ΟΙ ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, ΚΑΤΙΑ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗ «Σ»
Μία κατάθεση ψυχής από τις τρεις χήρες των ηρώων Ανδρέα Ιωαννίδη, Κλεάνθη Κλεάνθους και Μισιέλ Ηρακλέους, πέντε χρόνια μετά τη φονική έκρηξη στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης»
Νιώθουν πικρία και πόνο που οι συζύγοί τους έφυγαν τόσο νωρίς και δεν κατάφεραν να ζήσουν τις χαρές των παιδιών τους, να τα δουν να σπουδάζουν, να παντρεύονται και να κάνουν τα δικά τους παιδιά
Η τελευταία κουβέντα που άκουσε από τον άντρα της η Μαρία Ιωαννίδου ήταν «Έλα Κλέο (Κλεάνθης Κλεάνθους), πού είσαι;», ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Διοικητής του Ναυτικού έδωσε διαταγή σε όλους να φύγουν, γιατί θα τα κανόνιζε όλα με τον Κλεάνθη
Μία μεγάλη απογοήτευση και αδικία για το γεγονός πως δεν αποδόθηκε όσο έπρεπε, τουλάχιστον, δικαιοσύνη σε σχέση με τη φονική έκρηξη στο Μαρί την 11η Ιουλίου 2011, διακατέχει τους συγγενείς των «13» ηρωικώς θυσιασθέντων παλληκαριών. Πέντε χρόνια μετά την μέρα που ολόκληρή τους η ζωή άλλαξε, οι χήρες των Ανδρέα Ιωαννίδη, Μαρία, Κλεάνθη Κλεάνθους, Κάτια και Μισιέλ (Μιχάλη) Ηρακλέους, Μαρία, ανοίγουν την καρδιά τους στη «Σ» και περιγράφουν τις τραγικές στιγμές που βίωσαν εκείνη τη μαύρη μέρα, αλλά και το πώς είναι η ζωή τους σήμερα. Νιώθουν κι οι τρεις ακόμη μεγάλο πόνο για την απώλεια του συντρόφου τους κι ειδικότερα για το γεγονός πως έφυγαν τόσο νωρίς και στερήθηκαν τις χαρές των παιδιών τους.
Η συνάντηση
Τις Μαρία Ιωαννίδου και Κάτια Κλεάνθους τις συνάντησα στον χώρο του ολέθρου. Έναν ιερό χώρο, στον οποίο ξαναζείς, όταν τον επισκέπτεσαι, εκείνες τις τραγικές στιγμές. Νιώθεις δέος και συγκίνηση, αλλά και περηφάνια για το μεγαλείο των δεκατριών, οι οποίοι θυσίασαν ό,τι ιερότερο είχαν, την ίδια τους τη ζωή, για να παλέψουν, να νικήσουν τον εφιάλτη.
Δυστυχώς, δεν τα κατάφεραν. Ο Χάρος, που παραμόνευε στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» επί δύο και πλέον χρόνια, δεν τους χαρίστηκε. Τους πήρε μαζί του. Η συνάντησή μας γίνεται απόγευμα Δευτέρας, 4 Ιουλίου, λίγο πριν το σούρουπο. Ανηφορίζουμε μαζί προς το σημείο της έκρηξης. Καταλαβαίνω, αν και δεν το δείχνουν σε κανένα σημείο της συνομιλίας μας, πως γι’ αυτές δεν ήταν κάτι το εύκολο να βρίσκονται εκεί.
«Νιώθουμε αδικία»
Αφού κάνουμε μια μικρή βόλτα στο σημείο της έκρηξης, αντικρίζοντας τον κρατήρα που σχηματίστηκε εκείνο το μαύρο πρωί και παραμένει εκεί για να θυμίζει σε όλους μας τι έγινε, καθόμαστε στον προαύλιο χώρο της μικρής εκκλησίας που κτίστηκε εις μνήμην των «13» μερικά μέτρα από τη σκοπιά όπου στεκόταν ο Διοικητής του Ναυτικού, Αρχιπλοίαρχος Ανδρέας Ιωαννίδης και παρακολουθούσε την κατάσταση.
Τις ρωτάω αν νιώθουν ότι στο τέλος της ημέρας δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη για τη φονική έκρηξη. Η απάντησή τους άμεση και καταφατική. «Για να νιώθουμε αδικία, αν και δεν είμαστε νομικοί, και να νιώθουμε κάτι μέσα μας ότι κάτι δεν έκλεισε, σημαίνει πως κάτι δεν πήγε καλά», λέει η Μαρία Ιωαννίδου, με την οποία συμφωνεί κι η Κάτια Κλεάνθους, συμπληρώνοντας:
«Αναμφίβολα νιώθουμε αδικία. Στην τελική τι έγινε; Μπήκε στη φυλακή μόνον ο τότε Υπουργός Άμυνας και έμεινε ατιμώρητος ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που έφερε και τη μεγαλύτερη ευθύνη, σύμφωνα και με το Πόρισμα του Πόλυ Πολυβίου. Πέραν του κ. Χριστόφια, όμως, δεν βρέθηκαν στο Δικαστήριο όλοι όσοι έπρεπε να λογοδοτήσουν, ενώ κάποιοι αθωώθηκαν».
Τονίζει, ακόμη, πως «οι μόνοι που δεν ευθύνονταν ήταν οι δικοί μας άνθρωποι», και εκφράζει τον θυμό της, χαρακτηρίζοντας ως έγκλημα, το γεγονός πως κάποιοι προσπάθησαν να τους επιρρίψουν ευθύνες. Κι οι δύο, όμως, μου ξεκαθαρίζουν το αυτονόητο. Ότι, δηλαδή, οι αποζημιώσεις δεν φέρνουν πίσω τους δικούς τους. «Κανένα ποσό δεν μπορεί να αναπληρώσει την απουσία, τον χαμό, το κενό που αφήνει πίσω ο δικός σου άνθρωπος, το στήριγμά σου», λέει η κ. Κλεάνθους.
Πώς έμαθαν για την τραγωδία
Ακολούθως τις βάζω σε μία δύσκολη κατάσταση. Τους ζητώ να γυρίσουν τον χρόνο πίσω και να φέρουν στη μνήμη τους εκείνη τη μαύρη μέρα που έμελλε να αλλάξει για πάντα τη ζωή τους. Η Κάτια Κλεάνθους, πρώτη μού εκμυστηρεύεται ότι την ώρα της έκρηξης βρισκόταν στο σπίτι με τον Ανδρέα, τον γιο της και κοιμόντουσαν.
«Με ξύπνησε η έκρηξη. Έκτοτε δεν μπορώ να ακούω βεγγαλικά. Με πιάνει ο πανικός. Ο νους μου, όμως, δεν πήγε στην έκρηξη στη Ναυτική Βάση», συνεχίζει, αναφέροντας πως το έμαθε μερικές ώρες αργότερα κι έσπευσε στο νοσοκομείο, όπου ταλαιπωρήθηκε για ώρες μέχρι να μάθει τελικά την τύχη του συζύγου της. «4 Ιουλίου ο Κλεάνθης είδε το σκασμένο εμπορευματοκιβώτιο και ειδοποίησε τον Αντρέα, αλλά κανείς δεν κατάφερε να αποτρέψει την έκρηξη», μου αποκαλύπτει, ενώ μου εκμυστηρεύεται πως ο Κλεάνθης εκείνη την μέρα δεν ήταν υπηρεσία, αλλά κλήθηκε να αντικαταστήσει έναν συνάδελφό του.
Μου αποκαλύπτει ακόμη πως ο Πόλυς Πολυβίου την είχε παραπέμψει σε ένα απόσπασμα του πορίσματός του και συγκεκριμένα σε μία μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος ανέφερε στη Μονομελή Επιτροπή πως ο Ανδρέας Ιωαννίδης είχε ζητήσει απ' όλους να φύγουν, λέγοντας πως «εγώ θα μείνω εδώ με τον Κλεάνθη και θα τα κανονίσω».
Από την πλευρά της η Μαρία Ιωαννίδου μού αναφέρει πως ξύπνησε από την έκρηξη και κατάλαβε αμέσως πως κάτι συνέβαινε, αφού λίγο νωρίτερα είχε αποχωρήσει από το σπίτι ο σύζυγός της για να μεταβεί στη Ναυτική Βάση.
«Πήρα αμέσως τηλέφωνο τον Αντρέα αλλά δεν απαντούσε. Όταν δεν απάντησε στις τρεις φορές που τον πήρα, τότε άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως μπορεί να συνέβη το μοιραίο, επειδή ήξερα ότι ήταν εδώ εκείνη την ώρα. Οι τελευταίες κουβέντες που άκουσα από τον Ανδρέα λίγο πριν φύγει για τη Βάση ήταν: "Έλα, Κλέο (έτσι αποκαλούσε τον Κλεάνθη Κλεάνθους), πού είσαι;", κι έκλεισε η πόρτα», συμπληρώνει.
Η δύσκολη αποστολή
Μέχρι όμως να μάθουν τελικά πως οι δικοί τους άνθρωποι χάθηκαν για πάντα, πέρασαν τα πάνδεινα. Κανένας δεν τολμούσε να τους το ανακοινώσει. Μόλις τελικά το έμαθαν, έπρεπε να βρουν αμέσως τη δύναμη για να το πουν στα παιδιά τους.
«Ο Χριστόφορος ήταν Αγγλία μαζί με την Κυριακή και δεν του είπαμε τίποτε μέχρι να έρθει. Έπεσε σήμα σε όλους μέσα στο αεροπλάνο να μην αναφερθεί κανένας σε ό,τι έγινε μέχρι να έρθει σπίτι και να του το πω εγώ. Όταν στο αεροδρόμιο τον παρέλαβε ένας κουμπάρος μας, διερωτόταν γιατί δεν πήγε ο παπάς του να τον πάρει. Μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο όλο χαρά και μου ‘κανε γκριμάτσες, είπα "Θεέ μου, πώς μπορώ να του το πω αυτό το πράγμα και να του γκρεμίσω τον κόσμο του;". Τελικά του το είπα κι αντέδρασε έντονα. Φώναζε, κτυπιόταν και δεν μπορούσαμε να τον συγκρατήσουμε. Ήταν μια δύσκολη κατάσταση», εξιστορεί η κ. Ιωαννίδου.
Παρόμοια κατάσταση βίωσε κι η Κάτια με την Ηλιάνα, η οποία βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη και επέστρεψε εσπευσμένα στην Κύπρο. «Ο Ανδρέας ήταν σπίτι και μετά από 20 λεπτά ήρθε κι η Ηλιάνα. Το σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο. Βρήκα τη δύναμη και τους το είπα. Ήταν γύρω στις 6 το απόγευμα. Η Ηλιάνα μπορώ να πω το είχε ψιλοκαταλάβει, αλλά ο Ανδρέας δεν είχε ιδέα. Όταν τελικά τους το είπα, ο Ανδρέας δεν μίλησε, δεν είπε τίποτα, και μπήκε αμέσως σπίτι κι έσπασε πράγματα, ενώ η Ηλιάνα απλώς γύρισε πάνω στον ουρανό κι είπε "Γιατί, ρε παπά, είχα τόσα να σου πω"», υπογραμμίζει η κ. Κλεάνθους.
«Κρατούσε τα κάγκελα σαν καπετάνιος»
Πέραν των πιο πάνω, οι Μαρία Ιωαννίδου και Κάτια Κλεάνθους μού αποκαλύπτουν ακόμα κάτι. Μου εκμυστηρεύονται τι κατάφερε να τους πει ο Γιάννος Τσιανής, Υποδιοικητής της Ναυτικής Βάσης, ο οποίος έχει πάθει μετατραυματικό σοκ από την έκρηξη και δεν πολυμιλάει για εκείνες τις εφιαλτικές ώρες, αλλά και ούτε επιτρέπεται σε κάποιον να τον πλησιάζει και να του θυμίζει τι έγινε εκείνη την ημέρα.
«Τον είδαμε στην Ελλάδα σε ένα νοσοκομείο όπου πήγε. Όταν μας είδε, συγκινήθηκε. Θυμήθηκε τον Ανδρέα, ο οποίος, όπως μας είπε, εκείνη την μέρα, στεκόταν πάνω στη σκοπιά μερικά μέτρα από τη στιβάδα με τα εμπορευματοκιβώτια, κρατώντας με τα δύο του χέρια τα σίδερα, ωσάν να ήταν καπετάνιος πλοίου που έβλεπε το πλοίο του να χάνεται.
»Ο Γιάννης ήταν μαζί με τον Αντρέα και λίγο πριν την έκρηξη τού ζήτησε να πάει κάτω να κοιτάξει αν έφυγαν όλοι, επειδή έδωσε διαταγή να εκκενωθεί η Βάση. Στην επιστροφή τον κτύπησε το ωστικό κύμα. Αν δεν γινόταν αυτό, θα ήταν κι αυτός νεκρός όπως κι ο Ανδρέας», περιγράφει η κ. Ιωαννίδου, ενώ η Κάτια Κλεάνθους μού δηλώνει πως επειδή ο κ. Τσιανής είχε μουστάκι κάποιοι τον είχαν περάσει για τον άντρα της και μάλιστα της είπαν να πάει και να τον επισκεφθεί εκείνη την ημέρα. Όταν όμως μπήκε στο δωμάτιο όπου νοσηλευόταν, κατάλαβε πως δεν επρόκειτο για τον άντρα της.
Το σήμερα…
Σε σχέση με το σήμερα, κι οι δύο εκφράζουν με μία φωνή τη λύπη τους για το ότι τόσο ο Ανδρέας όσο κι ο Κλεάνθης στερούνται σήμερα τις χαρές των παιδιών τους.
«Νιώθω μεγάλη αδικία για το ότι ο Ανδρέας δεν θα χαρεί τα παιδιά του», λέει η Μαρία Ιωαννίδου, παραδεχόμενη πως ήταν χαζομπαμπάς. «Εγώ το είπα από την αρχή. Είχαν πολλά κοινά ο Ανδρέας με τον Κλεάνθη, τόσο σε σχέση με τα παιδιά τους όσο και με μας. Δεν λυπάμαι για τον εαυτό μου που έμεινα μόνη μου, αλλά λυπάμαι για το γεγονός πως έφυγαν έτσι όπως έφυγαν νωρίς και δεν κατάφεραν να χαρούν τους κόπους τους και τους καρπούς τους, να δουν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν, να σπουδάζουν, να αποκαθίστανται», προσθέτει με τη σειρά της η Κάτια Κλεάνθους.
Για την ιστορία, ο πρωτότοκος γιος του Ανδρέα Ιωαννίδη, Νικόλας, συνεχίζει τις μεταπτυχιακές σπουδές του στη νομική, η κόρη του Κυριακή καταθέτει τον Σεπτέμβρη το διδακτορικό της και τον Οκτώβρη παντρεύεται, ενώ ο μικρότερος υιός, ο Χριστόφορος, αποστρατεύεται τον άλλο μήνα κι ετοιμάζεται να πάει για να σπουδάσει Νομική, ακολουθώντας τα βήματα του μεγαλύτερου αδελφού του. Σε ό,τι αφορά τα παιδιά του Κλεάνθη Κλεάνθους, η Ηλιάνα έχει τελειώσει τις σπουδές της, ενώ ο Ανδρέας συνεχίζει τις σπουδές του στη Διοίκηση Επιχειρήσεων.
«Είμαι απογοητευμένη με τους Κ. Κληρίδη και Ι. Νικολάου»
Με αφορμή την αυριανή επέτειο, πέραν των κ.κ. Ιωαννίδου και Κλεάνθους συνομίλησα και με τη χήρα του Μισιέλ Ηρακλέους, Μαρία. Έντονα φορτισμένη και γεμάτη αγανάκτηση, μου εκφράζει την απογοήτευσή της τόσο για τον Γενικό Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, όσο και για τον Υπουργό Δικαιοσύνης Ιωνά Νικολάου.
«Θέλουμε δικαιοσύνη γιατί δεν αποδόθηκε. Είμαι πολύ απογοητευμένη με τον Γενικό Εισαγγελέα, τον οποίο αναμέναμε για τρία χρόνια και τελικά πρόσφατα μας ανακοίνωσε ότι η υπόθεση έκλεισε. Πλέον νιώθουμε ότι τέλειωσαν όλα χωρίς να δικαιώνεται ο άνθρωπός σου. Πλήρης απογοήτευση πραγματικά και διερωτώμαι προς τι οι ομιλίες που γίνονται σε μνημόσυνα και διάφορες εκδηλώσεις, αφού δεν σε δικαιώνουν. Νιώθω απογοήτευση και για τον Υπουργό Δικαιοσύνης, που άφηνε κάποιους από τους καταδικασθέντες να βγαίνουν από τη φυλακή με ένα βραχιόλι κάνοντας κοινωνική εργασία», λέει με πόνο, προσθέτοντας πως από τη μέρα που έχασε τον άνθρωπό της, η ζωή της άλλαξε στην ολότητά της.
«Για τον κόσμο μπορεί να περνούν τα χρόνια και να ξεχνιέται τι έγινε, αλλά για μας που το ζούμε κάθε μέρα, που δεν έχουμε δίπλα μας τους δικούς μας, δεν μπορεί να ξεχαστεί», τονίζει, υποδεικνύοντας την ίδια ώρα πως «καμία αποζημίωση δεν αναπληρώνει το κενό. Εμείς δεν θέλουμε χρήματα αλλά τους δικούς μας», ξεκαθαρίζει.
Μου αποκαλύπτει πως και εκείνη πέρασε τα πάνδεινα μέχρι να μάθει τελικά τι απέγινε ο σύζυγός της, τονίζοντας πως «είναι κάποια πράγματα που είναι δύσκολο να τα περνάς μόνη σου και είναι κρίμα να μην τα ζεις μαζί με τον σύντροφό σου».
Σε σχέση με το σήμερα δηλώνει πως ο μεγάλος της γιος, ο Σόλωνας, συνεχίζει το μάστερ του, ενώ ο Άντης είναι δευτεροετής φοιτητής. Με παράπονο και πικρία μού αναφέρει ακόμα πως ο Σόλωνας αρραβωνιάστηκε πέρσι κι ότι την πονεί που ο Μισιέλ δεν ήταν εκεί για να χαρεί με τις χαρές του γιου του.




