Κραυγή απελπισίας από τους γονείς παιδιών με ειδικές ανάγκες
Ζητούν τρόπους για γρήγορη αντιμετώπιση των λειτουργικών προβλημάτων και της έλλειψης συνεργασίας τόσο με τη συντονιστική επιτροπή, όπως τους Κοινοτάρχες, όσο και με τη Διεύθυνση του Κέντρου Ημερήσιας Φροντίδας στην Περιστερώνα


Το Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας στην Περιστερώνα μετρά τρία χρόνια λειτουργίας και μέχρι στιγμής εξυπηρετεί 14 άτομα με νοητική υστέρηση και κινητικά προβλήματα της Δυτικής Περιφέρειας Λευκωσίας. Στεγάζεται στον χώρο του τουρκοκυπριακού σχολείου της κοινότητας Περιστερώνα, το οποίο έχει παραχωρηθεί από το Υπουργείο Εσωτερικών στο Σύμπλεγμα Κοινοτήτων Μόρφου.

Η ανάγκη ίδρυσης του Κέντρου προέκυψε από πρωτοβουλία και προσπάθεια των γονέων της περιοχής για απεγκλωβισμό των παιδιών τους από την αδράνεια στον περιορισμένο χώρο της κατοικίας τους, εξαιτίας του προβλήματός τους, σε ένα χώρο δημιουργικότητας, κοινωνικοποίησης, ομαδικότητας και δραστηριοτήτων, διασφαλίζοντας μια καλύτερη ποιότητα ζωής και ψυχική ευρωστία. Ο Σύνδεσμος Γονέων και Φίλων του Κέντρου καταγγέλλει «την έλλειψη σοβαρότητας και υπευθυνότητας στην αντιμετώπιση των παιδιών μας από μέρους της Διεύθυνσης».

Δεν υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό
Οι γονείς των παιδιών και τα μέλη του σωματείου «Σύνδεσμος Γονέων και Φίλων Κέντρου Ημερήσιας Φροντίδας Ενηλίκων Κοινοτήτων Διαμερίσματος Μόρφου» μίλησαν αποκλειστικά στη «Σημερινή», εκφράζοντας τον θυμό και την απελπισία που αντιμετωπίζουν καθημερινά με το Κέντρο Ημερήσιας Προστασίας.

«Δεν υπάρχουν υπηρεσίες στο σχολείο. Αυτό το κέντρο έγινε με δική μας πρωτοβουλία, με την προϋπόθεση ότι θα προσφέρονται υπηρεσίες για τα παιδιά μας. Δυστυχώς, από τον απεγκλωβισμό τους από το σπίτι, δημιουργήθηκε ο εγκλωβισμός τους στο σχολείο. Είναι απαράδεκτο μόνο μία φορά τον μήνα να κάνουν έξοδο τα παιδιά με το σχολείο. Δεν υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό. Τους καλοκαιρινούς μήνες στο σχολείο εργαζόταν μόνο η μαγείρισσα και η διευθύντρια. Τα δύο από τα δεκατέσσερα παιδιά βρίσκονται πάνω σε καροτσάκι και χρειάζονται ένα άτομο να τα φροντίζει το καθένα».

Επιπλέον οι γονείς δηλώνουν ότι είχαν αναφορές από άτομα τα οποία είχαν προσωρινή καντίνα στο σχολείο, ότι η Διευθύντρια απουσιάζει πολλές ώρες της ημέρας από το γραφείο. «Εμείς ως γονείς της συνιστούσαμε να ψάξει λίγο να μάθει από άλλα κέντρα πώς λειτουργούν, εμείς έχουμε χρόνια εμπειρίας με τα παιδιά μας, όμως δεν είχε καλή διάθεση να αλλάξει αυτά που ζητούμε, ούτε να συνεργαστεί μαζί μας.

Μας το ξεκαθάρισαν από την αρχή ότι θέλουν τους γονείς κοντά τους, ούτε δέχτηκαν να κάνουμε επιτροπή από δύο γονείς οι οποίοι να μπορούν να αντιπροσωπεύουν τις γνώμες και τις φωνές των παιδιών. Το κάθε παιδί έχει το δικό του πρόβλημα, το οποίο μόνον ο γονιός το γνωρίζει. Εμείς δημιουργήσαμε αυτό το σωματείο για να ακουστούν οι φωνές και οι ανάγκες των παιδιών μας και να συνεργαζόμαστε με το κέντρο, όχι να φωνάζουμε και να μην ακουγόμαστε», δήλωσαν οι γονείς των παιδιών.

Επιτρέπουν σε άτομο να παραμένει στο κέντρο
Τα παράπονα των γονιών είναι πολλά, όπως, ότι από τις αρχές του περασμένου Μάη 2015, η Διεύθυνση άρχισε τη λειτουργία προγράμματος κολύμβησης με συμμετοχή μόνο τεσσάρων ατόμων από τα 15, εφόσον για τα υπόλοιπα δεν υπήρχε η συγκατάθεση γονέων ή κηδεμόνων τους. Ωστόσο, η διευθύντρια του Κέντρου, για ένα από τα υπόλοιπα άτομα παρέκαμψε τη μη συγκατάθεση του νόμιμου κηδεμόνα όπως ορίζεται από το διάταγμα του δικαστηρίου, που είναι η μητέρα, και αποτάθηκε στον πατέρα εξασφαλίζοντας την υπογραφή του για συμμετοχή του ατόμου στο πρόγραμμα, όπως και έγινε.

