Επανερχόμαστε σήμερα σε ένα θέμα που απασχόλησε την επικαιρότητα στον ελλαδικό χώρο το 2012: την εισαγωγή της νέας γραμματικής για την πέμπτη και έκτη δημοτικού ως βιβλίου αναφοράς για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας σε Ελλάδα και Κύπρο από το ακαδημαϊκό έτος 2011–2012. Στη λεγόμενη «φωνηεντιάδα» ή «πόλεμο των φωνηέντων» οι αμυνόμενοι «θεματοφύλακες της γλώσσας»—αρχικά μια μερίδα εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και αργότερα διάφοροι «εθνοακτιβιστές»—παρακινούμενοι από ιδεολογικά κίνητρα και επιστρατεύοντας αντιεπιστημονικά επιχειρήματα άδραξαν την ευκαιρία να εξαπολύσουν μια πρωτοφανή επίθεση εναντίον των γλωσσολόγων με την κατηγορία ότι δήθεν προωθούν την κατάργηση γραμμάτων και την απλοποίηση του ελληνικού αλφαβήτου. Τέσσερα χρόνια μετά την αιχμή της διαμάχης ξανακοιτάμε το θέμα αυτό με νηφαλιότητα και ψυχραιμία από μια επιστημονική σκοπιά.
 
Πέτρα του σκανδάλου υπήρξε η παρουσίαση του φωνολογικού συστήματος και του συστήματος γραφής της νεοελληνικής στο δεύτερο μέρος της νέας γραμματικής (σελίδες 34–56). Οι συγγραφείς κατηγορήθηκαν ότι δήθεν καταργούσαν από την ελληνική τα φωνήεντα η, υ και ω και τα σύμφωνα ξ και ψ, ενώ προσέθεταν στα φωνήεντα τον «δίφθογγο» ου και στα σύμφωνα τα δίψηφα μπ, ντ και γκ. Πυροδοτήθηκε απροσδόκητα μια υστερική παραφιλολογία που άγγιξε τα όρια της φαιδρότητας με τρομολαγνικές και καταστροφολογικές εκφράσεις απευθυνόμενες στο θυμικό και στα εθνικά αντανακλαστικά ενός εύπιστου κοινού (π.χ. «βιασμός της ελληνικής γλώσσας», «εθνική εξολόθρευση»).
 
Τα λογύδρια που δημοσιεύτηκαν διανθίστηκαν βέβαια και με ανάλογους χαρακτηρισμούς προς τους συγγραφείς (π.χ. «ανθέλληνες»). Επακόλουθο ήταν η συνωμοσιολογία περί απόπειρας απλοποίησης του ελληνικού αλφαβήτου με την κατάργηση γραμμάτων, μελλοντικής επιβολής φωνητικής ορθογραφίας και τελικής αντικατάστασης του ελληνικού με το λατινικό αλφάβητο!
 
Η παρανόηση άρχισε από ένα στρεβλό πρότυπο γραμματικής που οι διαφωνούντες είχαν στο μυαλό τους και ενισχύθηκε από την ελλιπή γνώση των πηγών που παρέθεταν· προπαγανδίστηκε μάλιστα στηριζόμενη σε επιλεκτική αναπαραγωγή μιας και μόνο σελίδας από το επίμαχο δεκασέλιδο κεφάλαιο. Οι παραδοσιακές γραμματικές της νεοελληνικής (π.χ. η νεοελληνική γραμματική Μ. Τριανταφυλλίδη), οι οποίες υπηρέτησαν επάξια την ελληνική εκπαίδευση για πολλές δεκαετίες και για πολλούς αποτελούν πρότυπο γραμματικής, ακολουθούν μια προ-γλωσσολογική πρακτική περιγραφής της γλώσσας που έχει τις ρίζες της στην ελληνιστική περίοδο: αντικείμενο περιγραφής τους είναι ο γραπτός λόγος.
 
Ενδεικτικό στοιχείο της πρακτικής αυτής είναι ότι περιλαμβάνουν τα σημεία στίξης, τα οποία δεν υφίστανται στον προφορικό λόγο, αλλά αναπαριστούν γραπτώς τα μελωδικά και εκφραστικά χαρακτηριστικά της προφορικής ομιλίας. Η νέα γραμματική ωστόσο εφαρμόζει μια διαφορετική προσέγγιση: περιγράφει τη γλώσσα στη συγχρονική της μορφή δίνοντας βαρύτητα στον προφορικό λόγο, ο οποίος αποτελεί την πρωτογενή έκφανση του γλωσσικού συστήματος, σύμφωνα με την αρχή της προτεραιότητας του προφορικού λόγου, για την οποία μιλήσαμε στο προηγούμενο άρθρο.
 
Έτσι, για παράδειγμα, η νέα γραμματική καινοτομεί αφιερώνοντας το πρώτο μέρος της στη γλωσσική χρήση και τις λειτουργίες της γλώσσας στην επικοινωνία. Επιπλέον, καλλιεργεί μεταγλωσσική ικανότητα, δηλαδή διδάσκει στους μαθητές με ευχάριστο και απλό τρόπο χρήσιμους γλωσσολογικούς όρους, οι οποίοι τους βοηθούν να κατανοήσουν τα δομικά στοιχεία της γλώσσας κυρίως στον προφορικό λόγο, αλλά και στον γραπτό λόγο, κάνοντας ταυτόχρονα τις απαραίτητες διακρίσεις ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο.
 
Ας εξετάσουμε με συντομία το επίμαχο κεφάλαιο. Η νέα γραμματική τονίζει τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ φθόγγων (δηλαδή, στοιχείων του προφορικού λόγου) και γραμμάτων (δηλαδή, στοιχείων του γραπτού λόγου). Αφενός οι φθόγγοι είναι οι γλωσσικοί ήχοι που παράγονται από τους αρθρωτές (γλώσσα, χείλη, δόντια, ουρανίσκο κ.λπ.) μέσω της φωνητικής οδού (λάρυγγα, στόμα, μύτη), και αφετέρου τα γράμματα είναι γραπτά σύμβολα που αναπαριστούν τους φθόγγους σε μια αλφαβητική γραφή, όπως την ελληνική.
 
Αξίζει να πούμε ότι στην επιστημονική σημειολογία χρησιμοποιούμε ειδικά σύμβολα εντός αγκυλών—το γνωστό Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο—για να αποδώσουμε τους φθόγγους μιας γλώσσας (π.χ. [a], [r], [v]). Στο πλαίσιο της καλλιέργειας μεταγλωσσικής ικανότητας, η νέα γραμματική εισάγει ένα απλουστευμένο σύστημα απόδοσης των φθόγγων χρησιμοποιώντας ελληνικά γράμματα εντός αγκυλών (π.χ. [α], [ρ], [β]), καθώς η ανάγνωση της επιστημονικής σημειολογίας απαιτεί εξειδικευμένη γνώση.
 
Όσον αφορά τους φθόγγους, από αρθρωτικής άποψης, όταν εκπνέουμε αέρα χωρίς να τον παρεμποδίζουμε με κάποιο αρθρωτή παράγουμε φωνήεν, ενώ όταν εκπνέουμε αέρα παρεμποδίζοντάς τον με κάποιο αρθρωτή παράγουμε σύμφωνο. Για να κατανοήσετε την ύπαρξη παρεμπόδισης ή μη, δοκιμάστε να προφέρετε ένα [α] και ένα [δ]. Οι συνδυασμοί των αρθρωτών δίνουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα να παράγει έναν τεράστιο αριθμό φθόγγων.
 
Κατακτώντας όμως ένα παιδί το γλωσσικό του σύστημα, από το δεύτερο εξάμηνο της ζωής του αρχίζει να διακρίνει μόνο έναν περιορισμένο αριθμό φθόγγων που είναι σημαντικοί στη μητρική του γλώσσα· αυτοί οι διαφοροποιητικοί φθόγγοι ονομάζονται φωνήματα. Προφέρετε, για παράδειγμα, τις ομάδες λέξεων «φάση»–«φύση»–«φέσι», «βουλή»–«βολή» και «πάθη»–«πάλι»–«πάχη»–«παύει» και προσέξτε ότι σε κάθε ομάδα οι λέξεις διαφέρουν μεταξύ τους μόνο ως προς έναν φθόγγο, ο οποίος τις κάνει διαφορετικές λέξεις.
 
Συμπερασματικά, ως ομιλητές της νεοελληνικής διακρίνουμε συνολικά 23 φθόγγους–φωνήματα—5 φωνήεντα ([α], [ε], [ι], [ο], [ου]) και 18 σύμφωνα ([κ], [π], [τ], [γκ], [μπ], [ντ], [γ], [β], [δ], [χ], [φ], [θ], [λ], [ρ], [ζ], [σ], [μ], [ν])—τα οποία αναπαριστούμε στον γραπτό λόγο με 24 γράμματα και συνδυασμούς αυτών των γραμμάτων.
 
Σύγχυση προκαλεί το γεγονός ότι ενώ η χρήση των όρων «φωνήεν» και «σύμφωνο» αναφέρεται πάντοτε στον προφορικό λόγο, οι παραδοσιακές γραμματικές εφαρμόζουν καταχρηστικά αυτή τη διάκριση και στα γράμματα, με αποτέλεσμα να μιλάμε εσφαλμένα για 7 φωνήεντα και 17 σύμφωνα στο ελληνικό αλφάβητο. Αυτό θα ίσχυε αν υπήρχε απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ ενός φωνήματος και ενός γράμματος, όπως συμβαίνει στις φωνητικές ορθογραφίες.
 
Στην ελληνική ορθογραφία όμως, η οποία ανήκει στις ιστορικές ορθογραφίες, μια τέτοια αντιστοιχία δεν υφίσταται: ένας φθόγγος μπορεί να αποδίδεται με διαφορετικά γράμματα και ένα γράμμα μπορεί να αποδίδει έναν συνδυασμό φθόγγων. Έτσι, ο φθόγγος [ο] γράφεται με ο ή ω, ο φθόγγος [ι] αποδίδεται με τα γράμματα ι, η και υ και τα δίψηφα οι, ει και υι, ο φθόγγος [ε] γράφεται ως ε ή αι, ενώ ο «δίφθογγος» ου δεν είναι δίφθογγος αλλά δίψηφο που αποδίδει ένα και μόνο φωνήεν, το [ου].
 
Αντίστοιχα τα δίψηφα (και όχι δίφθογγοι) μπ, ντ και γκ αποδίδουν τους φθόγγους [μπ], [ντ] και [γκ]· ο φθόγγος [μπ] είναι ασφαλώς διαφορετικός από τους φθόγγους [μ] και [π]. Επίσης, τα ξ και ψ είναι γράμματα που αποδίδουν τα συμφωνικά συμπλέγματα [κσ] και [πσ]. Κι αν ακόμα θέλαμε να μιλήσουμε για 7 «φωνηεντικά γράμματα» και 17 «συμφωνικά γράμματα», τότε σε ποια από τις δύο κατηγορίες θα τοποθετούσαμε το υ, το οποίο εκτός από το φωνήεν [ι] αποδίδει και τα σύμφωνα [β] και [φ] (π.χ. ευάλωτος, ευκατάστατος);
 
Η νέα γραμματική μεταφέρει στους μαθητές όλες αυτές τις βασικές επιστημονικές έννοιες από τον χώρο της γλωσσολογικής φωνητικής–φωνολογίας με έξυπνο και απλό τρόπο και τους βοηθά να συνειδητοποιήσουν τις δύο διαστάσεις της γλώσσας: την προφορική και τη γραπτή. Έννοιες που οι επικριτές της αρνήθηκαν ή δυσκολεύτηκαν να κατανοήσουν.
 
Υποστήριξαν μάλιστα σθεναρά ότι οι πληροφορίες που δίνει η νέα γραμματική για τα φωνήεντα και τα σύμφωνα απέχουν από τις αντίστοιχες περιγραφές της γραμματικής Μ. Τριανταφυλλίδη. Ο λόγος ήταν απλούστατα η πλήρης άγνοια των πηγών από μέρους τους. Όπως και η νέα γραμματική, έτσι και η γραμματική Μ. Τριανταφυλλίδη αναφέρει τη διάκριση φθόγγων και γραμμάτων, αναγνωρίζει την ύπαρξη μόνο 5 φωνηέντων και παρουσιάζει την αντιστοιχία φθόγγων–γραμμάτων.
 
Ωστόσο, ως μια παραδοσιακή γραμματική, δίνει έμφαση στον γραπτό λόγο και χρησιμοποιεί τους όρους «φωνήεν» και «σύμφωνο» για να αναφερθεί στα γράμματα δημιουργώντας τη σύγχυση περί 7 φωνηέντων. Μέσα στην εμμονή τους για 7 φωνήεντα, οι επικριτές προπαγάνδισαν το ψέμα ότι η νέα γραμματική καταργεί φωνήεντα και σύμφωνα αναπαράγοντας παραπλανητικά μόνο τη σελίδα 36, όπου παρουσιάζονται οι 23 φθόγγοι–φωνήματα με το σύστημα σημειολογίας που περιέγραψα παραπάνω, και προσπερνώντας δόλια τις σελίδες 39–40, όπου παρουσιάζονται τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου και η αντιστοιχία φθόγγων–γραμμάτων.
 
Φυσικά, το σύστημα σημειολογίας των φθόγγων που χρησιμοποιεί η νέα γραμματική έχει καθαρά διδακτική–τεχνική λειτουργία και σε καμιά περίπτωση δεν υπονομεύει το ελληνικό αλφάβητο. Όπως άλλωστε μαρτυρεί και το παντόγραμμα στον τίτλο, και τα 24 γράμματα είναι σε ενεργή χρήση!
     
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία