Απορρίφθηκε το αίτημα Σκορδέλη, Κρασοπούλη, Ξενοφώντος και Γρηγορίου για αναίρεση της πρωτόδικης απόφασης
Το τριμελές Εφετείο απέρριψε και τους τέσσερεις λόγους έφεσης των τεσσάρων καταδικασθέντων για τη στυγερή δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή και χαρακτήρισε «άψογο» το ανακριτικό έργο που διετέλεσε η Αστυνομία
Το τριμελές Εφετείο απέρριψε ομόφωνα χθες την έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης του Κακουργιοδικείου εναντίον των τεσσάρων καταδικασθέντων Έλενας Σκορδέλη, Τάσου Κρασοπούλη, Γρηγόρη Ξενοφώντος και Ανδρέα Γρηγορίου, για την υπόθεση της δολοφονίας του Διευθύνοντος Συμβούλου του Εκδοτικού Οίκου «Δίας» Άντη Χατζηκωστή, στις 11 Ιανουαρίου του 2010, έξω από το σπίτι του.
Υιοθέτησε πλήρως την πρωτόδικη προσέγγιση
Με την απόφασή του το Εφετείο υιοθέτησε πλήρως την πρωτόδικη προσέγγιση, ως απάντηση στις ενστάσεις που διατυπώθηκαν ενάντια στην πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου, σημειώνοντας ότι με κανένα τρόπο δεν ευσταθεί η όποια εισήγηση, ότι η δίκη δεν υπήρξε δίκαιη για τους εφεσείοντες.
Υπενθυμίζεται ότι οι τέσσερεις καταδικασθέντες προσέβαλαν, μέσω των δικηγόρων υπεράσπισης, την πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, επικαλούμενοι νομικά σφάλματα και κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι έφεσης
Η Δικαστής Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου, διαβάζοντας την απόφαση, ανέφερε ότι οι λόγοι που εξέτασε το Εφετείο ήταν η αξιοπιστία της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Φάνου Χατζηγεωργίου, η αξιοπιστία των διαφόρων μαρτύρων στην υπόθεση, οι θέσεις για πλημμελή ανακριτικό έργο, καθώς και αν υπήρξε πλημμελής απονομή δικαιοσύνης, λόγω παραλείψεων ή και κακής δικηγορίας-υπεράσπισης.
Όπως ανέφερε η κ. Ψαρά - Μιλτιάδου, το Εφετείο θεωρεί εντελώς άδικες τις κατηγορίες που προσάπτουν οι συνήγοροι υπεράσπισης κατά της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και στις ενδιάμεσες αποφάσεις του Κακουργιοδικείου, όπως και εν γένει τη μεταχείριση των εφεσειόντων κατά πάντα χρόνο στη δίκη και στην παροχή κάθε δυνατότητας σε αυτούς να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους με τον τρόπο που επιθυμούσαν.
«Το ίδιο», είπε, «ισχύει βέβαια για την εν τέλει κατάληξη του Κακουργιοδικείου, για τη στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου, το οποίο στήριζε απόλυτα η μαρτυρία που πρωτοδίκως κρίθηκε αξιόπιστη και αποδεκτή».
Σε ό,τι αφορά τους λόγους έφεσης σε σχέση με την αξιοπιστία της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Φάνου Χατζηγεωργίου, το Εφετείο, μελετώντας την εκκαλούμενη απόφαση, έχει αντιληφθεί και επιβεβαιώσει πως «το Κακουργιοδικείο ήταν πλήρως ενήμερο και είχε πλήρη συναίσθηση ως προς την ιδιαίτερη προσοχή και επιφύλαξη, με την οποία θα έπρεπε να προσεγγίσει τον μάρτυρα αυτό».
Επίσης, ανέφερε ότι τα όσα έχουν αναφερθεί από τους συνηγόρους υπεράσπισης των εφεσειόντων στην προσπάθεια να πείσουν για την «πλημμέλεια» στο έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν είχαν τέτοια δυναμική, ώστε να ανατρέψουν το συμπαγές και συγκροτημένο βάθρο σκέψης και διεργασίας του Κακουργιοδικείου, το οποίο, όπως παρατήρησε, εξάντλησε κάθε αντικειμενικό και υποκειμενικό συσχετισμό περί του αντιθέτου από τους τότε δικηγόρους υπεράσπισης, ώστε να καταλήξει στο εύρημα της αξιοπιστίας του Φάνου Χατζηγεωργίου.
