ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΣΚΑΡ ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ
Οι γονείς του τον έδωσαν για υιοθεσία όταν ήταν περίπου 4 χρoνών. Μετά από χρόνια βρήκε τις ρίζες του και μόλις πρόσφατα αποφάσισε να πάρει επιτέλους τη ζωή στα χέρια του
Δεν νιώθει την εγκατάλειψη και την απογοήτευση. Νιώθει ευγνώμων που βρήκε μια οικογένεια που τον ήθελε και τον ανέθρεψε με αρχές, για να γίνει ένας σωστός άνθρωπος, όπως ο ίδιος αναφέρει
Ήταν δεν ήταν τεσσάρων χρονών όταν η οικογένειά του τον έδωσε για υιοθεσία. Είχε ακόμη τρία αδέρφια αλλά, για άγνωστους ακόμη λόγους, ο Νικόλας Σκαρ, από τη Λάρνακα, δόθηκε σε ένα ζευγάρι Άγγλων για να τον μεγαλώσει. Χωρίς να μπορεί ν' αντιληφθεί πολλά πράγματα και βαθιά ταλαιπωρημένος, ταξίδεψε στην Αγγλία με τη νέα του πια οικογένεια για ένα καλύτερο μέλλον, όπως οι πλείστοι θα πίστευαν. Μιλώντας σήμερα ο Νικ, όπως τον αποκαλούν, δεν νιώθει την εγκατάλειψη και την απογοήτευση. Νιώθει ευγνώμων που βρήκε μια οικογένεια που τον ήθελε και τον ανέθρεψε με αρχές, για να γίνει ένας σωστός άνθρωπος, όπως ο ίδιος αναφέρει.
1981 η νέα ζωή
Ο Νικ -ή αλλιώς Νεοκλής όπως πληροφορηθήκαμε ότι ήταν το όνομά του στην Κύπρο- δόθηκε σε ένα ζευγάρι Άγγλων που εργάζονταν στις Βάσεις για να τον μεγαλώσουν, εφόσον η οικογένειά του δεν μπορούσε πια. Οι πληροφορίες μας λένε ότι η βιολογική του μητέρα δεν δέχτηκε ούτε και μια στιγμή αυτό το γεγονός και ότι άλλοι ευθύνονται για την απόφαση τής υιοθεσίας. Ένα τρομαγμένο παιδί πήρε μια μικρή βαλίτσα και αναχώρησε για το άγνωστο με δυο άγνωστους νέους γονείς. Το ταξίδι για την Αγγλία ήταν για τον ίδιο μια περιπέτεια. «Δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως ένιωθα αλλά ήμουν πολύ μπερδεμένος. Θυμάμαι ότι φοβόμουν και έκλαιγα πολύ».
Με υπομονή και πολλή αγάπη οι δυο του νέοι γονείς προσπάθησαν να κτίσουν για τον Νικ μια υπέροχη ζωή, που δεν θα του έλειπε τίποτε. Δυστυχώς, όμως, δεν θα μπορούσαν ποτέ να επουλώσουν τον πόνο. Μια τεράστια πληγή, που προκλήθηκε από την εγκατάλειψη και τα αναπάντητα «γιατί» που δημιουργήθηκαν στο ανώριμο μυαλουδάκι του τετράχρονου αγοριού.
Η επόμενη πληγή
Η ζωή κυλούσε σχετικά ήρεμα στην Αγγλία, όταν οι εντάσεις στο σπίτι διετάραξαν γι' ακόμη μια φορά την αθώα ψυχούλα του Νικ. Δεν πέρασε πολύς καιρός όταν οι θετοί του γονείς του ανακοίνωσαν ότι θα πάρουν χωριστούς δρόμους. Γι' ακόμη μια φορά ο Νικ είδε τον δικό του κόσμο να γκρεμίζεται μπροστά στα μάτια του και, ανήμπορος να διορθώσει κάτι, έγινε έρμαιο των καταστάσεων. Η μετάβασή του στη Σκοτία μαζί με την πολυαγαπημένη του μητέρα έγινε γρήγορα. Σε χρόνο μηδέν άλλαξε γειτονιά, άλλαξε σχολείο, φίλους, ζωή. «Η μητέρα μου έχει καρδιά από χρυσάφι. Πραγματικά δεν ξέρω τι θ' απογινόμουν αν δεν ήταν αυτή που με μεγάλωνε. Το ό,τι έγινα το χρωστώ σε αυτήν», λέει με δάκρυα στα μάτια και συνεχίζει την εξιστόρησή του.
«Μεγάλωσα γνωρίζοντας ένα μεγάλο μέρος της αλήθειας. Ήξερα ότι ήμουν υιοθετημένος, τι σημαίνει αυτό, πού ήμουν, γιατί ήμουν εκεί κ.λπ. Δεν ήξερα τους πραγματικούς λόγους υιοθεσίας μου αλλά από κάποιο σημείο και μετά δεν με ένοιαζε». Δεν μεγάλωσε ανυπομονώντας να μάθει την αλήθεια. Δεν έζησε μέσα στο ψέμα και στα μυστικά. Οι γονείς του μετά τον χωρισμό, δημιούργησαν άλλες οικογένειες και πραγματικά ένιωσε γεμάτος, γνωρίζοντας ότι έχει πολλά μέλη η οικογένειά του.
Η αναζήτηση της αλήθειας
Σε ηλικία 18 χρονών ο Νικ πήρε στα χέρια του το πιστοποιητικό γεννήσεώς του. Στην αρχή δεν το δέχθηκε…πληγώθηκε κιόλας όταν η μητέρα του τού το έδωσε. «Τι να το κάνω; Αφού είμαι δικός σου γιος. Δεν με ενδιαφέρει ποια με γέννησε». Η περιέργειά του όμως για το παρελθόν του τον οδήγησε στον πιο κοντινό τηλεφωνικό θάλαμο και σύντομα ζητούσε από την τηλεφωνήτρια να τον συνδέσει με Λάρνακα και πιο συγκεκριμένα με τον Χριστάκη Α., τον πατέρα του. Η τύχη ήταν με το μέρος του, καθώς μόνο ένα τηλέφωνο υπήρχε καταγεγραμμένο με το συγκεκριμένο αναζητούμενο όνομα. Όταν άκουσε τη φωνή του πατέρα του στην άλλη άκρη του τηλεφώνου, δεν πίστευε στ' αφτιά του.
«Δεν το πίστευα ότι ήμουν τόσο τυχερός… αν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τύχη αυτό που έζησα… η ανταπόκρισή του ήταν πολύ θετική… λίγες μέρες μετά βρισκόμουν πίσω στην Κύπρο». Επειδή δεν μιλά Ελληνικά, ο Νικ στην αρχή νόμισε ότι δεν κατάλαβε καλά. Κι όμως ήταν αλήθεια.. θα συναντούσε τους βιολογικούς του γονείς μετά από τόσο καιρό. Δυο άγνωστα πρόσωπα που τον έφεραν στον κόσμο θα τον δέχονταν σύντομα κοντά τους. Άραγε πώς θα ήταν η συνάντηση; Πώς θα τον υποδέχονταν; Πώς θα τους μιλούσε; Τι θα τους ρωτούσε; Οι μέρες κύλησαν βασανιστικά για τον ίδιο, όμως το πολυπόθητο ταξίδι ξεκίνησε.
Στη γη που γεννήθηκε
«Κατέβηκα από το αεροπλάνο και δεν ήξερα τι θα συναντούσα… δεν είχα δει ποτέ τη βιολογική μου οικογένεια ούτε σε φωτογραφία. Όταν προχώρησα στον διάδρομο προς την έξοδο, είδα μεγάλα μπουκέτα από λουλούδια να έρχονται κατά πάνω μου, κουτιά με δώρα… έναν άντρα με μια γυναίκα και δυο παιδιά… ακόμη μια γυναίκα με άλλον άντρα. Ξαφνικά όλοι με αγκάλιασαν, με υποδέχτηκαν με αγάπη… ένιωσα τόσο οικεία. Τόσο οικεία με τόσους ξένους που είχαν το ίδιο αίμα μαζί μου. Ο πατέρας μου με σύστησε στη δεύτερή του γυναίκα και στα παιδιά του, δηλαδή τα αδέρφια μου. Η πραγματική μου μητέρα φαινόταν τόσο ταλαιπωρημένη, κουρασμένη και παραδομένη στη μοίρα της, που δεν κατάφερα να της μιλήσω όσο ήθελα κατά την παραμονή μου στο νησί».
Έμεινε για δύο βδομάδες στην Κύπρο και προσπάθησε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Άλλη μια νέα ζωή, γι' ακόμη μια φορά τον περίμενε εδώ στο νησί. Πολλά νέα πρόσωπα ξαφνικά έγιναν συγγενείς του από τη μια μέρα στην άλλη. Τον υποδέχτηκαν με χαρά και ένιωσε για πρώτη φορά τη ζεστασιά που μπορεί να προσφέρει η πολυμελής οικογένεια… Αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ, καθώς σύντομα έμελλε να έρθει το ταξίδι της επιστροφής στην Αγγλία. «Από τότε κρατάω επαφή αλλά δεν είναι το ίδιο με το να τους έχεις κοντά σου… θα ήθελα πραγματικά μια μέρα να ζήσω στην Κύπρο και να δημιουργήσω τη δική μου επιχείρηση στην πατρίδα μου…».
Μητέρα μόνο μία…
Για τον Νικ η μητέρα του είναι μόνο μια. Η μητέρα που τον μεγάλωσε, που ήταν δίπλα του όταν κτυπούσε, που τον κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά της όταν φοβόταν στο σκοτάδι, που τον παρηγορούσε στους εφιάλτες του. Η μητέρα του που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά κι όμως πήρε με μεγάλη χαρά την ευθύνη να γίνει μητέρα ενός παιδιού που για άγνωστους ακόμη λόγους δεν μπορούσε να μεγαλώσει μαζί με τη βιολογική του μητέρα και τα αδέρφια του… «Λατρεύω τη μητέρα μου και δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν… Έχω δημιουργήσει κι εγώ οικογένεια και ξέρω να βλέπω στα μάτια των παιδιών μου την ανάγκη τους να είναι μαζί με τους γονείς τους. Δεν ξέρω ποιος μπορεί να εγκαταλείψει τα παιδιά του αλλά ξέρω πως εγώ θα είμαι πάντα δίπλα τους… στα δύσκολα και στα εύκολα…».




