...για θεραπεία εμφράγματος του μυοκαρδίου
Α. Χρήση βλαστοκυττάρων στο έμφραγμα μυοκαρδίου
Η καρδιαγγειακή νόσος (ΚΝ) εξακολουθεί να είναι η κύρια αιτία θνησιμότητας και νοσηρότητας στον Δυτικό Κόσμο. Εκτός από την πολύπλοκη κλινική εικόνα και εξέλιξή της, η εγγενής αδυναμία των καρδιομυοκυττάρων να αναγεννηθούν οδηγεί σε καρδιακό εκφυλισμό, ο οποίος επιτείνεται με την αύξηση της ηλικίας, προκαλώντας τελικά καρδιακή ανεπάρκεια. Η επεμβατική, χειρουργική, ή φαρμακευτική θεραπεία της καρδιαγγειακής νόσου στην Ευρώπη υπερβαίνει σε κόστος τα €192 δισεκατομμύρια ετησίως, και αντιστοιχεί σε > 2 εκατομμύρια θανάτους/έτος.
Η χρήση της τεχνικής εμφύτευσης των βλαστικών κυττάρων (ΒΚ) κατά τα τελευταία 17 χρόνια έχει αποτελέσει μιαν από τις πλέον καινοτόμες ερευνητικές θεραπείες, η οποία υπόσχεται την αναγέννηση των ιστών, με στόχο τη βελτίωση της καρδιακής λειτουργίας μετά από ισχαιμική βλάβη. Η βασική προσέγγιση της θεραπείας με ΒΚ περιλαμβάνει την άμεση μεταμόσχευση κυττάρων, η οποία ακολουθείται από τη μετανάστευση, διαφοροποίηση, και πολλαπλασιασμό τους (Εικόνα 1).
Ωστόσο, παρόλο που η αποδοτικότητα των τεχνολογιών ΒΚ έχει αποδειχθεί, η αποτελεσματικότητα της τεχνικής βρίσκεται ακόμη υπό εξέταση. Παρά τις αποδεδειγμένες λειτουργικές βελτιώσεις στους καρδιακούς λειτουργικούς δείκτες μετά την ενέσιμη χορηγία ΒΚ μέσω των στεφανιαίων αγγείων, ή απευθείας στο μυοκάρδιο, τα πολλαπλά είδη, καθώς και οι πολυάριθμες μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια και εμφύτευση ΒΚ, έχουν επιφέρει ποικίλα αποτελέσματα, τόσο σε ανθρώπους όσο και στα ζώα. Παρά τις αβεβαιότητες και την αποτελεσματικότητα της τεχνικής, έχει αποδειχθεί πρόσφατα ότι τα καρδιακά ΒΚ οδηγούν στη βελτίωση της καρδιακής λειτουργίας σε μοντέλα εμφράγματος του μυοκαρδίου σε τρωκτικά, δίδοντας έτσι ελπίδες για μετεξέλιξη και εφαρμογή της τεχνικής σε ανθρώπους.
Β. Μη-επεμβατική απεικόνιση βλαστοκυττάρων με σήμανση φθορίζοντων νανοσωματιδίων
Κάτω από την ερευνητική καθοδήγηση των Καθηγητών Καρδιακής Ιατρικής J. Schneider και Φυσιολογίας, Ανατομίας, και Γενετικής C. Carr του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, η ερευνητική δραστηριότητα του Δρος Κωνσταντινίδη επιχορηγείται μέσω του προγράμματος ενδοευρωπαϊκής κινητικότητας Marie Sklodowska Curie (MSCA) της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Εστιάζεται στη μη-επεμβατική απεικόνιση και παρακολούθηση των ΒΚ μετά από σήμανσή τους (labeling) με φθορίζοντα νανοσωματίδια, καθώς και στις λειτουργικές επιπτώσεις τους, οι οποίες έχουν λάβει πρωταγωνιστικό ρόλο τα τελευταία χρόνια στον τομέα έρευνας και τεχνολογίας στην ιατρική.
Η έρευνα εστιάζεται επίσης στη χρήση απεικονιστικών τεχνικών για παρακολούθηση της πορείας των εμφυτευμένων ΒΚ για καθορισμό των βέλτιστων στρατηγικών θεραπείας (δόση, χρονική στιγμή, και μέθοδος εμφύτευσης), τομέας έντονης ερευνητικής δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, οι ερευνητικές προσπάθειες χρησιμοποιούν νανοσωματίδια (ΝΣ) που περιέχουν υπερφθοράνθρακες (PFC), τα οποία έχουν οδηγήσει σε άμεση παρακολούθηση και ποσοτικοποίηση του βιώσιμου αριθμού των ΒΚ μετά την εμφύτευσή τους σε βιολογικούς οργανισμούς με τη χρήση απεικόνισης μαγνητικής τομογραφίας φθορίου (19F-MRI).
Η απουσία εγγενούς συγκέντρωσης φθορίου στο ανθρώπινο σώμα παρέχει στα φθοριούχα μόρια σήμανσης ένα πρόσθετο πλεονέκτημα ως παράγοντες/μόρια παρακολούθησης της εξέλιξης των ΒΚ (Εικόνα 1).
Γ. Πανεπιστήμιο Οξφόρδης - Τμήμα Καρδιαγγειακής Ιατρικής
Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης κατέχει διεθνή φήμη ως κέντρο παγκόσμιας κλάσης και αριστείας στην έρευνα και διδασκαλία (51 βραβεία Νόμπελ). Το Πανεπιστήμιο κατέχει επίσης τους περισσότερους ακαδημαϊκούς διεθνούς αριστείας από οποιοδήποτε άλλο πανεπιστήμιο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι ένα από τα πιο καινοτόμα και επιχειρηματικά Πανεπιστήμια της Ευρώπης, με εισοδήματα από ερευνητικά προγράμματα που υπερβαίνουν τα 409 εκ. στερλινών ετησίως.
Είχε επίσης μια επιτυχημένη πορεία στο Πρόγραμμα Πλαίσιο της ΕΕ (Framework Programme), με τη συμμετοχή σε > 700 έργα από το 2007. Περισσότερα από 200 Προγράμματα MSCA έχουν βραβευτεί τα τελευταία 7 χρόνια στο πλαίσιο του προγράμματος FP7. Με τη σειρά του, το Τμήμα Καρδιακής Ιατρικής είναι διεθνώς αναγνωρισμένο κέντρο αριστείας βιοϊατρικής και κλινικής έρευνας και διδασκαλίας με ετήσιο κύκλο εργασιών 10 εκ. στερλινών.
Δ. Πρόγραμμα χρηματοδοτήσεων Marie-Curie και η επιστημονική προσφορά της Marie-Curie
Το πρόγραμμα χρηματοδότησης MSCA καθιερώθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1996 και αποσκοπεί στην προαγωγή σταθερής και παραγωγικής καριέρας σε νέους και έμπειρους ερευνητές, την επαναφορά έμπειρων ερευνητών στον ευρωπαϊκό ερευνητικό χώρο, καθώς και στη δημιουργία ερευνητικών δικτύων. Προσβλέπει στη δημιουργία μίας ανοικτής εργατικής ευρωπαϊκής αγοράς, στη διά βίου ανάπτυξη των επιστημονικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων ερευνητών και καινοτομίας, μέσω της ευρωπαϊκής κινητικότητας και ανταλλαγής ιδεών, καθώς και στη ενδυνάμωση των σχέσεων ακαδημαϊκών ινστιτούτων και βιομηχανίας.
Η υλοποίησή του στο νέο πρόγραμμα-πλαίσιο Ορίζοντας 2020 αναφέρεται σε τέσσερα είδη δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των α) ενδοευρωπαϊκών υποτροφιών (individual fellowships), β) ερευνητικών δικτύων (research networks), γ) ανταλλαγής ερευνητών σε προγράμματα έρευνας και καινοτομίας (research staff and innovation staff exchanges), και δ) συγχρηματοδότησης (co-funding), με συνολική χρηματοδότηση πέρα των 6 δισεκατομύριων ευρώ. Ενδεικτικά, κατά το προηγούμενο πρόγραμμα-πλαίσιο (FP7, 2007-2014), το Ηνωμένο Βασίλειο χρηματοδοτήθηκε με περισσότερα από 1 δισεκατομμύριο ευρώ μέσα από 3425 έργα, με εμπλοκή περισσότερων από 11 χιλιάδων ερευνητών.
E. Περιληπτικό ιστορικό της Madame Curie
Ειδική μνεία γίνεται στην Πολωνή Madame Marie Curie, η οποία ενέπνευσε και εμπνέει το Πρόγραμμα ως κορυφαία ερευνήτρια στον χώρο της επιστήμης. Η Madame Curie γεννήθηκε το 1867, μεγάλωσε και μορφώθηκε στη Βαρσοβία της Πολωνίας. Καθότι δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες να ακολουθήσουν πανεπιστημιακή μόρφωση, η Madame Curie μετοίκησε στο Παρίσι και ολοκλήρωσε τις πανεπιστημιακές της σπουδές στη Σορβόννη. Ήταν η πρώτη γυναίκα στη Ευρώπη με διδακτορικό πτυχίο στη Φυσική το 1903. Σε συνέργεια με τον σύζυγό της και επιστημονικό συνεργάτη της Pierre Curie, και τον φυσικό H. Becquerel, μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Φυσικής το 1903 για τη συνεισφορά της στη κατανόηση της ατομικής δομής.
Οκτώ χρόνια αργότερα τής απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Χημείας για την ανακάλυψη των στοιχείων του Πολωνίου και Ραδίου. Η επιστημονική εργασία της μαζί με τον Pierre Curie καταξιώθηκε με την ανακάλυψη του Κουρίου ως του 96ου στοιχείου του περιοδικού πίνακα. Είναι η μόνη γυναίκα (και η δεύτερη) επιστήμονας μέχρι σήμερα (μαζί με τον Linus Pauling), η οποία βραβεύεται με δύο Νόμπελ σε δύο διαφορετικές επιστημονικές περιοχές. Μαζί με την επιστημονική κοινότητα, το πρόγραμμα MSCA και οι υπότροφοί του τιμούν την κορυφαία ερευνήτρια Madame Curie, η οποία αποτελεί πρότυπο στον χώρο της επιστημονικής έρευνας.
Βιβλιογραφικές Πηγές
1. Madame Curie: A Biography. Eve Curie. Da Capo Press, 1936.
2. Marie Curie Actions: Inspiring Researchers. European Commission. Directorate General for Research, 2010. ISBN 978-92-79-14328-1.
3. Seventh FP7 Monitoring Report. MONITORING REPORT 2013. European Commission. Directorate-General for Research and Innovation, March 2015. ISBN 978-92-79-46323-5.
4. FP7-People Marie-Curie Actions. Country fact sheet: United Kingdom. European Commission, 6 July 2015
.
Ευχαριστίες
Η ερευνητική εργασία του Δρος Χ. Κωνσταντινίδη (http://lbi-cy.com/?page_id=1030) στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης έχει χρηματοδοτηθεί από το ερευνητικό πρόγραμμα έρευνας και καινοτομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ορίζοντας 2020, δυνάμει της συμφωνίας επιχορήγησης ενδοευρωπαϊκής κινητικότητας Marie Sklodowska Curie Αρ. 652986.




