χαρακτήρα της ΚΜΑ, την έλλειψη γραπτής παράδοσης και την απουσία οργανωμένης γλωσσικής πολιτικής για τη διάδοσή της εντός της κοινότητας επιδείνωσαν την επισφαλή κατάσταση της ΚΜΑ.
 
Στο πλαίσιο ενθάρρυνσης της πολυγλωσσίας και προστασίας των μειονοτικών γλωσσών στον ευρωπαϊκό χώρο, τα κράτη–μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης υπέγραψαν το 1992 τον Ευρωπαϊκό Χάρτη για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες. Η Κυπριακή Δημοκρατία επικύρωσε τον Χάρτη το 2002 και τον Νοέμβριο του 2008 αναγνώρισε την ΚΜΑ ως μειονοτική γλώσσα που μιλιέται στην επικράτειά της υπάγοντάς την επίσημα στις διατάξεις του Χάρτη.
 
Ως αποτέλεσμα των προνοιών του Χάρτη, η Πολιτεία χρηματοδοτεί από το 2009 το Sanna Project, μέρος του οποίου είναι το ερευνητικό πρόγραμμα που αποσκοπεί στην αναβίωση και προστασία της ΚΜΑ κυρίως μέσω της προώθησης γλωσσικών πολιτικών και στην αποσόβηση του κινδύνου ολοκληρωτικής εξαφάνισης της ΚΜΑ. Χωρίς συντονισμένο γλωσσικό σχεδιασμό το δυσοίωνο αυτό σενάριο εκτιμάται ότι θα συντελεστεί γύρω στο 2074, καθώς οι φυσικοί ομιλητές της ΚΜΑ θα έχουν εκλείψει πλήρως.
 
Γλωσσολόγοι και εκπαιδευτικοί συνεργάζονται από το 2013 με φυσικούς ομιλητές της ΚΜΑ υπό την επιστημονική καθοδήγηση της αναπληρώτριας καθηγήτριας Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου δρος Μαριλένας Καρυολαίμου, για να υλοποιήσουν τις δράσεις του Sanna Project σε διαδοχικές τρίμηνες–πεντάμηνες ερευνητικές φάσεις.
 
Η υιοθέτηση του συστήματος γραφής που εισηγήθηκε ο ειδικός σε θέματα σημιτικών γλωσσών δρ Alexander Borg το 2007, βασισμένου στο λατινικό αλφάβητο με προσθήκες γραμμάτων από το ελληνικό και το τουρκικό αλφάβητο για την απόδοση ιδιαίτερων φθόγγων της ΚΜΑ, υπήρξε καθοριστική για τη σταθεροποίηση μιας παραδοσιακά προφορικής γλώσσας χωρίς γραπτά μνημεία μέσω της δημιουργίας γραπτής μορφής.
 
Κεντρική δράση του Sanna Project είναι η συγκρότηση αρχείου προφορικής γλωσσικής παράδοσης, το πρωτογενές υλικό του οποίου αποτελείται στην τρέχουσα, τέταρτη ερευνητική φάση από πολύωρες μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις 58 φυσικών ομιλητών της ΚΜΑ—κυρίως κατοίκων του Κορμακίτη—στις οποίες αφηγούνται ήθη, έθιμα και προσωπικά βιώματα από τη ζωή στην κοινότητα. Μελλοντικός στόχος είναι η ελεύθερη διάθεση του ψηφιοποιημένου ηχητικού αρχείου στο ευρύ κοινό με τη συνοδεία απομαγνητοφώνησης στην ΚΜΑ και μετάφρασης στη νέα ελληνική.
 
Το σώμα κειμένων αυτό είναι κομβικής σημασίας για τα περαιτέρω βήματα γλωσσικής τυποποίησης της ΚΜΑ. Με την αξιοποίησή του έχει ήδη δημιουργηθεί ειδικό διδακτικό υλικό, το οποίο από το 2014 εφαρμόζεται πιλοτικά στη διδασκαλία της ΚΜΑ σε ενήλικες φυσικούς ή μη ομιλητές της ΚΜΑ στα επιμορφωτικά μαθήματα του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπως και ηλεκτρονικό λεξικό. Στις δράσεις της τέταρτης φάσης του προγράμματος συμπεριλαμβάνονται η σύνταξη εγχειριδίου ορθογραφικών συμβάσεων και η σχετική επιμόρφωση των φυσικών ομιλητών, κάτι που θα ενισχύσει την παραγωγή γραπτών κειμένων στην ΚΜΑ, αλλά και η επέκταση της γραμματικής περιγραφής της ΚΜΑ στα επίπεδα της μορφολογίας και της σύνταξης. 
 
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι πολιτιστικές δράσεις του οργανισμού Xki Fi Sanna (Μίλα τη γλώσσα μας) και του κοινοτικού ομίλου L-Payt tel Sanna (Το σπίτι της γλώσσας μας): γλωσσικά εργαστήρια για παιδιά προσχολικής ηλικίας, ετήσιες θερινές κατασκηνώσεις με αντικείμενο τη διδασκαλία της ΚΜΑ σε παιδιά και εφήβους και προσφορά προαιρετικών απογευματινών μαθημάτων της ΚΜΑ στους μαθητές του δημοτικού σχολείου «Άγιος Μάρωνας» στη Λευκωσία.
 
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία
 
*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook).