ΑΠΑΓΩΓΗ: ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΡΑΥΜΑ

Η ψυχολόγος σχολικής εξελικτικής κατεύθυνσης δρ Αριστονίκη Θεοδοσίου Τρυφωνίδου μίλησε στη «Σ», για τα ψυχολογικά επακόλουθα της απαγωγής και πώς μπορούν τα θύματα να ξεφύγουν από αυτήν την κατάσταση

Η Χέλεν μοιράστηκε μαζί μας τον τρόμο που πέρασε πριν από εφτά περίπου χρόνια στην Αμερική, όταν ένας άγνωστος επιχείρησε να πάρει τον μόλις πέντε χρονών γιο της. Ήταν λίγο πριν έρθει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κύπρο μαζί με την οικογένειά της

· Η εκδήλωση της διαταραχής μετατραυματικού στρες παρουσιάζεται περισσότερο σε παιδιά θύματα απαγωγής, απ' ό,τι στα παιδιά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης

· Η απαγωγή βρέθηκε να συνδέεται στενά με την κατάθλιψη και κοινωνική φοβία. Τέτοια συγκλονιστικά γεγονότα μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία συντονισμένων εκπαιδευτικών προσπαθειών, προκειμένου να σχεδιαστούν προγράμματα πρόληψης -για απαγωγές, φαινόμενα βίας, εκφοβισμού, φυσικών καταστροφών- στα σχολεία από ειδικούς.

· Ως γονείς μπορούμε να μιλήσουμε στα παιδιά μας από την ηλικία των 3 ετών για τέτοια φαινόμενα μέσα από παραμύθια και αλληγορικές ιστοριούλες, ή να παίξουμε μαζί τους συμβολικά παιχνίδια για να δούμε τις αντιδράσεις τους και προσπαθώντας να τους δείξουμε μέσα από το παιχνίδι πώς θα πρέπει να δράσουν σε μια τέτοια περίπτωση


«Τον άφησα από τα μάτια μου για δύο μόνο λεπτά… υπήρχε πολύς κόσμος γύρω… όταν τον έψαξα δεν τον είδα… όταν ρώτησα δεν τον είδε κανείς… οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν μαρτυρικές για μένα… μέχρι που τον είδα στην αγκαλιά ενός άγνωστου να έρχεται κοντά μου… Oι πληροφορίες που ήρθαν σε μένα μετά ήταν συγκεχυμένες. Τον άρπαξε κάποιος και έτρεξε έξω από το κατάστημα που ήμασταν. Ο τότε 5χρονος γιος μου, λίγα μέτρα μετά φώναζε και έκλαιγε, αλλά ο άντρας συνέχισε να τρέχει. Κάποιοι περαστικοί τον σταμάτησαν με το ζόρι και τότε το παιδί είπε το όνομά μου.

»Άκουσαν τις φωνές μου και ο ένας με τον άλλο βοήθησε στο να έρθει το παιδί μου ξανά στην αγκαλιά μου. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν κατάφερνε αυτός ο άντρας να πάρει το παιδί μου. Άκουσα ιστορίες απαγωγής, αλλά δεν πίστευα ότι παραλίγο να ζούσα αυτό το πράγμα. Τη μεγαλύτερη τρομάρα όμως την πήρε ο γιος μου, που για πολύ χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να κοιμηθεί, φοβόταν να φύγει από κοντά μου, δεν πήγαινε σχολείο. Με τη βοήθεια όμως ενός ειδικού φαίνεται ότι κατάφερε να ξεπεράσει κάποια τραύματα…».

Η Χέλεν μοιράστηκε μαζί μας τον τρόμο που πέρασε πριν από εφτά περίπου χρόνια στην Αμερική, όταν ένας άγνωστος επιχείρησε να πάρει τον μόλις πέντε χρονών γιο της. Ήταν λίγο πριν έρθει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κύπρο μαζί με την οικογένειά της. Η αλήθεια είναι ότι νιώθει μεγάλη ασφάλεια στο νησί μας και χαίρεται που η οικογένειά της μεγαλώνει εδώ. Ένα άλλο θέμα που θα αγγίξουμε ξανά.

Ανησυχεί πολλούς γονείς

Μέχρι πριν λίγο καιρό ακούγαμε για απαγωγές που γίνονταν σε χώρες μακριά από μας. Δεν είναι λίγες όμως οι φορές που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας απόπειρες απαγωγής στη χώρα μας, γεγονός που άρχισε να ανησυχεί πολλούς γονείς. Η ψυχολόγος σχολικής εξελικτικής κατεύθυνσης δρ Αριστονίκη Θεοδοσίου Τρυφωνίδου μίλησε στη «Σ», για τα ψυχολογικά επακόλουθα της απαγωγής και πώς μπορούν τα θύματα να ξεφύγουν από αυτήν την κατάσταση. «Οι απαγωγές γίνονται με ένα ή περισσότερα κίνητρα. Μπορεί να φτάσει στο σημείο κάποιος να απαγάγει ένα παιδί είτε για να ζητήσει λύτρα, είτε για να το κακοποιήσει σεξουαλικά, είτε για να το χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης και εκφοβισμού για να πάρει κάτι από τους γονείς του. Οι ειδήσεις που διαβάζουμε κατά καιρούς για απαγωγές εγείρει μια ερώτηση που ίσως πολλοί έχουν αναρωτηθεί.

»Τι συμβαίνει στο μυαλό ενός ανθρώπου και ειδικά ενός παιδιού, μετά από ένα τέτοιο τραύμα; Το ακόμη πιο αξιοπερίεργο είναι πώς αυτά τα θύματα, που είναι φυλακισμένα κατά τέτοιον τρόπο, δεν προσπαθούν να αποδράσουν όταν τους δίνεται η ευκαιρία; Στην περίπτωση μιας απαγωγής στο Κλίβελαντ, ίσως οι γυναίκες να προσπάθησαν να το κάνουν, καθώς η σωτηρία τους έτσι κι αλλιώς ήρθε, όταν ο ένας εκ των δραστών έφυγε από το σπίτι και ένα από τα θύματα άρχισε να χτυπάει δυνατά την πόρτα και να ουρλιάζει, για να την ακούσει και να τη σώσει κάποιος γείτονας, όπως και έγινε.

»Ίσως αυτή να ήταν η μοναδική φορά που είχε την ευκαιρία να κάνει κάτι τέτοιο από την ημέρα που χάθηκαν τα ίχνη της, αλλά αυτό δεν είναι το πλέον πιθανό, μιας και μιλάμε για ένα μικρό σπίτι σε μια κατοικημένη περιοχή με πολύ κόσμο, κι έναν απαγωγέα που τον είχαν δει πολλές φορές οι γείτονες να κυκλοφορεί έξω. Προφανώς υπάρχει κάτι που διαλύει το μυαλό των ανθρώπων και τη θέλησή τους, όταν καταρρίπτεται κάθε ίχνος αυτονομίας που έχουν. Όσο και να θέλουμε να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι θα παλεύαμε σαν άγρια θηρία αν ήμασταν στη θέση τους, μάλλον την ίδια στάση θα κρατούσαμε».

«Θέλω πίσω τη ζωή μου»

Η πρόκληση, όπως αναφέρει η ψυχολόγος, είναι να συνειδητοποιήσουμε ποια είναι ακριβώς η ψυχολογική βλάβη που προκαλείται σε τέτοιου είδους θύματα που μπορεί να παρακάμψει το ανθρώπινο μυαλό και, το σημαντικότερο, τι μπορούμε να κάνουμε για να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους να ξεπεράσουν το τραύμα τους. «Γι' αυτόν τον λόγο, τα θύματα αιφνίδιων κακοποιητικών γεγονότων χρειάζονται απόσταση από τα μέσα ενημέρωσης. Ο ψυχολόγος Ίαν Χίλφερ αναφέρει πως όλοι είναι συγκλονισμένοι, φοβισμένοι και θέλουν να μάθουν τα πάντα, ωστόσο, όταν ένας εκπρόσωπος βγει στη δημοσιότητα και δώσει ορισμένα στοιχεία, για να ενημερώσει τον κόσμο, τότε το σημαντικότερο για την οικογένεια είναι να βρει χρόνο να επανέλθει μόνη της και να θεμελιώσει ξανά τις χαμένες σχέσεις.

