ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ ΣΕ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΑ
Παραμένουν οι μεγάλες διαφορές μεταξύ του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, που εξουσιοδοτήθηκε να ετοιμάσει σχετικό νομοσχέδιο, και των βουλευτών και όλων των άλλων εμπλεκομένων φορέων
Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος: «Έχουμε ουσιαστικά ένα σύστημα, το οποίο κακοποιεί το ίδιο το παιδί, στην προσπάθειά του να ικανοποιήσει τον ένα γονιό που δεν έχει την επικοινωνία»
Σύνδεσμος Κοινωνιολόγων Κύπρου: «Τακτικά παρατηρείται το φαινόμενο της γονικής αποξένωσης, όπου τα τέκνα ωθούνται στην αποστροφή και απόρριψη του ενός γονέα, από τον άλλο γονέα»
«Εθνικό θέμα» χαρακτήρισε, εύστοχα, τον προβληματικό χαρακτήρα διαζυγίων/χωρισμών στην Κύπρο και το συνδεόμενο με αυτά, φαινόμενο της γονικής αποξένωσης, η βουλευτίνα του ΑΚΕΛ Στέλλα Μισιαούλη, στη συνεδρία της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων την περασμένη Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016, δίνοντας έτσι το στίγμα της σοβαρότητας μιας κοινωνικής πραγματικότητας που επηρεάζει αρνητικά και μακροχρόνια, πολλές χιλιάδες παιδιά και γονείς. (Σημειώνουμε ότι καταγράφονται στην Κύπρο, περίπου χίλια διαζύγια τον χρόνο). «Πρέπει», είπε, «να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό παίρνει έκταση επιδημίας και πρέπει ν' αντιμετωπισθεί ως εθνικό θέμα, γιατί αφορά την αντιμετώπιση των παιδιών χωρισμένων γονιών, των ίδιων των γονιών και την πρόληψη διαζυγίων με παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών».
Σε αυτήν την τρίτη κατά συνέχεια συνεδρία στην Επιτροπή (μετά την 29η Ιουνίου 2015 και 7η Δεκεμβρίου 2015), για το θέμα της ανάθεσης της γονικής μέριμνας των παιδιών σε περιπτώσεις διαζυγίου και τα προβλήματα άνισης μεταχείρισης που μπορεί να δημιουργούνται ανάμεσα στους γονείς, με τις αποφάσεις δικαστηρίων, για αντιμετώπιση της γονικής αποξένωσης, διαπιστώθηκαν για άλλη μια φορά, οι μεγάλες διαφορές επί του προκειμένου, μεταξύ του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου από τη μια και όλων των άλλων εμπλεκομένων φορέων, κρατικών και μη, από την άλλη.
Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι, στην παρέμβασή του, ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, δικηγόρος Λάρης Βραχίμης, Πρόεδρος της Επιτροπής Οικογενειακού Δικαίου του Συλλόγου, επανέλαβε την αρχική του θέση, διατυπωμένη σε προηγούμενα στάδια της συζήτησης, αλλά και στο γραπτό σημείωμα που υπέβαλε στην Επιτροπή τον Ιούνιο 2015 εκ μέρους του ΠΔΣ, ουσιαστικά αποδίδοντας το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη γονική αποξένωση, στον αποξενωμένο γονέα.
Επισημαίνουμε ότι η Επιτροπή συμφώνησε να συνεργαστεί με τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, για ετοιμασία πρότασης νόμου, για επίλυση προβλημάτων γονικής αποξένωσης, παρά το ότι η θέση των οργανωμένων δικηγόρων είναι σε διάσταση με τις τοποθετήσεις όλων των βουλευτών της Επιτροπής, του πρώην Προέδρου του Οικογενειακού Δικαστηρίου (ο Γιώργος Σεργίδης εξελέγη, στο μεταξύ, νέος Κύπριος Δικαστής στο ΕΔΑΔ), των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, της Ομάδας Κατά της Γονικής Αποξένωσης και της ίδιας της Επιτρόπου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού.
(Στο πλαίσιο ρεπορτάζ μας, που δημοσιεύτηκε στη «Σ» στις 5 Ιουλίου 2015, ο κ. Βραχίμης σχολίασε την έκθεση του 2012, της Λήδας Κουρσουμπά, που δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές για το πρόβλημα της γονικής αποξένωσης, υποστηρίζοντας ότι «η Επίτροπος, λανθασμένα υιοθέτησε τη θεωρία του συνδρόμου γονικής αποξένωσης». Πρόσθεσε ότι η θέση αυτή της κυρίας Κουρσουμπά «θέτει σε σοβαρό κίνδυνο το συμφέρον των παιδιών, είτε τα παιδιά είναι θύματα κακοποίησης από πλευράς του άλλου γονιού, είτε έχουν πρόβλημα στη σχέση τους με τον άλλο γονιό»).
«Το σύστημα κακοποιεί το παιδί»
Στη συνεδρία της περασμένης Δευτέρας, ο Λάρης Βραχίμης είπε σχετικά: «Υπάρχει μια προκατάληψη - θεωρούμε υπαίτιο αυτών των καταστάσεων, τη μητέρα που έχει τη φροντίδα των παιδιών. Στην πραγματικότητα οι λόγοι που οδηγούν ένα παιδί να μην επιθυμεί να έχει σχέση με τον άλλο γονέα, είναι πάρα πολλοί - σπάνια μπορεί κάποιος ν' αποδώσει αυτήν τη συμπεριφορά, αποκλειστικά στην κακόβουλη στάση ενός γονιού. Κατά κανόνα έχει να κάνει με τη συμπεριφορά του άλλου γονιού, με κακές σχέσεις που προϋπήρχαν μεταξύ παιδιού και γονιού πριν από τη διάσταση, με τις συνέπειες που έχει στο παιδί το γεγονός της τεράστιας σύγκρουσης μεταξύ των γονιών και πώς μέσα στο πλαίσιο του διαζυγίου επηρεάζει τη συμπεριφορά του παιδιού και με τις φυσιολογικές ταυτίσεις που έχει ένα παιδί με τον ένα γονιό, αντί με τον άλλο.
»Οι παράγοντες είναι σύνθετοι και οδηγούν σε μικρό αριθμό περιπτώσεων, σε μια κατάσταση να έχουν τα παιδιά τέτοια αρνητικά συναισθήματα, που να καθίσταται αδύνατη η εφαρμογή της επικοινωνίας. Ούτε η Αστυνομία μπορεί να βοηθήσει, ούτε το Δικαστήριο σε αυτές τις περιπτώσεις. Ο τρόπος να προληφθεί αυτή η κατάσταση, είναι ν' αποφεύγονται αυτές οι έντονες συγκρούσεις από την αρχή. Εφόσον όμως παρουσιαστεί το πρόβλημα, τότε μιλούμε για αδυναμία εφαρμογής της οποιασδήποτε επικοινωνίας.
»Όπου υπάρχει τέτοια έντονη αντίδραση του παιδιού, ώστε να μην μπορεί να εφαρμοστεί ένα διάταγμα επικοινωνίας, αυτό κλιμακώνεται και αναγκαστικά ο μόνος τρόπος επίλυσης είναι να προσπαθήσεις να εντοπίσεις τα αίτια και να τα αφαιρέσεις. Συνήθως αυτό γίνεται με τη βοήθεια ψυχολόγου, που θα μιλήσει στους δύο γονείς, για μείωση των εντάσεων μεταξύ τους, για κατανόηση εκ μέρους τους ότι η δική τους συμπεριφορά συμβάλλει στην κατάσταση αυτή και για να δουλέψουν με το παιδί για αποκατάσταση της επικοινωνίας.
»Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό έχει αποτέλεσμα, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που αυτό δεν μπορεί να γίνει - έχει περάσει πολύς χρόνος ενδεχομένως, είναι πολύ αρνητικό το παιδί, οι γονείς έχουν τέτοιες ιδιοσυγκρασίες που δεν μπορούν ν' αλλάξουν τις συμπεριφορές τους και να δουλέψουν τα πράγματα.
»Οποιαδήποτε συνέχιση της προσπάθειας να επιβάλεις στο παιδί να βλέπει τον γονιό για τον οποίο πλέον δεν τρέφει θετικά συναισθήματα, είναι εντελώς αρνητική για το παιδί, με αποτέλεσμα να έχουμε ουσιαστικά ένα σύστημα, το οποίο κακοποιεί το ίδιο το παιδί, στην προσπάθειά του να ικανοποιήσει τον ένα γονιό που δεν έχει την επικοινωνία και ν' αποφύγει τις κατηγορίες από πλευράς του. Βλέπουμε παιδιά που για μια δεκαετία υποβάλλονται με αυτό το σύστημα σε πιέσεις, πηγαίνουν από τον ψυχολόγο, στον κοινωνικό λειτουργό, στον αστυνομικό. Αυτές είναι ενέργειες που ουσιαστικά κακοποιούν το παιδί και θα πρέπει οι υπηρεσίες (του κράτους) να βρουν τους μηχανισμούς να προστατεύσουν τα παιδιά από αυτές τις διαδικασίες».
Οι δικηγόροι δεν θέλουν εκσυγχρονισμό
Ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου εξέφρασε επιπρόσθετα τη διαφωνία του στη διαδικασία εκσυγχρονισμού του Οικογενειακού Δικαίου, που ήδη τυγχάνει επεξεργασίας από επιτροπή εμπειρογνωμόνων, με το Γραφείο της Επιτρόπου του Παιδιού Λήδας Κουρσουμπά να έχει κεντρικό ρόλο και με συντονισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι ενώ η βουλευτίνα της ΕΔΕΚ Ρούλα Μαυρονικόλα, που μαζί με τη Στέλλα Κυριακίδου του ΔΗΣΥ ενέγραψαν το θέμα για συζήτηση, είπε στη συνεδρία ότι «χρειαζόμαστε πάρα πολύ την ολοκληρωτική τροποποίηση (εκσυγχρονισμό) του Οικογενειακού Δικαίου, ο Λάρης Βραχίμης τόνισε ότι «δεν συμφωνούμε ότι υπάρχει σοβαρή ανάγκη εκσυγχρονισμού του Οικογενειακού Δικαίου».
Και πρόσθεσε τα εξής: «Έχουμε ένα σύγχρονο Οικογενειακό Δίκαιο, ανάλογο με αυτό που υπάρχει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μας ανησυχεί ιδιαίτερα η σπουδή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τον τρόπο που το κάνει, για μια εκ βάθρων αλλαγή ρυθμίσεων, οι οποίες δεν περιλήφθηκαν τυχαία. Αν δεν κάνω λάθος, η απόφαση λήφθηκε τον Οκτώβρη ή Νοέμβρη 2015, με οδηγίες να ετοιμαστεί η έκθεση για αλλαγή όλου του Οικογενειακού Δικαίου, σε δύο μήνες. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται ούτε σε δύο μήνες, ούτε σε έξι μήνες. Τέτοια σοβαρή δουλειά απαιτεί χρόνια για να γίνει - εκτός αν γίνουν συγκεκριμένες παρεμβάσεις σε συγκεκριμένα θέματα. Αλλά ακόμα και γι' αυτό, δεν μπορεί να μην περάσει μια διετία, πριν καταλήξεις σε κάποια απόφαση. Αυτή η σπουδή, να γίνει αλλαγή του Οικογενειακού Δικαίου σε δύο, τρεις, ή πέντε μήνες, θεωρούμε εμείς ότι είναι πάρα πολύ επικίνδυνη και μάλλον θα κάνει τεράστια ζημιά, παρά κάτι άλλο». Ο κ. Βραχίμης συμπλήρωσε ότι «εμείς δεν συμμετέχουμε, δεν έχουμε πει οτιδήποτε, περιμένουμε να πούμε τις απόψεις μας».
Εξέπνευσαν προθεσμίες χωρίς αποτέλεσμα
Διαφορετική από την θέση του Λάρη Βραχίμη και του Παγκύπριου Δικηγορικού Σύλλογου στο θέμα αυτό, είναι η θέση του Πρόεδρου της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής Σοφοκλή Φυττή, που σημείωσε ότι η συσταθείσα ομάδα εμπειρογνωμόνων «έπρεπε να είχε προβεί σε προτάσεις και εισηγήσεις για αναθεώρηση και εκσυγχρονισμό του Οικογενειακού Δικαίου, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στα δεδομένα και τις ανάγκες της σημερινής εποχής, γεγονός όμως που δεν έπραξε».
Πρόσθεσε ότι «παράλληλα θα υπάρχει δεύτερη ομάδα από ακαδημαϊκούς, η οποία θα συμβουλεύει και θα δίνει εισηγήσεις. Εμείς έχουμε ζητήσει ως Επιτροπή, όπως αυτό το θέμα προχωρήσει γρήγορα. Υπάρχει δυστυχία, πρόβλημα μεταξύ χωρισμένων ή εν διαστάσει γονέων για τα παιδιά, για την επιτήρηση, για τη γονική μέριμνα και πιστεύουμε ότι με το να γίνει κάτι στο ζήτημα της Οικογενειακής Διαμεσολάβησης, θα ωφελήσει. Θα ωφελήσει επίσης πολύ, αν υπάρχει Κέντρο Οικογενειακής Παρέμβασης, για να μειώνονται σε σημαντικό βαθμό τα προβλήματα μεταξύ των πρώην συζύγων, γονιών των παιδιών. Ήδη υπάρχει σοβαρή καθυστέρηση στο θέμα και θα αναμένουμε ότι η νέα Βουλή θα συζητήσει εκ νέου την κατάσταση».
Προς την ίδια κατεύθυνση ήταν και η τοποθέτηση της βουλευτίνας του ΑΚΕΛ, Σκεύης Κουκουμά, που ανέφερε πως «παρόλο ότι μας έχει σταλεί επιστολή από μέρους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, για τις διαδικασίες που έχουν ξεκινήσει για να λύσουν το θέμα, οι προθεσμίες που καθορίζονται γραπτώς στην επιστολή έχουν εκπνεύσει και φαίνεται ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων θα έπρεπε μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου 2016 να είχε ολοκληρώσει τη μελέτη και να είχε καταλήξει σε εισηγήσεις εκσυγχρονισμού του Οικογενειακού Δικαίου.
»Θα έπρεπε να είχε καταλήξει σε εισηγήσεις για το ίδιο θέμα, μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 2016 και η ομάδα ακαδημαϊκών που συστάθηκε για τον σκοπό αυτό». Η κυρία Κουκουμά επεσήμανε ότι «έχουμε το τελευταίο διάστημα αύξηση φόνων σε βάρος γυναικών και αυτό είναι απότοκο των προβλημάτων μέσα στις οικογένειες, περιλαμβανομένων περιπτώσεων που καταλήγουν σε διαζύγια που δεν γίνονται αποδεκτά και οδηγούνται στη βία».
Να αναφέρουμε στο σημείο αυτό, τη διαβεβαίωση της λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Κατερίνας Κληρίδου, ότι το Υπουργείο Εργασίας αναμένεται να αναλάβει να συντονίσει σύσκεψη, για δημιουργία Παρατηρητηρίου Οικογενειακής Καθοδήγησης, με τη συμμετοχή των αρμοδίων τμημάτων των Υπουργείων Υγείας και Δικαιοσύνης, όπως εισηγήθηκε η Επιτροπή με επιστολή της.
Ναι στην Οικογενειακή Διαμεσολάβηση
Στην ανάγκη άμεσης εφαρμογής του θεσμού της Οικογενειακής Διαμεσολάβησης αναφέρθηκαν οι εκπρόσωποι της Αστυνομίας και των Γραφείων των Επιτρόπων Διοικήσεως και Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Είπε ο Αστυνόμος Κώστας Βέης, εκ μέρους της Αστυνομίας:
«Συμφωνούμε για την εφαρμογή του θεσμού Οικογενειακής Διαμεσολάβησης, όσον αφορά τα θέματα επικοινωνίας μεταξύ γονέων και παιδιών, σε περιπτώσεις χωρισμού των γονέων, για να επιλύονται οι διαφορές γονιών εν τη γενέσει τους και για να είναι όσο το δυνατόν λιγότερες οι αποκλίσεις από τις αποφάσεις των Δικαστηρίων, μελλοντικά.
»Η Διαμεσολάβηση πρέπει να συνυπολογίσει ότι για να βοηθήσει την απάμβλυνση των προβλημάτων των χωρισμένων γονιών, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διαχείριση του συναισθήματος (της έχθρας ή του μίσους), για ν' αποφεύγονται περιστατικά κακοποίησης. Να μην ξεχνούμε ότι προκύπτουν πολλά περιστατικά βίας στην οικογένεια, σε περιπτώσεις διάστασης ή διαζυγίου των ζευγαριών - ετήσια καταγράφουμε περίπου 25% τέτοιων περιστατικών βίας στην οικογένεια, που συχνά σχετίζονται με την εφαρμογή των διαταγμάτων επικοινωνίας».
Από το Γραφείο της Επιτρόπου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού, ο Κυριάκος Παχουλίδης τόνισε ότι «το θέμα έχει πρωτίστως κοινωνικό χαρακτήρα, που αφορά τον παιδοκεντρικό προσανατολισμό της κοινωνίας μας. Με αυτό εννοούμε την τοποθέτηση από την κοινωνία, του συμφέροντος του παιδιού πάνω απ' όλα και ιδιαίτερα στο πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων. Αυτό για εμάς, είναι πρωτίστως πρόβλημα που αφορά τα παιδιά και δευτερευόντως τους γονείς.
»Υποχρέωση της Πολιτείας είναι να υποστηρίξει σε θεσμικό, νομικό και διαδικαστικό επίπεδο, διαδικασίες διασφάλισης, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, του συμφέροντος του παιδιού, όταν προκύπτει διάλυση ενός γάμου. Γι' αυτόν τον λόγο έχουμε καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις που αφορούν το νομοσχέδιο για την Οικογενειακή Διαμεσολάβηση και έχουμε υποστηρίξει την τροποποίηση του νόμου, προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να διορίζει εκεί όπου χρειάζεται, ψυχολόγο κατά την εξέταση υποθέσεων γονικής μέριμνας, για διαχείριση, μεταξύ άλλων, των συναισθημάτων στη διαδικασία διαζυγίου».
Από το Γραφείο της Επιτρόπου Διοίκησης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Νάσια Διονυσίου υπογράμμισε ότι «και οι δύο γονείς έχουν δικαίωμα στην επικοινωνία με τα παιδιά τους και μόνο κατ' εξαίρεσιν και για πάρα πολύ σοβαρούς λόγους, αυτό μπορεί να περιορίζεται. Έρχονται κοντά μας καταγγελίες από χωρισμένους γονείς, κυρίως για παρακοή διαταγμάτων επικοινωνίας και για τις εκθέσεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας που ενίοτε θεωρούνται μεροληπτικές. Υπάρχουν επίσης καταγγελίες ότι η Αστυνομία, μεροληπτικά δεν παρεμβαίνει σε περιπτώσεις παρακοής διαταγμάτων.
»Σε πολλά ζητήματα δεν μπορούμε να παρέμβουμε γιατί κρίνονται τελικά στο Οικογενειακό Δικαστήριο, όμως γινόμαστε δέκτες της αγωνίας των γονέων. Μια τρίτη κατηγορία παραπόνων προέρχονται από αλλοδαπούς γονείς και έχουν να κάνουν με τη μεταναστευτική μεταχείρισή τους, όταν πλέον θα βγει το διαζύγιο. Παραπονιούνται ότι ενώ ως γονείς Κυπρίων παιδιών έχουν δικαίωμα παραμονής και εργασίας στην Κύπρο, συχνά βρίσκονται μπροστά σε τόσο δύσκολες προϋποθέσεις και όρους, που δεν μπορούν ν' ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζονται να παραμείνουν στη Δημοκρατία και συχνά να σκέφτονται ότι θα πρέπει να φύγουν από την Κύπρο, ιδιαίτερα οι άντρες που δεν έχουν επαφή με τα παιδιά.
»Είναι άποψη και του Γραφείου μας ότι η Οικογενειακή Διαμεσολάβηση και η λειτουργία ενός Κέντρου Οικογενειακής Παρέμβασης θα βοηθούσαν πάρα πολύ στα ζητήματα αυτά, αφού συχνά σχετίζονται με αυτά, τα περιστατικά βίας στην οικογένεια. Η επικινδυνότητα εκδήλωσης τέτοιων περιστατικών, ιδιαίτερα σε βάρος των γυναικών που διεκδικούν διαζύγιο, αυξάνεται κατά την περίοδο της διάστασης και του διαζυγίου. Στο θέμα της πρόληψης, ίσως θα έπρεπε να εμπλακεί και το Υπουργείο Παιδείας, με την εισαγωγή, στο μάθημα της Αγωγής Υγείας, του θέματος διαχείρισης σχέσεων, ώστε να βοηθούνται οι νέοι να διαχειρίζονται τις σχέσεις τους, για να μην καταλήγουν σε τέτοιου είδους συμπεριφορές».
Ένα Κέντρο Οικογενειακής Πολιτικής
Η κλινική ψυχολόγος Σεμέλη Βύζακου από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας επεσήμανε ότι «η προσπάθεια να έλθουν οι γονείς σε μια καλύτερη συνεννόηση, δεν αφορά μόνο τις Υπηρεσίες μας, αλλά όλους τους φορείς που εμπλέκονται στα θέματα των χωρισμένων γονιών - τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τις δύο πλευρές, το Οικογενειακό Δικαστήριο. Με αυτό το σκεπτικό, ναι χρειάζεται να γίνει μια μελέτη εφ' όλης της ύλης, γύρω από το πώς θα ικανοποιηθούν οι ανάγκες. Ξέρουμε όλοι ότι μεγαλώνει πολύ το ποσοστό των διαζυγίων και ότι υστερούμε ως Πολιτεία, στην πρόληψη.
» Γιατί, για να διαχειριστούν δύο άτομα τα παιδιά τους και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, πρέπει να πάμε ένα βήμα πιο πριν - πόσο ώριμοι υπήρξαν ως άτομα, μέχρι να γίνουν γονείς; Αυτό αφορά την πρόληψη, αλλά και την παρέμβαση - όταν τα πράγματα είναι σε αδιέξοδο και τα παιδιά πλήττονται, χρειάζονται ταυτόχρονες, πολλαπλές παρεμβάσεις από διάφορους φορείς. Από την ανάγκη αυτή, προκύπτει η εισήγηση για ένα Κέντρο που θα μπορούσε να έχει διαθεματική ομάδα, η οποία να λειτουργεί και να διαχειρίζεται ταυτόχρονα την οικογένεια και το παιδί. Το πόσο είναι εφαρμόσιμο και εύκολο να γίνει, είναι άλλο θέμα».
Παίρνοντας τον λόγο ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Κοινωνιολόγων Κύπρου, Νεκτάριος Παρτασίδης, υπενθύμισε την εισήγηση του Συνδέσμου στην προηγούμενη συνεδρία για δημιουργία Κέντρου Οικογενειακής Πολιτικής και Παρατήρησης με στελέχωση από ειδικούς, «που θα έχει πέρα από τον ρόλο παρατήρησης και ρόλο παρεμβατικό και επιδιαιτητικό για την οικογένεια, για πρακτική αντιμετώπιση προβλημάτων, όπως η γονική αποξένωση».
Παρέπεμψε σε γραπτό υπόμνημα προς την Επιτροπή που, όπως αναφέρει, «στοχεύει να αναδείξει την ανάγκη σφαιρικής κατανόησης του προβλήματος πριν και μετά, προτείνοντας πολυεπίπεδες πρακτικές προσεγγίσεις». Αναφέρονται στο υπόμνημα μεταξύ άλλων τα εξής: «Το διαζύγιο, ιδίως όταν υπάρχουν και βιολογικά ή θετά τέκνα, πρέπει να είναι η έσχατη εναλλακτική επιλογή. Τούτο διότι μετά από την ανεπίσημη είτε επίσημη λύση των νομικών, θρησκευτικών ή ανάλογων τύπων συμβίωσης, φέρουν επιμέρους ψυχοφθόρες συνέπειες τόσο για τους χωρισμένους/ες συζύγους, όσο και κυρίως για τα βιολογικά ή θετά τέκνα.
Έτσι τακτικά παρατηρείται και το φαινόμενο της γονικής αποξένωσης, όπου τα τέκνα ωθούνται στην αποστροφή και απόρριψη του ενός γονέα, από τον άλλο γονέα. Τούτο ενδεχομένως να είναι απότοκο της συνειδητής ή και σκόπιμης επίρριψης ευθυνών από τον ένα γονέα έναντι του άλλου, προκειμένου να εξασφαλίσει την ανάληψη κηδεμονίας των τέκνων, κοινωνικο-οικονομικά ή άλλης φύσεως οφέλη. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρέπει τα τέκνα ν' αφήνονται έρμαιο στη διαμάχη, ή να χρησιμοποιούνται ως μοχλός πίεσης από οιονδήποτε γονέα ή άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα».
Για μια ψυχοκοινωνική προσέγγιση
Όπως υπογραμμίζεται στο υπόμνημα των Κοινωνιολόγων, «χρειάζεται ψυχοκοινωνική προσέγγιση στη βάση ανθρωπιστικών παραμέτρων, προσωπικών στάσεων και επιλογών των διαζευγμένων ή των τέκνων τους, σε πολλαπλά επίπεδα πέρα από το νομικό, όπως:
* Υλική ή άλλως πως μέριμνα από πλευράς κράτους, για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και τη δημιουργία ποιοτικού χρόνου οικογενειών.
* Στοχευμένες κοινωνικές δραστηριότητες για την ενεργή βελτίωση της επικοινωνίας και την ψυχαγωγία διαζευγμένων ή μη οικογενειών και των μελών τους.
* Για την ανάθεση τέκνων και τη γονική μέριμνα, είναι άστοχο να επιβάλλονται νομικές αποφάσεις που αφορούν ατομικές επιλογές. Προτεραιότητα μετά το διαζύγιο, απαιτείται να είναι ο συμβιβασμός υπό μορφή "υπεύθυνης συν-γονικότητας" έναντι στα τέκνα, με τους πρώην συντρόφους να λειτουργούν καθαρά σε συνεταιρική βάση, παρά ανταγωνιστικά.
* Είναι αδιανόητο οιοσδήποτε γονέας να τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης από τον νόμο, εις βάρος του άλλου».
Καταληκτικά τονίζεται ότι «η θεσμοθέτηση διεξαγωγής κοινωνικών ερευνών σε τακτά χρονικά διαστήματα, ενδείκνυται για τη συμπλήρωση κενών, την τεκμηριωμένη κατανόηση και προσέγγιση των διαζυγίων όσον αφορά τα κυπριακά δεδομένα. Μείωση των ποσοστών διαζυγίων και απάμβλυνση των επιπτώσεων που έχουν, σημαίνει ταυτόχρονα και "αποσκλήρυνση" των κοινωνικών τους προεκτάσεων στην κυπριακή πραγματικότητα».
Προσφεύγουν στο ΕΔΑΔ οι γονείς
Σε γραπτό σημείωμα που υπέβαλε στη συνεδρία εκ μέρους της Ομάδας κατά της Γονικής Αποξένωσης η Μάρλα Θεοχαρίδη, επισημαίνεται ότι «η γονική αποξένωση είναι ένα τεράστιο πρόβλημα για όλους μας και αυτό πρέπει να επιλυθεί, όχι σήμερα, αλλά χθες. Δυστυχώς δεν υπήρξε καμία απολύτως πρόοδος σχετικά με το θέμα, από την πρώτη συζήτηση στο κοινοβούλιο, ένα χρόνο πριν. Ο αριθμός των αποξενωμένων γονέων που επικοινωνεί μαζί μας, συνεχώς αυξάνεται. Όλοι οι διαζευγμένοι γονείς ζητούν μιαν άμεση λύση καθώς και άμεση εφαρμογή των διαταγμάτων που εκδίδουν τα Οικογενειακά Δικαστήρια της Κύπρου και ειδικά το διάταγμα επικοινωνίας και διάταγμα φύλαξης, τα οποία δεν έχουν σήμερα απολύτως καμία εφαρμογή.
»Ο Δικηγορικός Σύλλογος Κύπρου εκφράζεται πολύ έντονα κατά της αντιμετώπισης/επίλυσης του προβλήματος της γονικής αποξένωσης και οι θέσεις του είναι σαφέστατα ενάντια στις εκθέσεις της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Είναι προφανείς οι λόγοι για τους οποίους αντιτίθεται ο ΠΔΣ, αφού ενδεχόμενη επίλυση του προβλήματος της γονικής αποξένωσης, ενδεχόμενη εφαρμογή των διαταγμάτων του Οικογενειακού Δικαστηρίου Κύπρου, θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τα έσοδα κάποιων δικηγόρων.
»Η Αστυνομία και οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας δεν θεωρούν την ψυχολογική κακοποίηση παιδιού, ως μορφή κακοποίησης. Όχι μόνο δεν γνωρίζουν, αλλά ούτε και θέλουν να γνωρίζουν. Αυτό δεν συνάδει με τις δηλώσεις και εκθέσεις της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Έχουμε ήδη ξεκινήσει να κινούμαστε προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για επίλυση του προβλήματος και διασφάλιση των δικαιωμάτων μας και των παιδιών μας. Ενθαρρύνουμε κάθε γονέα που έρχεται σε επαφή μαζί μας, να κάνει το ίδιο. Θεωρούμε πλέον πως μόνο μία δυνατή επίπληξη της Κυπριακής Δημοκρατίας από το ΕΔΑΔ, θα αναγκάσει την Κύπρο να επιλύσει το πρόβλημα και να εφαρμόσει τα διατάγματα που το ίδιο το κράτος εκδίδει».




