Ένα βιωματικό βιβλίο του αγωνιστή της ΕΟΚΑ Ρένου Λυσιώτη
Σταγόνες της πλούσιας προσφοράς του σεμνού, αειθαλούς αγωνιστή, στον επικό εκείνο Αγώνα του κυπριακού Ελληνισμού, που καταύγασε με τη λάμψη του το στερέωμα της παγκόσμιας ιστορίας


Μέχρι να διεξέλθω τις 94 σελίδες του βιβλίου του φίλτατου συναγωνιστή Ρένου Λυσιώτη, που φέρει τον τίτλο «Στρατάρχα μου, παραδίδομαι!», δάκρυσα αρκετές φορές. Διότι όλες οι λιτές, αλλά λογοτεχνικά στημένες είκοσι (20) ιστοριούλες του, θυμίζουν «Τα παλληκάρια τα παλιά» του Γιάννη Βλαχογιάννη και είναι πραγματικές. Παρμένες από τον αδικαίωτο Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ. Είναι σταγόνες της πλούσιας προσφοράς του σεμνού, αειθαλούς αγωνιστή, στον επικό εκείνο Αγώνα του κυπριακού Ελληνισμού, που καταύγασε με τη λάμψη του το στερέωμα της παγκόσμιας ιστορίας.

Ο συγγραφέας
Ιδαλγός, σπάνιο είδος στις μέρες μας, πατριώτης ακραιφνής, που εξακολουθεί να επιμένει και να σκέφτεται ελληνικά, ο Ρένος Λυσιώτης, παρακινημένος από τον πολυαγαπημένο του εγγονό Φάνο, στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο, τολμά και γράφει προσωπικά βιώματα από τον επικόν Αγώνα της ΕΟΚΑ, και φέρνει στο φως γεγονότα που έζησε ως ανώτατο στέλεχος της Οργάνωσης, εμπνευσμένος υπεύθυνος της Νεολαίας και της ΠΕΚΑ (Πολιτική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα) Λευκωσίας και από τους στενότερους και πιο έμπιστους συνεργάτες του Αρχηγού Διγενή, ακόμα και μετά τον Αγώνα.

Τα βιώματα
Όλες οι ιστορίες του βιβλίου φέρνουν σε φως λεπτομέρειες από συγκεκριμένα βιώματα του αγωνιστή συγγραφέα που συγκλονίζουν. Ραγίζει καρδιές η περιγραφή του εντοπισμού του χώρου, όπου τάφηκε κρυφά, δολοφονημένος άδικα από συναγωνιστές του, ο Τομεάρχης Γιαννάκης Στεφανίδης. Ο Ρένος Λυσιώτης, που ενεργούσε ως εντολοδόχος του Διγενή, περιγράφει με ματωμένα γράμματα το σκοτεινό παρασκήνιο της επεισοδιακής εκταφής και της κηδείας του ήρωα, καθώς και την προσπάθεια του Μακαρίου να τον εξαγοράσει για να πάψει να επιμένει στη σχετική εντολή του Διγενή.

Η συγκλονιστική ιστορία
Συγκλονιστική και η ιστοριούλα όπου ο Διγενής ζητούσε από τον έγκλειστο στα κρατητήρια Πύλας «Ραφαήλ» και «ΣΚΑΠ» (Ρένο Λυσιώτη) να μάθει ποιος ήταν ο αξιωματούχος των κρατουμένων που έστειλε ταυτόχρονα στον ίδιο και στον τομεάρχη Λευκωσίας ταυτόσημη επιστολή για σοβαρή υπόθεση, που έπρεπε να έχει υπόψη του μόνο ο Αρχηγός. Και όταν τον εντόπιζε να τον καθαιρέσει. Η επιστολή του Αρχηγού άφησε άναυδο τον Ρένο. Δεν κοιμόταν το βράδυ. Δεν ήξερε πώς ν’ αντιδράσει. Τελικά πήρε την απόφαση να γράψει την αλήθεια στον Διγενή, να του αποκαλύψει ότι ήταν αυτός ο «ένοχος» και να του εξηγήσει γιατί ενήργησε έτσι, έτοιμος να δεχθεί τις συνέπειες. Κι ο Αρχηγός, που εκτίμησε την τόλμη του Ρένου να ενεργήσει όπως ενήργησε και να του ομολογήσει την πράξη του, τον συγχώρησε.

Από πού προήλθε ο τίτλος
Ο τίτλος του βιβλίου, «Στρατάρχα μου, παραδίδομαι», προέρχεται από συγκεκριμένη ενέργεια του συγγραφέα στις αρχές Σεπτεμβρίου 1956. Ο Διγενής κηρύσσει εκεχειρία για να διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις, αλλά ο κυβερνήτης Χάρτινγκ εκλαμβάνει τη χειρονομία του Αρχηγού ως αδυναμία και δίνει στους αγωνιστές της ΕΟΚΑ προθεσμία τριών εβδομάδων, ώς τις 14 Σεπτέμβρη, για να παραδοθούν! Ο Διγενής απαντά στον Χάρτινγκ «Οι νικητές δεν παραδίδονται» και δίνει οδηγίες στον Ρένο να ενεργήσει για την εμψύχωση των αγωνιστών και του λαού.

Η Κύπρος σείεται ολόκληρη από αγωνιστικές εκδηλώσεις. Παιδιά της ΑΝΕ μεταδίδουν στις πόλεις και τα χωριά συνθήματα με κεντρικό νόημα, με κυρίαρχα τα «Οι νικητές δεν παραδίδονται» και «Οι αγωνιστές στις θέσεις τους». Πανό με ανάλογα συνθήματα αναρτώντα σ’ όλη την Κύπρο. Ο Ρένος αγωνιά για την έκβαση των προσπαθειών του. Κάποια στιγμή μπαίνει στο γραφείο του η αείμνηστη Αντρούλα Κούσπετρη από το Καϊμακλί, που ήταν σύνδεσμός του. Τον βλέπει σκεφτικό. Τον ρωτά τι συμβαίνει και είναι ανήσυχος. Της απαντά με αγωνία: «Τι θα κάνουμε αν κάποιος παραδοθεί;».

Η απάντηση της σεμνής αγωνίστριας έρχεται αυθόρμητη: «Μην ανησυχείς… Μόνο ένας γάδαρος θα μπορούσε να παραδοθεί!». Ξεκινά να φύγει αλλά ο Ρένος την σταματά και τις δίνει οδηγίες: «Να βρείτε έναν γάδαρο και να τον κρύψετε κάπου». Την άλλη μέρα βρέθηκε ο γάδαρος και ο Ρένος δίνει συμπληρωματικές οδηγίες: «Να ετοιμαστούν ξύλινα όπλα και δυο-τρία πανό που να γράφουν: «My Marshial, I surrender!» και «I surrender» και να ντυθεί μ’ αυτά το γαϊδούρι.

Και το απόγευμα της άλλης μέρας, το συμπαθητικό τετράποδο έκανε την πανηγυρική εμφάνισή του στην πολυσύχναστη λεωφόρο Ευαγόρου, στη Λευκωσία, παρελαύνοντας με τα ξύλινα όπλα και τα συνθήματα της παράδοσης. Φωτογραφία, που λήφθηκε από τον αείμνηστο Φάνη Παρπαΐρη, μεταδόθηκε και δημοσιεύθηκε σαν αστραπή σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Τέτοιον εξευτελισμό δεν τον περίμεναν ο Χάρντιγκ και οι επιτελείς του.

Σ’ ευχαριστούμε αειθαλή αγωνιστή και λογοτέχνη Ρένο Λυσιώτη για το νέο σου βιβλίο, που μας παίρνει πίσω στα δοξασμένα χρόνια της ΕΟΚΑ. Ένα βιβλίο, κομψό ιστορικό λογοτέχνημα, που πρέπει να διαβαστεί από κάθε Έλληνα.