Η διευθύντρια του Κέντρου γνώριζε πολύ καλά ποιος διέθετε τη νόμιμη κηδεμονία του ατόμου, εφόσον ο πατέρας τυγχάνει να είναι συγγενικό της πρόσωπο. Η μητέρα αντιλήφθηκε ότι το παιδί της συμμετείχε στο πρόγραμμα κολύμβησης για τρεις συνεχόμενες φορές χωρίς καν να ενημερωθεί. Γι' αυτόν το λόγο, η μητέρα προέβη σε γραπτή προσωπική καταγγελία προς τις Υπηρεσίες. Επίσης, πολιτικό πρόσωπο επισκέφθηκε το Κέντρο και η διευθύντρια επέτρεψε τη λήψη φωτογραφιών των ατόμων που φοιτούν στο Κέντρο και την ανάρτησή τους σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των γονέων, παραβιάζοντας τα προσωπικά δεδομένα των ατόμων του κέντρου. Επιπλέον, η Διεύθυνση επιτρέπει σε συγκεκριμένο άτομο να εισέρχεται και να παραμένει στο κέντρο ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Το συγκεκριμένο άτομο προκάλεσε σοβαρό περιστατικό βίας, τρομάζοντας τα υπόλοιπα άτομα. Η διευθύντρια του Κέντρου απουσίαζε την ώρα του περιστατικού και ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς να επιστρέψει στο Κέντρο. Ακολούθως, ζήτησε από τα μέλη του προσωπικού την απόκρυψη του γεγονότος τόσο από τους γονείς, όσο και από τους κοινοτάρχες. Εντούτοις, το συγκεκριμένο άτομο εξακολουθεί να επισκέπτεται και να παραμένει στον χώρο του Κέντρου με την ίδια συχνότητα.

Δεν έχει εξειδίκευση το προσωπικό
Σημειώνεται, επίσης, ότι για τη συνοδό του λεωφορείου η πληρωμή γίνεται από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης. Τα μαθήματα χειροτεχνίας, μουσικής και ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα οποία γίνονται δύο φορές την εβδομάδα το καθένα, διδάσκονται από εξωτερικούς εκπαιδευτές, οι οποίοι και πάλι δεν έχουν εξειδίκευση όσον αφορά άτομα με ειδικές ανάγκες.

Επίσης, αναφέρεται ότι πτυχιούχοι φοιτητές ψυχολογίας του ΚΕΣΥ κάνουν την πρακτική τους εξάσκηση στο Κέντρο. «Τα παιδιά μας στερούνται εκπαιδευτικών προγραμμάτων, επαγγελματικών προγραμμάτων, εξόδων από το Κέντρο τόσο εκπαιδευτικού, όσο και ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Η έξοδός τους είναι μόνο μία φορά τον μήνα.

Ο εγκλεισμός τους στο Κέντρο τούς στερεί την κοινωνικοποίηση και εμποδίζει την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων. Επίσης δεν προσφέρονται βασικές θεραπείες, που τόσο πολύ έχουν ανάγκη τα παιδιά μας, όπως λογοθεραπεία, φυσιοθεραπεία, εργοθεραπεία και άλλα. Ως εκ τούτου, οι γονείς υπόκεινται καθημερινά σε μεγάλη ταλαιπωρία για να μετακινούν τα παιδιά τους από θεραπεία σε θεραπεία».

Ζητούν υπερεκτιμημένο μηνιαίο ποσό
Ένα άλλο πρόβλημα, που αντιμετωπίζουν οι γονείς, είναι το οικονομικό. Ισχυρίζονται ότι με την έλλειψη θεραπειών και βασικών προγραμμάτων, που δεν προσφέρονται στο σχολείο, δυστυχώς, ως γονείς καταβάλλουν το υπερεκτιμημένο μηνιαίο ποσό των €300 ως τροφεία και από την 1η Φεβρουαρίου 2016 τούς έχει επιβληθεί αύξηση στο ποσό που πληρώνουν για μεταφορικά από €100 στα €200, γεγονός που χρήζει λεπτομερούς διερεύνησης, από πού προκύπτει αυτή η αύξηση, εφόσον η εταιρεία που αναλαμβάνει τη μεταφορά των παιδιών δεν προχώρησε σε καμιάν απολύτως αύξηση.

«Από την 1η Σεπτεμβρίου 2013, όταν άρχισε η μεταφορά των παιδιών μας με την εν λόγω εταιρεία, στο σύνολο 7 παιδιά, και όταν στη συνέχεια αυξήθηκε ο αριθμός των παιδιών στα 10, το κόστος του δρομολογίου παρέμεινε το ίδιο, αντίθετα, τώρα θέλουν αύξηση», σημείωσαν οι γονείς. «Αυτά είναι κάποια από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε καθημερινά και ζητούμε να ακουστούμε από το Γραφείο Ευημερίας και το Υπουργείο Εργασίας», αναφέρουν οι γονείς.