Η αρχική μου ιδέα να ξεκινήσω συμβατικά με έναν ορισμό του τι είναι η δυσλεξία υποχώρησε γρήγορα μπροστά στην εναλλακτική μιας εμπρηστικής τριπλής δήλωσης για το τι δεν είναι η δυσλεξία: παρά τις αντιλήψεις πολλών ομιλητών, η δυσλεξία δεν είναι ο συνήθης ύποπτος πίσω από κάθε είδους γλωσσική διαταραχή, η δυσλεξία δεν είναι μια κατά βάση γλωσσική διαταραχή και, τέλος, η δυσλεξία δεν είναι ομοιογενής ως προς την αιτιολογία και τις διαβαθμίσεις της. Η συστηματική πειραματική μελέτη δυσλεκτικών πληθυσμών σε διάφορες γλώσσες κατά τις τελευταίες πέντε δεκαετίες έχει συμβάλει στη διαμόρφωση μιας αρκετά ολοκληρωμένης εικόνας για το τι είναι και το τι δεν είναι η δυσλεξία, ποιες είναι οι αιτιολογίες της και πώς μπορεί να διαγνωστεί.
Συνοπτικά ορίζουμε τη δυσλεξία ως μια ειδική μαθησιακή δυσκολία, η οποία εντοπίζεται στις δεξιότητες του εγγραμματισμού, δηλαδή στην ανάγνωση και στη γραφή. Με τον όρο αυτόν υπονοούμε συνήθως τον συχνότερο τύπο δυσλεξίας—τη λεγόμενη εξελικτική δυσλεξία—η οποία επηρεάζει τα παιδιά κατά τη διάρκεια της απόκτησης των δεξιοτήτων του εγγραμματισμού στο σχολείο και φαίνεται να έχει γενετική προδιάθεση. Δυσλεκτικά συμπτώματα ωστόσο μπορεί να προκληθούν και μετά από εγκεφαλική βλάβη κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής, αφού δηλαδή έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία μάθησης της ανάγνωσης και της γραφής—αυτό που ονομάζουμε επίκτητη δυσλεξία ή αλεξία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα καθαρής αλεξίας, το οποίο καταγράφηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, αποτελεί η περίπτωση ενός μορφωμένου αγγλόφωνου με γνώσεις γαλλικών και γνώσεις κλασικών γλωσσών (αρχαίων ελληνικών και λατινικών)· μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο στην ηλικία των 34 ετών παρά το ότι δεν παρουσίασε κανένα γλωσσικό έλλειμμα στον προφορικό λόγο, κατέστη ανίκανος να διαβάζει αγγλικά, ενώ οι αναγνωστικές του ικανότητες στις υπόλοιπες τρεις γλώσσες είχαν επίσης διαταραχτεί.
Παρακάτω, το ενδιαφέρον μας θα επικεντρωθεί στην εξελικτική δυσλεξία. Από τα διεθνή δεδομένα υπολογίζεται ότι 3–10% των παιδιών στις εγγράμματες γλωσσικές κοινότητες κατηγοριοποιούνται ως δυσλεκτικά άτομα με γενικώς αποδεκτή την αριθμητική υπερίσχυση των αγοριών έναντι των κοριτσιών· αν και δεν υπάρχουν ακριβή δεδομένα για την Κύπρο, μια πρόσφατη μελέτη πληθυσμού έδειξε ότι το ποσοστό δυσλεκτικών παιδιών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα ανερχόταν στο 1% το 2007.
Η πιθανότητα εμφάνισης δυσλεξίας σε πρώτου βαθμού συγγενείς δυσλεκτικών ανέρχεται στο 40%, στοιχείο που υποδεικνύει τον σημαντικό ρόλο της κληρονομικότητας. Αξιόλογες γενετικές μελέτες έχουν καταδείξει τη σύνδεση μιας ομάδας χρωμοσωμάτων με τον φαινότυπο της δυσλεξίας: οι λεγόμενες «γενετικές περιοχές ευπάθειας» στα χρωμοσώματα 6, 11 και 15 επιδρούν προκαλώντας δυσλειτουργία στους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που είναι υπεύθυνοι για τη λειτουργία της ανάγνωσης. Γνωρίζουμε λοιπόν ένα κομμάτι του νευροβιολογικού προφίλ της δυσλεξίας.
