ΜΙΑ ΚΛΕΙΣΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΝΟΥ ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Ένα σκληρό και δύσκολο ρεπορτάζ στην καρδιά του πολυεθνικού μωσαϊκού της οδού Τρικούπη


Β΄ ΜΕΡΟΣ

Σε αυτό το δεύτερο μέρος του ρεπορτάζ στην καρδιά της παλιάς Λευκωσίας, συναντούμε «σταθμευμένο» με το… κινητό του φαστφουντάδικο, στον «δρόμο των Αράβων», όπως οι αραβόφωνοι καταστηματάρχες και κάτοικοι αποκαλούν μεταξύ τους την οδό Τρικούπη, τον 35χρονο Σύρο Ιμπραχίμ Αλσούς από τη Λατάκεια. Στο ειδικά διαμορφωμένο όχημά του, ψήνει και πουλά τα βράδια στους περαστικούς, που στην πλειοψηφία τους είναι Άραβες (Σύροι, Αιγύπτιοι, Παλαιστίνιοι, Λιβανέζοι και άλλοι), αλλά και μουσουλμάνοι ασιατικών χωρών όπως και Ευρωπαίοι υπήκοοι, κυρίως Βούλγαροι και Ρουμάνοι, το αραβικό φαγητό που διαφημίζει ως falafel in pitta και επίσης hamburger και hot dog.

«Εδώ που με ξέρουν οι Σύροι»

Ο Ιμπραχίμ Αλσούς ζει στην Κύπρο εδώ και 15 χρόνια (τώρα μένει στο Καϊμακλί), μιλά πολύ καλά τα Ελληνικά και ελπίζει ότι σύντομα θα αποκτήσει και την κυπριακή ιθαγένεια. Παντρεύτηκε δύο φορές, απέκτησε τρία παιδιά 12, 9 και 4 χρονών και περιμένει παιδί από τη δεύτερη σύζυγό του, που όπως μας είπε, «είναι Σύρια Κυπραία, γεννημένη στη Συρία και μεγαλωμένη στην Κύπρο, από γονείς που πήραν την κυπριακή υπηκοότητα».

Μας φώναξε κοντά του, για να μας πει, εμφανώς αναστατωμένος, ότι «προχθές τού ήρθε ένα πρόστιμο 50 ευρώ, γιατί έστησε παράνομα το “εστιατόριό” του στον δρόμο». Πρόσθεσε τα εξής:

«Κάνω αυτήν τη δουλειά τον τελευταίο μήνα και στήνω το μαγαζί μου εδώ που με ξέρουν οι Σύροι. Πάω τις νύχτες και έξω από nightclub, που τώρα τον Ιούλιο είναι κλειστά, ή σε πανηγύρια. Για να ενοικιάσω κανονικό μαγαζί, χρειάζομαι 3-4 χιλιάδες ευρώ και πού να τα βρω; Προς το παρόν, πήρα προσωρινή άδεια από το δημαρχείο να δουλεύω εδώ και μετά να δω τι θα κάνω. Τους είπα, έχω οικογένεια, έχω να μεγαλώσω τα μωρά μου. Η γυναίκα μου θα γεννήσει σε ένα μήνα περίπου. Ποιον ενοχλώ; Βγάζω ένα μεροκάματο… τι να κάνω, να βγω να κλέψω;

»Πριν από αυτό ήμουν κτίστης, αλλά τώρα δεν έχει δουλειές. Βγήκα από τη φυλακή πριν από ένα χρόνο, αφού καταδικάστηκα σε 3 χρόνια, μετά που παραδέχτηκα κάτι κλεψιές που δεν έκανα εγώ. Μεγάλη ιστορία, θέλω ώρα να σας την πω… Πάντως αν μπορούσα, θα επέστρεφα στη χώρα μου ακόμα και σήμερα, αλλά ποιος μπορεί να επιστρέψει μέσα σε αυτό το χάος; Στη χώρα μου δεν μπορώ να πάω για να δω τον πατέρα και τη μάνα μου, εδώ στην Κύπρο με δυσκολεύουν… είναι πολλά τα προβλήματά μου…».

Το στέκι στο περίκλειστο οικόπεδο

«Είμαστε ομογενείς Ελληνοπόντιοι και συναντιόμαστε εδώ με φίλους, γιατί δεν έχουμε λεφτά να πάμε σε καφενεία», μας είπε ο 46χρονος Βατίμ Πεχλιβάνοφ, καθισμένος αργά το απόγευμα, δίπλα σε ένα μικρό σωρό από σκουπίδια, σε ένα στενό, περίκλειστο οικόπεδο στην Τρικούπη, οριοθετημένο από παλιά, ακατοίκητα, ετοιμόρροπα σπίτια.

Καπνίζει στριφογυριστά τσιγάρα και πίνει μπίρες από μεγάλα τενεκεδάκια, παρέα με τον 31χρονο ανεψιό του Σπυρίδωνα Κιουρτζίδη, που προτιμά energy drinks και που συμπλήρωσε ότι έκαναν τον χώρο αυτό στέκι τους και περνούν αρκετές ώρες κάθε μέρα, αφού είναι άνεργοι.

«Μένω στην περιοχή Λυκαβηττού με τους γονείς μου, αφού δεν βρίσκω δουλειά για να είμαι οικονομικά ανεξάρτητος», μας είπε ο νεαρότερος από τους δύο.

«Πληρώνουν 350 ευρώ ενοίκιο και δουλεύει μόνο ο πατέρας μου, που έχει και διαβήτη… περνάμε χωρίς τίποτα…».

«Οι Πόντιοι, διωγμένοι είμαστε πάντα»

Ο Βατίμ Πεχλιβάνοφ απευθύνεται σ' εμάς, αλλά μοιάζει να μονολογεί, καθώς αφηγείται επεισόδια στον δρόμο, όπου «κάποιοι πειράζουν κοπέλες περαστικές και τους είπαμε να σταματήσουν.... Τον ένα τον έχω δείρει εγώ. Παραλίγο να δείρω κι έναν Πολωνέζο. Μαζί μας ήταν μια Πολωνέζα και ένας Ελληνοπόντιος την κτύπησε. Ήμαστε πέντε άντρες και μια αδύναμη κοπέλα περίμενε υποστήριξη από έναν άντρα! Του είπα “θα σε δείρω”, ζήτησε συγγνώμη και εκεί τελείωσε η ιστορία».

Ο Βατίμ μάς είπε ότι το 1994 έφυγε από τη Γεωργία, έμεινε 4 χρόνια στην Ελλάδα και στη συνέχεια, ήρθε στην Κύπρο. Στην Κύπρο ήρθε πρώτα η γυναίκα του, από το 1998. «Η οικογένειά μου είναι εδώ για 18 χρόνια, τα παιδιά μου τελείωσαν το σχολείο στην Κύπρο, η κόρη μου γεννήθηκε εδώ και φέτος αποφοίτησε... Εγώ παράνομα ήρθα στη χώρα, με βάλαν δύο μήνες φυλακή… μετά που βγήκα, μου έδωσαν άδεια παραμονής, αλλά όχι εργασίας… σαν να μου λεν, “να πας να κλέψεις”, έτσι καταλαβαίνω...

»Παλεύω για να μπορώ να εργάζομαι νόμιμα, να προσφέρω στην οικογένειά μου... Στους μαύρους δίνουν τα απαραίτητα χαρτιά και από πάνω τούς δίνουν και λεφτά. Εγώ δεν ζητώ λεφτά, μόνο να μπορώ να δουλέψω. Να προσφέρω στην οικογένειά μου… σαν αρχηγός της οικογένειας. Πληρώνω 380 ευρώ ενοίκιο, αλλά δεν μπορώ να πάρω ένα χαρτί, να ζήσω νόμιμα. Οι Πόντιοι, διωγμένοι είμαστε πάντα.

»Μας έδιωξαν από τον Πόντο και την Κωνσταντινούπολη, πήγαμε Γεωργία, από εκεί μας έστειλε ο Στάλιν σαν προδότες, στη Σιβηρία, στο Καζακστάν και παραπέρα... Εμείς είμαστε απόγονοι όλων αυτών που πέρασαν αυτά τα μαρτύρια και τώρα περνάμε άλλο μαρτύριο ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου. Χειρότερα περνάμε και αυτό είναι το παράπονό μου... Ο Στέλιος Καζαντζίδης έλεγε πάντα, “στα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος”. Αυτή είναι η πραγματικότητα».

«Δεν πιστεύω ότι είσαι δημοσιογράφος»

Στη διάρκεια της συνομιλίας μας μπήκαν διαδοχικά στο οικόπεδο άλλοι δύο νεαροί ομογενείς, οδηγώντας εντυπωσιακά αυτοκίνητα με δυνατές μηχανές. Ο ένας ήταν απροκάλυπτα εχθρικός απέναντί μας και μας αντιμετώπισε αρχικά ως παρείσακτους, που προσέγγισαν τους φίλους του με ύποπτες προθέσεις. Μου είπε ότι δεν πιστεύει ότι είμαι δημοσιογράφος και μου ζήτησε την επαγγελματική μου ταυτότητα. Του την έδωσα και την εξέτασε με… αστυνομική ενδελέχεια, προσέχοντας ιδιαίτερα αν το πρόσωπό μου είναι αυτό που απεικονίζεται στη φωτογραφία της ταυτότητας.

Όταν πείσθηκε ότι δεν είμαι… ψεύτικος ρεπόρτερ, μου είπε: «Ξέρεις κάθε μέρα πόσοι έρχονται εδώ; Και όλοι έχουν πρόβλημα... Έχει πρόβλημα, ακόμα και αυτός που δεν ξέρει πού να βάλει τα πολλά λεφτά του... Εγώ έχω δύο μωρά και δεν δουλεύω… δουλεύει μόνο η γυναίκα μου και πιάνει 600 ευρώ. Μπορείς να ζήσεις με 600 ευρώ;».

«Κλειδωμένοι μέσα στο μυαλό τους»

«Αυτή εδώ είναι μια κλειστή κοινωνία, που δεν έχει ανοιχτή πόρτα προς την κυπριακή κοινωνία και την Κύπρο», σχολίασε ο συνοδός μου στο ρεπορτάζ, ο 36χρονος Αιγύπτιος διδακτορικός φοιτητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Μοσταφά Ρεφάι, άριστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας.

«Θεωρούν ότι ο άγνωστος που έρχεται στην περιοχή και κάνει ερωτήσεις, έρχεται για να τους δημιουργήσει πρόβλημα, ή για να κάνει κάτι, που θα τους προκαλέσει πρόβλημα. Είναι πολύ “φορτωμένοι” και φοβούνται…Υπάρχει στην περιοχή μια αγριότητα μεταξύ τους και μια αγριότητα προς την κοινωνία… δεν εμπιστεύεται ο ένας τον άλλο, δεν μιλούν και δεν ανοίγονται σε κανέναν, εκτός και αν τον ξέρουν καλά.

»Δεν θεωρούν αυτό που κάνεις, καλό - το βλέπουν από την αρχή, σαν κάτι κακό. Δεν είναι όπως παλιά, όταν σε μια φιλική ατμόσφαιρα καλούσες κάποιον να φωτογραφηθεί μαζί σου και να μιλήσετε. Τώρα θα υποψιαστεί ότι σε έχει στείλει κάποιος, για να ρωτήσεις κάτι, που μπορεί μετά να του δημιουργήσει πρόβλημα. Παίζει ρόλο και η πολιτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Κάποιοι μπορεί να υποψιαστούν ότι σε έχει στείλει το καθεστώς στη χώρα τους. Δες τώρα τι μπορεί να σκεφτούν κάποιοι, για την επίσκεψή μας.

»Θα αναρωτηθούν, γιατί το κάνει ο Μοσταφά; Γιατί έρχεται εδώ, με τον Κυπραίο; Πιθανόν ο Κυπραίος να είναι αστυνομικός και να θέλει να βρει στοιχεία που θα τους ενοχοποιήσουν για κάτι… Μπορεί να με φοβηθούν, λοιπόν, γιατί δεν έχουν εμπιστοσύνη σε κανέναν - ούτε στο καθεστώς της πατρίδας τους, ούτε στην πρεσβεία τους στη Λευκωσία, ούτε στην κυπριακή κοινωνία, ούτε στη δική τους κοινότητα. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει καμιά επαφή, είναι κλειδωμένοι μέσα στο μυαλό τους, όπου κάτι φαντάζονται και το πιστεύουν ως πραγματικότητα».

Νιώθοντας εξόριστοι, παντού

«Δεν ξέρω για τους Πόντιους ή για τις άλλες κοινότητες, αλλά οι Άραβες εδώ, δεν ξέρουν καν τον δήμαρχο», συνέχισε ο Μοσταφά Ρεφάι. «Ο ένας φοβάται τον άλλο - περισσότερο αν είναι από άλλη κοινότητα και λιγότερο από τη δική του κοινότητα. Αλλά πάντα, επικρατεί ο φόβος. Για μένα έχει ενδιαφέρον η κρυμμένη κατάσταση, που δεν ξέρει κανείς, πέρα από την εικόνα των Αράβων και των Ποντίων και όλων των άλλων, που μένουν σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, με σκουπίδια.

»Το έχουμε συζητήσει και μεταξύ μας και με άλλους, αλλά δεν το καταλαβαίνει κανείς, καθώς περνά ο χρόνος. Οι άνθρωποι αυτοί έρχονται στην Κύπρο, φεύγοντας μακριά από τα προβλήματα που είχαν στη χώρα τους, αλλά δυστυχώς τα φέρνουν μαζί τους και τα κρατάνε μέσα τους, όπου μεγαλώνουν, μαζί με τη μοναξιά τους. Είναι φορτωμένοι με προβλήματα, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι έχουν προβλήματα - παραπονιούνται, αλλά δεν ξέρουν γιατί.

»Έχουν προβλήματα με την οικογένεια, με τη χώρα, με την κουλτούρα τους και έχουν και προβλήματα εδώ στην Κύπρο. Και δεν μπορούν να επιστρέψουν πίσω, αλλά ούτε να ενταχθούν στην κυπριακή κοινωνία. Ούτε παίρνουν, ούτε δίνουν. Αποτέλεσμα είναι ότι νιώθουν εξόριστοι, παντού. Νομίζουν ότι η χώρα τους δεν τους θέλει πια, ούτε η Κύπρος δεν τους θέλει πια. Πού να πάνε; Είναι στη μέση, στα σύνορα, ας το πούμε έτσι - δεν ανήκουν εδώ, δεν ανήκουν εκεί και δεν ξέρουν τι να κάνουν.

»Όταν τους λες, ελάτε να μάθετε Ελληνικά για να μιλήσετε με τον κόσμο της Κύπρου, λένε, ας πάνε όλοι στο διάολο, αφού δεν μας αγαπούν, δεν μας θέλουν… λένε ότι θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους, αλλά ξέρουν ότι δεν μπορούν… Άμα τους προτείνεις μια λύση, προφασίζονται ότι υπάρχουν προβλήματα και εκεί και εδώ, με αποτέλεσμα να απορρίπτουν τις λύσεις και να θεωρούν ότι δεν αξίζουν τον κόπο. Βλέπουν ότι δεν έχουν ευκαιρίες, δεν έχουν δουλειά.

» Και λένε, “γιατί να μάθουμε ελληνικά; Δουλειά θέλουμε, για να βγάζουμε λεφτά”. Τα προβλήματα είναι πολλά και περίπλοκα - ψυχολογικά, κοινωνικά, πολιτικά, θρησκευτικά. Όλα μαζί, συνθέτουν μια φοβερή κατάσταση και δυστυχώς δεν αφήνουν αυτούς τους ανθρώπους να νιώσουν και να περάσουν καλά. Έχουν χάσει την αξία της ζωής και ενώ περνούν τα χρόνια, δεν κάνουν τίποτε και δεν ξέρουν πού θα καταλήξουν και τι θα κάνουν».

Νομοσχέδιο για εκμάθηση Ελληνικών

Ο Μοσταφά Ρεφάι μού αποκάλυψε ότι με τη σύζυγό του Μάχα Σάλεμ (σ.σ. επίσης διδακτορική φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου), ετοιμάζουν γραπτή πρόταση προς τη Βουλή, «για να ετοιμασθεί νομοσχέδιο, που να προνοεί υποχρεωτική εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, με μαθήματα έξι μηνών, για όλους τους αλλοδαπούς που έχουν άδεια παραμονής τουλάχιστον ενός χρόνου, ώστε να είναι σε θέση να ενταχθούν στην κοινωνία».

Πρόσθεσε τα εξής: «Θα προνοείται να μη γίνεται ανανέωση της άδειας παραμονής, αν το άτομο δεν έχει δίπλωμα εκμάθησης των Ελληνικών. Η δεύτερη πτυχή του προτεινόμενου νομοσχεδίου θα αφορά τους έχοντες άδεια παραμονής πάνω από 5 χρόνια, οι οποίοι θα είναι υποχρεωμένοι να ενταχθούν στην κοινότητα όπου ζουν, χωριό ή πόλη, βοηθώντας ως ενεργοί πολίτες, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο και το Δημαρχείο».