Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΑΚΕΛ-ΔΗΣΥ ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΩΝ ΠΑΓΚΥΠΡΙΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ

Είναι ο «Ναζισμός» και ο «Σταλινισμός» ετεροζυγωτικά δίδυμα;

Μπορεί ένα ευγενικών ιδεωδών και προθέσεων καθεστώς, όπως αυτό του κομμουνισμού, να συγκριθεί και εν μέρει να ταυτιστεί με άλλες μορφές ολοκληρωτισμού, και κυρίως του Ναζισμού;


Μια ερώτηση στο δοκίμιο της Ιστορίας των Παγκυπρίων Εξετάσεων, που αφορούσε στην ανάλυση των ολοκληρωτικών καθεστώτων που επικράτησαν στην Ευρώπη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν αρκετή για να πυροδοτήσει την ένταση ανάμεσα στο κυβερνών κόμμα ΔΗΣΥ και το κόμμα της αντιπολίτευσης ΑΚΕΛ. Η επίμαχη άσκηση αφορούσε, ουσιαστικά, στην παρουσίαση εν συντομία της ανόδου των κυριότερων αυταρχικών καθεστώτων στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ενώ στην εξήγηση έπρεπε να ενταχθούν λειτουργικά οι εξής έννοιες: επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, κομμουνιστικό Κόμμα, σοσιαλισμός, φασισμός/φασιστική ιδεολογία, εθνικισμός, Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα.

Η άτυπη -έστω- ταύτιση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού με τον φασισμό-ναζισμό προκάλεσε την οργίλη αντίδραση του ΑΚΕΛ, το οποίο μέσω δηλώσεών του σε τηλεοπτικά πάνελ και έντυπα μέσα έκανε λόγο για προσπάθεια αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, σε μία προσπάθεια μάλιστα ξεπλύματος του φασισμού.

«Αυτή η ανιστόρητη και προκλητική προσέγγιση ταύτισης του φασισμού-ναζισμού με τον κομμουνισμό και τον σοσιαλισμό δημιουργεί αποτροπιασμό και αγανάκτηση», ανέφερε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του Γραφείου Παιδείας του κόμματος Χρίστος Χριστοφίδης, ενώ η απάντηση του κυβερνητικού στρατοπέδου στα όσα υποστήριξε το ΑΚΕΛ δεν άργησε να έρθει.

Αυτό που υποστήριξε εμμέσως, πλην σαφώς, το Υπουργείο Παιδείας είναι ότι «ο σταλινισμός και ο φασισμός, αν και αναφέρονται ως δύο διαφορετικές καταστάσεις με διαφορετική αφετηρία, εντούτοις εμπνέονται και τα δύο από τα αυταρχικά καθεστώτα, κάτι που αντιτίθεται στις αρχές του φιλελευθερισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας».

Και κάπου εδώ τίθεται το εξής ερώτημα. Μπορεί ένα ευγενικών ιδεωδών και προθέσεων καθεστώς, όπως αυτό του κομμουνισμού, να συγκριθεί και εν μέρει να ταυτιστεί με άλλες μορφές ολοκληρωτισμού, και κυρίως του Ναζισμού; Mήπως τα δύο καθεστώτα παρουσιάζουν περαιτέρω κοινά στοιχεία απ’ όσα οι περισσότεροι πιστεύουν;

Οι αλήθειες ποικίλλουν...

Το ερώτημα δύσκολο, και σίγουρα η απάντηση ακόμα δυσκολότερη και πολύπτυχη, μιας και οι «αλήθειες» των ιστορικών μελετητών ποικίλλουν. Το σίγουρο όμως, για το οποίο όλοι σχεδόν οι ασχολούμενοι με το είδος παραδέχονται, είναι πως «ο 20ός αιώνας σηματοδοτήθηκε από την έξαρση των κεντρικά οργανωμένων αυταρχικών καθεστώτων -δύο από αυτά ο σταλινισμός (ακραία μορφή κομμουνισμού) και ο φασισμός- όπου το κράτος και η πολιτική έτειναν να απορροφήσουν όλες τις πτυχές της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής.