Για την αξιοπιστία των διάφορων μαρτύρων στην υπόθεση, αναφέρθηκε πως το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη «με πλήρη σεβασμό και υπερβολική σχολαστικότητα» σε ανάλυση των θέσεων, ενστάσεων, επιχειρημάτων και αμφιβολιών της υπεράσπισης.
«Μάλιστα, η ενασχόληση του Κακουργιοδικείου με τόσες λεπτομέρειες σε απάντηση θέσεων της υπεράσπισης, ως προς την αντιμετώπιση του καθενός των μαρτύρων ήταν τέτοια, ώστε εκτός του μέρους της απόφασης που αφορούσε τον Φάνο Χατζηγεωργίου, χρειάστηκαν ακόμη δεκάδες σελίδες, για να αναλυθούν οι άλλοι μάρτυρες (Προεστός, Ζαβράντωνας, Πεντότζιη, Ανδονίκου κ.ά.) και να γίνει η ανάλογη κατάταξή τους, ως θετική ή αρνητική».
Σε σχέση με τους λόγους έφεσης, που αφορούν το ανακριτικό έργο και την «πλημμέλεια του έργου των ανακριτικών Αρχών», η κ. Ψαρά - Μιλτιάδου τόνισε εμφαντικά ότι το Εφετείο δεν θα είχε κανέναν απολύτως δισταγμό να ακυρώσει καταδίκη, εάν η δράση των Διωκτικών Αρχών ήταν «μολυσμένη από αλλότρια κίνητρα και αθέμιτες συναλλαγές».
«Καμία αθέμιτη παρέμβαση στον μάρτυρα»
Το τριμελές Εφετείο παρατηρεί, μέσα από την απόφασή του, ότι «η Αστυνομία ενήργησε ευθύς μετά το έγκλημα με ισόρροπη φροντίδα για εξιχνίαση του εγκλήματος και για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των υπόπτων», τονίζοντας ότι δεν υπήρξε αθέμιτη παρέμβαση προς τον μάρτυρα Φάνο Χατζηγεωργίου και ότι το ανακριτικό έργο υπήρξε άψογο από όλες τις απόψεις.
Αναφορικά με το αν υπήρξε «πλημμελής απονομή δικαιοσύνης», λόγω παραλείψεων ή και κακής δικηγορίας-υπεράσπισης, η απόφαση του Εφετείου αναφέρει ότι «για να μιλούμε για κακοδικία, λόγω έκδηλα κακής δικηγορίας, πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ένα λάθος και μετά να κριθεί αν πρόκειται για θεμελιακό ή μη. Δεν έχουμε πεισθεί εν προκειμένω ότι πρόκειται καν για λάθος», σημείωσε η κ. Ψαρά - Μιλτιάδου, διαβάζοντας την απόφαση.
Το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, μέσω της σύνθεσής του, που απετελείτο τότε από τους Χάρη Σολομωνίδη, Νικόλαο Σάντη και Νίκο Γιαπανά, καταδίκασε τους Έλενα Σκορδέλη, Τάσο Κρασοπούλη, Γρηγόρη Ξενοφώντος και Ανδρέα Γρηγορίου σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή, η οποία διαπράχθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 2010, έξω από το σπίτι του. Η πρωτόδικη διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 13 Ιουνίου του 2013, με την απόφαση του Κακουργιοδικείου.
«Δεν ήταν απαραίτητος ο εντοπισμός του όπλου»
Σε σχέση με το φονικό όπλο που δεν εντοπίστηκε, η Δικαστής του Εφετείου Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου ανέφερε ότι «ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι ο εντοπισμός του όπλου δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση απόδειξης του ποινικού αδικήματος.
«Σημασία», επισήμανε η Δικαστής, «έχει το γεγονός ότι ο Μάρτυρας Κατηγορίας έδωσε πλήρη εκδοχή επί των πράξεων που αφορούσαν το όπλο» και αυτές οι εκδοχές κρίθηκαν πειστικές. Ως εκ τούτου, συμπέρανε η Δικαστής, παραμένει σε ισχύ η πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου, το οποίο καταδίκασε τους Έλενα Σκορδέλη, Τάσο Κρασοπούλη, Γρηγόρη Ξενοφώντος και Ανδρέα Γρηγορίου σε ισόβια κάθειρξη.