Ωστόσο, οι δυσκολίες στην ανάγνωση και στη γραφή εκδηλώνονται μόλις κατά την πρώτη επαφή του παιδιού με τη μαθησιακή διαδικασία και το ακολουθούν στην ενήλικη ζωή του. Η διάγνωση δυσλεκτικής συμπεριφοράς βασίζεται στη δυσαναλογία μεταξύ χαμηλής αναγνωστικής–ορθογραφικής ικανότητας και φυσιολογικής για την ηλικία νοητικής ικανότητας. Αυτό πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, καθώς καταρρίπτει τον μύθο ότι η δυσλεξία συνδέεται με χαμηλό δείκτη γενικής νοημοσύνης.
Τα δυσλεκτικά παιδιά, παρότι έχουν φυσιολογικό και αντίστοιχο της ηλικίας τους δείκτη γενικής νοημοσύνης, τυπική σχολική εμπειρία, κανονική επεξεργασία των ακουστικών πληροφοριών και μεγαλώνουν σε ένα μέσο κοινωνικο-πολιτισμικό περιβάλλον, εμφανίζουν μια σειρά ελλειμμάτων που διαταράσσουν την ομαλή αναγνωστική διαδικασία.
Σε τι συνίσταται όμως η χαμηλή αναγνωστική–ορθογραφική ικανότητα; Οι ειδικοί συγκλίνουν στην άποψη ότι η ανάγνωση είναι μια σύνθετη λειτουργία αποκωδικοποίησης του νοήματος από τον γραπτό λόγο, βασική προϋπόθεση της οποίας είναι η ακριβής και γρήγορη αναγνώριση των γραπτών λέξεων, η οποία με τη σειρά της απαιτεί δύο θεμελιώδεις μηχανισμούς: φωνολογική επίγνωση και ορθογραφική επεξεργασία—αντίστροφα, η γραφή είναι η λειτουργία κωδικοποίησης του νοήματος σε γραπτό λόγο.
Με άλλα λόγια, η επιτυχής ανάγνωση στηρίζεται αφενός στην εσωτερική γνώση που έχει το παιδί ότι οι λέξεις του προφορικού λόγου αποτελούνται από διαδοχές φθόγγων, οι οποίοι οργανώνονται σε ρυθμικά σύνολα (συλλαβές), και αφετέρου στη γνώση που αποκτά το παιδί μέσω της σχολικής διδασκαλίας για τις ορθογραφικές συμβάσεις. Μαθαίνει λοιπόν να δημιουργεί αντιστοιχίες μεταξύ φθόγγων και γραμμάτων και να τις χρησιμοποιεί στην ανάγνωση, για να ανασύρει τις ακουστικές μνήμες των γραπτών λέξεων από το νοητικό του λεξικό, αλλά και στη γραφή, για να κωδικοποιεί ακουστικές μνήμες σε αλληλουχίες γραμμάτων.
Το έλλειμμα που παρουσιάζουν τα δυσλεκτικά παιδιά ήδη από την πρώτη τάξη του δημοτικού τα διαφοροποιεί από τα μη δυσλεκτικά παιδιά κυρίως ως προς την αναγνωστική ευχέρεια, η οποία είναι τεχνικά ένα συνδυαστικό μέτρο λέξεων ανά λεπτό: σε δοκιμασίες ανάγνωσης λίστας λέξεων εντός ενός λεπτού, τα δυσλεκτικά παιδιά καταφέρνουν να διαβάσουν λιγότερες λέξεις κάνοντας περισσότερα λάθη σε σύγκριση με τα τυπικά παιδιά.
Επίσης, ποσοτική και ποιοτική ανάλυση δεδομένων από δοκιμασίες ορθογραφίας στα νέα ελληνικά έχει δείξει ότι τα δυσλεκτικά παιδιά, αν και έχουν χαμηλότερη επίδοση από τα τυπικά παιδιά, δεν έχουν πλήρες έλλειμμα της ικανότητας να κωδικοποιούν τους φθόγγους σε γράμματα· αποτυγχάνουν κυρίως όταν η γραπτή αναπαράσταση μιας λέξης περιλαμβάνει εξαιρέσεις ως προς την αντιστοιχία φθόγγου–γράμματος, όπως για παράδειγμα στη λέξη «σμήνος», όπου ο φθόγγος [ζ] αποδίδεται ως σ, και στις λέξεις «χωριό» και «κουπιά», όπου στις καταλήξεις -ριό και -πιά δεν αναπαρίστανται οι πλήρεις ακουστικές εικόνες [ργιό] και [πχιά].
Αποτελέσματα από περαιτέρω πειραματικές δοκιμασίες εισηγούνται την ευρέως αποδεκτή θεωρία ότι η πηγή της χαμηλής αναγνωστικής–ορθογραφικής ικανότητας στη δυσλεξία πιθανόν να είναι η ελλειμματική ή επιβραδυμένη ανάπτυξη της φωνολογικής επίγνωσης, δηλαδή ενός τμήματος της εσωτερικής γνώσης που έχουν τα παιδιά για το γλωσσικό τους σύστημα.
Θα ήταν αυτό ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι η δυσλεξία είναι τελικά μια διαταραχή του ίδιου του γλωσσικού συστήματος; Ναι, αν αποδεικνύαμε ότι τα δυσλεκτικά άτομα είχαν ελλείμματα και στον προφορικό λόγο, κάτι όμως που τα πειραματικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν. Οι δυσλειτουργίες που εμφανίζονται στο προφίλ της δυσλεξίας καταλήγουν πάντοτε στη γραπτή διάσταση της γλώσσας, την οποία οι γλωσσολόγοι θεωρούμε περιφερειακή και μη αναγκαία για την ύπαρξη γλωσσικού συστήματος.
Η δυσλεξία εμφανίζεται και «επιβιώνει» μόνο κατά τη χρήση του γραπτού λόγου και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιαμφισβήτητα διαταραχή του γλωσσικού συστήματος. Αντ’ αυτού, τόσο η τρέχουσα, πέμπτη έκδοση του «Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών» της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, όσο και η Διεθνής Ένωση Δυσλεξίας κατατάσσουν τη δυσλεξία στις ειδικές μαθησιακές διαταραχές.
Κλείνοντας, ας διαχωρίσουμε τη δυσλεξία από μια σειρά άλλων διακριτών διαταραχών που συνδέονται με τη γλώσσα, όπως είναι ο τραυλισμός και η ειδική γλωσσική διαταραχή (specific language impairment), χωρίς όμως να αποκλείουμε τη συνεμφάνιση διακριτών διαταραχών στο ίδιο άτομο ή την επικάλυψη των χαρακτηριστικών τους σε πραγματικές κλινικές συνθήκες.
Μάλιστα η συνεμφάνιση χαρακτηριστικών της δυσλεξίας με χαρακτηριστικά της ειδικής γλωσσικής διαταραχής—για την οποία θα μιλήσουμε με λεπτομέρεια στο μέλλον—είναι τόσο συχνή, ώστε ένα από τα βασικά θεωρητικά ζητήματα που απασχολούν τους ειδικούς είναι η οριοθέτηση των δύο αυτών διακριτών διαταραχών και η περιγραφή των κοινών τους σημείων.
Ωστόσο, παρατηρείται συχνά σύγχυση και γενικευτική απόδοση του όρου «δυσλεξία» σε διαφορετικού τύπου δυσκολίες στη χρήση της γλώσσας, κάτι που μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού και σοβαρές επιπτώσεις στην εκπαιδευτική πορεία του, αν δεν υπάρξει ενδεδειγμένη διάγνωση και στοχευμένη διδακτική παρέμβαση.
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία
Λειψία, Γερμανία
Λεζάντα εικόνας:
Κάντε κλικ για μεγέθυνση και λεζάντα
*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook).




