ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΑΣΤΙΓΑ Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ

Αδυναμία στην αντιμετώπιση περιστατικών σχολικής βίας εντοπίζει η Έκθεση της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

«Όταν έμενα μόνος μου φανταζόμουν ότι αυτό όλο θα τέλειωνε μόνο αν κάνω κακό στον εαυτό μου. Αν και το σκεφτόμουν, δεν το τόλμησα. Οι φίλοι μου δεν με υπερασπίστηκαν, θεωρώ ότι φοβήθηκαν κι αυτοί τη στοχοποίηση. Όταν τελείωσα το σχολείο οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές. Η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση ήταν άγνωστες λέξεις για μένα...»


«Είχα ωραία παιδικά χρόνια και σαν παιδί ήμουν φυσιολογικό. Ήμουν όμως πιο ευαίσθητο παιδί και ίσως πιο μαζεμένο από τα άλλα παιδιά. Στο σχολείο, όμως, η ζωή μου άλλαξε, γιατί αυτά τα χαρακτηριστικά με στοχοποιούσαν, με έκαναν διαφορετικό από τους υπόλοιπους. Πήγαινα στο σχολείο και, από την ώρα που καθόμουν στο θρανίο, υπήρχαν συνθήματα στους τοίχους με το όνομά μου. Όλοι με κορόιδευαν. Βίωνα τον αποκλεισμό από όλες τις δραστηριότητες, την κοροϊδία για την εμφάνισή μου. Κάποιες φορές τα παιδιά με ζωγράφιζαν σαν καρτούν στον πίνακα και γελούσαν.

Στο διάλειμμα υπήρχαν μέρες που με σπρώχνανε, με ρίχνανε στο πάτωμα ή με στρίμωχναν βίαια σε μια γωνιά, ο Μάριος κυρίως και η παρέα του. Ήταν οι νταήδες του σχολείου. Εγώ ντρεπόμουν και έβαζα το κεφάλι κάτω, ήθελα να εξαφανιστώ, να περάσω απαρατήρητος. Προσπαθούσα να μην τους διευκολύνω, ούτε να τους δείξω πόσο πονάω. Έβγαινα πρώτος στο διάλειμμα και έμπαινα τελευταίος. Δεν ήθελα να πηγαίνω ούτε σχολείο, ούτε φροντιστήριο. Στο σπίτι κλεινόμουν στο δωμάτιο και φανταζόμουν άλλους κόσμους. Έκανα όνειρα ότι αυτό το μαρτύριο κάποτε θα τελειώσει. Όμως δεν τέλειωνε.

Μετά άρχισαν οι άσχημες σκέψεις. Όταν έμενα μόνος μου φανταζόμουν ότι αυτό όλο θα τέλειωνε μόνο αν κάνω κακό στον εαυτό μου. Αν και το σκεφτόμουν, δεν το τόλμησα. Οι φίλοι μου δεν με υπερασπίστηκαν, θεωρώ ότι φοβήθηκαν κι αυτοί τη στοχοποίηση. Όταν τελείωσα το σχολείο οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές. Η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση ήταν άγνωστες λέξεις για μένα. Τώρα, με ψυχολογική υποστήριξη προσπαθώ να βάλω τα τουβλάκια σωστά, έστω και τώρα να μπορέσω να ζήσω καλύτερα. Έχω αποκλείσει το «τελείως φυσιολογικά». Είναι βιώματα που όταν ένα παιδί είναι πιο ευαίσθητο το ταλαιπωρούν. Κάποιοι είναι πιο δυνατοί. Κάποιοι άλλοι όχι τόσο».

Αυτή είναι η ιστορία του Γιώργου, ενός παιδιού που, αν και γεννήθηκε φυσιολογικά, δεν μεγάλωσε φυσιολογικά. Ενός παιδιού από τα εκατομμύρια που υπάρχουν στον κόσμο που βίωσε τον σχολικό εκφοβισμό. Που ξυπνούσε το πρωί και δεν ήθελε να πάει σχολείο, που σκούπιζε τα δάκρυά του όταν επέστρεφε από το σχολείο για να μην καταλάβει τίποτα η μητέρα του. Ενός παιδιού που φοβήθηκε να σπάσει τη σιωπή του για να μη χειροτερέψουν τα πειράγματα από τον «Μάριο», και τον κάθε Μάριο, και δεν μίλησε ποτέ ούτε στους γονείς ούτε στους καθηγητές του, παρά μόνο στον εαυτό του.

Όχι αδίκως, ο λεκτικός ή σωματικός εκφοβισμός έχει αναχθεί σε μάστιγα της εποχής. Το πρόσφατο περιστατικό που συνέβη σε σχολείο της Κύπρου, με ξυλοδαρμό μαθητή από συμμαθητή του και τη νοσηλεία του πρώτου σε νοσοκομείο, ανέδειξε τις αδυναμίες του συστήματος να προστατεύσει τα παιδιά, τα οποία ζουν και μεγαλώνουν υπό τον εκφοβισμό των συνομιλήκων τους καθημερινά, στις τάξεις των κυπριακών σχολείων. Βία και εκφοβισμός υπάρχουν παντού. Καμία μορφή βίας, όμως, δεν είναι ανεκτή, πόσω μάλλον αποδεκτή.

Έκθεση «καταπέλτης»

Τα στοιχεία στην Κύπρο συγκλονίζουν μιας και, βάσει ευρημάτων πρόσφατων ερευνών, ένα στα τρία παιδιά έγινε μάρτυρας σχολικού εκφοβισμού, ενώ ένα στα πέντε παιδιά έχει βιώσει τον σχολικό εκφοβισμό. Είτε στη λεκτική είτε στη σωματική του μορφή.

Η έντονη παρουσία του bullying στις κυπριακές αίθουσες, καθώς και η απουσία μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισής του, επιβεβαιώνονται και από την τελευταία έκθεση του Γραφείου της Επιτρόπου Προστασίας για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Όπως αποδείχθηκε, η πλειοψηφία των παιδιών στο σχολείο δεν μπορούν να αναγνωρίσουν το bullying, ούτε και είναι ευαισθητοποιημένα για το θέμα, κάτι που έγινε στη βάση βιωματικού εργαστηρίου που οργανώθηκε από την Ομάδα Εφήβων Συμβούλων.

Εκτός αυτού, η έκθεση κατέδειξε έλλειψη πολιτικής για το bullying, δηλαδή γονείς, καθηγητές και μαθητές δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων πώς πρέπει να αντιδράσουν σε περιστατικά εκφοβιστικής συμπεριφοράς, ούτε και τι διαδικασία, αν υπάρχει φυσικά, θα ακολουθήσουν. Οι διευθυντές στο σχολείο τους δίνουν μεγάλη έμφαση στο «καλό όνομα» του σχολείου και θεωρούν ότι αν βγουν στην επιφάνεια περιστατικά εκφοβιστικής συμπεριφοράς θα βλάψουν την εικόνα του σχολείου. Ως εκ τούτου, αγνοούν τέτοια περιστατικά και αποφεύγουν να τα αντιμετωπίσουν και να τα χειριστούν. Δράσεις γίνονται μόνο αφού μια κατάσταση έχει ήδη κορυφωθεί ή έχει πολύ άσχημη κατάληξη, δηλαδή όταν είναι πλέον πολύ αργά και έχει γίνει ανεπανόρθωτη ζημιά.

Ανάγκη πολιτικής

Έντονη ήταν η άποψη ότι οι καθηγητές δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη ούτε και αντιμετωπίζουν άμεσα τα περιστατικά εκφοβισμού, όταν αυτά έρχονται εις γνώσιν τους. Λέχθηκε ότι οι καθηγητές δείχνουν μεγάλη αδιαφορία και αγνοούν τις καταγγελίες. Δεν αντιδρούν με τον σωστό τρόπο μετά την καταγγελία και, ως αποτέλεσμα, τα πράγματα γίνονται χειρότερα και για το παιδί-στόχο, αλλά και γι' αυτούς που κατήγγειλαν το γεγονός. Τα παιδιά τόνισαν ότι, για τη θετική έκβαση των πραγμάτων, θα πρέπει το περιστατικό εκφοβισμού να τύχει σωστού χειρισμού από την αρχή.

Έντονη ήταν, επίσης, η άποψη των παιδιών ότι ο τρόπος χειρισμού περιστατικών εκφοβιστικής συμπεριφοράς στα σχολεία μας, π.χ. να αποβάλουν τον θύτη ή να γίνει μια διάλεξη στο σχολείο, είναι εντελώς αναποτελεσματικές, αφού όχι μόνο δεν σταματούν το φαινόμενο αλλά ούτε και βοηθούν το παιδί-στόχο να ξεπεράσει το τραύμα που του δημιουργήθηκε.

Γενικά, και καταληκτικά, φάνηκε ότι στα σχολεία της Κύπρου δεν υπάρχει προληπτική πολιτική, αλλά ούτε και πολιτική για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου, όταν αυτό παρουσιάζεται. Οι καθηγητές στα μάτια των παιδιών φαίνονται όχι μόνο ψυχρά αδιάφοροι και αποστασιοποιημένοι αλλά και ανίκανοι να χειριστούν τέτοιες καταστάσεις, γεγονός που προβληματίζει ιδιαίτερα για την ποιότητα του σχολικού κλίματος στα σχολεία της Κύπρου.