Ο ολοκληρωτισμός, εξάλλου, διέθετε δυνατότητες που του παρείχε η σύγχρονη τεχνολογία, δηλαδή τη μαζική προπαγάνδα, τη μαζική καταπίεση, αλλά και τη μαζική εξολόθρευση. Εξού και σ' αυτόν επομένως τον «τρομερό» -όπως χαρακτηρίζειται από πολλούς- αιώνα, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα διέπραξαν φρικτά, μαζικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». («The black book of Communism», των Δημήτρη Δημητράκου και Στεφάν Κουρτουά).

Επανέρχεται επομένως το ερώτημα, εάν ο ο κομμουνισμός και ο ναζισμός εμφανίζουν μεγαλύτερη συγγένεια ως καθεστώτα, μιας και τα δύο ανήκουν στο φάσμα του «ολοκληρωτισμού», με την απάντηση ίσως να εκπλήσσει ορισμένους.

Οργανικές διαφορές

Όπως υποστηρίζει ο Γάλλος ιστορικός κομμουνιστής Φρανσουά Φιρέ, «οι συγγένειες ανάμεσα στα δύο συστήματα είναι οργανικές και όχι τυχαίες», μιας και, όπως διευκρινίζει, «κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό στον μελετητή, εαν δεν κατανοήσει συγχρόνως το άλλο. Εξαρτώνται αμοιβαία από τα πάθη από τα οποία κυριαρχούνται, τις ιδέες και παραστάσεις που τα διέπουν, καθώς και τη συνολική ιστορική πραγματικότητα στην οποία εντάσσονται».

Αυτή βέβαια η ιδέα της μεγαλύτερης συγγένειας μεταξύ των δύο καθεστώτων δεν γίνεται αποδεκτή από ορισμένους διανοούμενους της Αριστεράς, μιας και η περιφρόνηση που νιώθουν για την έξαρση της σημασίας της φυλής στον ναζισμό και η γοητεία που ασκεί ο Μαρξισμός στη συνείδησή τους τούς πείθουν ότι είναι απαράδεκτη η ιδέα της δυνατότητας τέτοιας σύγκρισης.

Στην κριτική εναντίον του Κομμουνισμού, γράφει ο Στεφαν Κουρτουά, «οι κομμουνιστές επικαλούνται το όραμα και την ουτοπία που αντιπροσωπεύει ο Κομμουνισμός. Σημασία, επομένως, δεν έχει πλέον όπως φαίνεται η πραγματικότητα, το υπαρκτό του Σοσιαλισμού όπως τον βίωσε το ένα τρίτο της ανθρωπότητας, αλλά ο σκοπός του, ο ορίζοντας των ιδανικών του, και ο ουτοπικός οραματισμός του. Εξού και το γεγονός ότι η κύρια διαφορά ανάμεσα στους δύο ολοκληρωτισμούς συνίσταται στο ότι η κτηνωδία στον Ναζισμό είναι κυνική και απροκάλυπτη, ενώ στον Κομμουνισμό είναι καμουφλαρισμένη με ιδεολογικά φτιασίδια».

Κάτι τέτοιο φαίνεται να ενισχύεται και από τους μαρξιστές, αφού η συγκεκριμένη στάση υιοθετείται από τον ίδιο τον Μαρξ. Όπως έγραψε στην «Εισαγωγή στην Πολιτική Οικονομία» (1859), «δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την ύπαρξή τους αλλά αντίθετα η κοινωνική τους ύπαρξη που καθορίζει τη συνείδησή τους.

Επομένως, με το ίδιο σκεπτικό, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα έργα ενός καθεστώτος παρέχουν το μέσο για κριθεί το ίδιο, και όχι η ιδεολογία ή οι οραματισμοί του.
Η φρίκη που εμπνέει η ναζιστική ιδεολογία δεν συνδέεται με τις ιδέες τις οποίες πρεσβεύει, αλλά στα πεπραγμένα του, τα οποία αποτελούν μιαν αναμφισβήτητα καταδικαστέα εμπειρία της ανθρωπότητας. Αν επομένως κρίνεται ο ναζισμός από τα έργα και όχι από τα «ιδανικά» του -όποια κι αν είναι αυτά-, το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τον κομμουνισμό. Δεν οφείλει να κριθεί με βάση αυτά που έκανε και όχι με βάση τα «οράματα» και την «ουτοπία» που τον ενέπνευσαν;