Η επαναφορά των θυμάτων αυτών δεν είναι εύκολη. Η απαγωγή επίσης βρέθηκε να συνδέεται στενά με την κατάθλιψη και κοινωνική φοβία. Κάποιες έρευνες αναφέρουν ότι η συναισθηματική ελαστικότητα των παιδιών είναι παρόμοια με τη σωματική τους ελαστικότητα, που σημαίνει ότι θεραπεύονται πιο εύκολα από τους ενήλικες. Ωστόσο, υπάρχει ένα τεράστιο τίμημα για τα παιδιά που μεγαλώνουν σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Ο περιορισμός που υφίστανται τους εμποδίζει κάθε στιγμή της ζωής τους να μεγαλώσουν και να ωριμάσουν διανοητικά και συναισθηματικά.

Όσο μεγαλώνουν, θα είναι πιο δύσκολο να ξεχάσουν απ' ό,τι αν ήταν παιδιά. Το πρώτο βήμα για την επούλωση των πληγών αυτών των ανθρώπων είναι η συνεργασία με ψυχολόγους. Η γιατρός Γουόλτς αναφέρει τη λεγόμενη επιβοηθούμενη ανικανότητα, που ακολουθεί συναισθηματικά το θύμα μετά την απαγωγή. Αρχικά το θύμα παραδίδεται στην αδυναμία του, γεγονός που επιταχύνεται αν ο απαγωγέας κρατά ισορροπημένη στάση, προκαλώντας τη μια στιγμή φυσικό πόνο και την άλλη εμποδίζοντάς τον.

Η ίδια η γιατρός συνεχίζει λέγοντας ότι, κάποιες φορές οι απαγωγείς, αντί να βασανίσουν, προσφέρουν καλοσύνη, παραδείγματος χάρη δίνουν ένα ποτήρι νερό αντί για ξύλο. Κι έτσι τα θύματα ξεκινούν να νιώθουν ένα είδος ευγνωμοσύνης προς τον απαγωγέα τους. Επίσης, βοηθά πολύ το να νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος, γιατί αν ο απαγωγέας είναι η μόνη επαφή που έχεις, τότε ακόμα κι αν σε κακομεταχειρίζεται, όταν σου δίνεται η ευκαιρία να αποδράσεις, δεν το κάνεις. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να το θυμούνται αυτό τα θύματα, δηλαδή ότι ο απαγωγέας τούς προκάλεσε αυτά τα συναισθήματα, γιατί δεν πρέπει να κατηγορήσουν σε καμιά περίπτωση τον εαυτό τους για ό,τι συνέβη.

Ψυχολογικά επακόλουθα

Ανάλογα με την ηλικία του παιδιού θα είναι αντίστοιχες και οι αντιδράσεις του, σύμφωνα πάντα με την ειδικό. «Άλλες αντιδράσεις θα έχει ένα παιδί στην προσχολική ηλικία και άλλες ένα έφηβο παιδί. Τα παιδιά που επιβιώνουν από τις απαγωγές συχνά βιώνουν βαθιά ψυχολογικά επακόλουθα. Η εκδήλωση της διαταραχής μετατραυματικού στρες παρουσιάζεται περισσότερο σε παιδιά - θύματα απαγωγής απ' ό,τι στα παιδιά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης. Επίσης η απαγωγή βρέθηκε να συνδέεται στενά με την κατάθλιψη και κοινωνική φοβία. Τέτοια συγκλονιστικά γεγονότα μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία συντονισμένων εκπαιδευτικών προσπαθειών, προκειμένου να σχεδιαστούν προγράμματα πρόληψης για απαγωγές, φαινόμενα βίας, εκφοβισμού, φυσικών καταστροφών στα σχολεία από ειδικούς.

»Αυτές οι προσπάθειες να έχουν ως στόχο να εκπαιδεύσουν τα παιδιά από προνηπιακή μέχρι σχολική ηλικία μέσα από συμπεριφοριστικές ασκήσεις, μοντελοποίηση, παιχνίδια ρόλων και πώς να προστατεύουν τον εαυτό τους. Τέτοιες προσπάθειες γίνονται από σχολικούς ψυχολόγους και στις ΗΠΑ και στην υπόλοιπη Ευρώπη». Η δρ Τρυφωνίδου επισημαίνει ότι «ως γονείς μπορούμε να μιλήσουμε στα παιδιά μας από την ηλικία των 3 ετών για τέτοια φαινόμενα μέσα από παραμύθια και αλληγορικές ιστοριούλες ή να παίξουμε μαζί τους συμβολικά παιχνίδια, για να δούμε τις αντιδράσεις τους και προσπαθώντας να τους δείξουμε μέσα από το παιχνίδι πώς θα πρέπει να δράσουν σε μια τέτοια περίπτωση».