ΒΗΜΑ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ Ή «ΤΑΦΟΠΛΑΚΑ» ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ;
Δύο σχεδόν μήνες μετά την ψήφιση του νόμου περί συμφώνου συμβίωσης, η κοινή γνώμη φαίνεται να είναι ακόμη διχασμένη
Τι γίνεται όμως με τα κοινωνικά δικαιώματα αυτών των ανθρώπων; Ένα σύμφωνο συμβίωσης είναι ικανό να θεσπίσει περαιτέρω κοινωνικά δικαιώματα, κυρίως ανάμεσα στα ομόφυλα ζευγάρια;
Μήπως όμως αυτήν την κοινωνική αλλαγή είναι που φοβούνται οι περισσότεροι εκ των επικριτών του συμφώνου συμβίωσης;
Με την κατάργηση της δουλείας στις ΗΠΑ από τον Λίνκολν, σταδιακά η κοινωνία προσαρμόστηκε, αναγνωρίζοντας ότι αυτή ήταν η σωστή κίνηση από έναν διορατικό ηγέτη. Παρόμοια, και το σύμφωνο συμβίωσης είναι μια καλή (αν και ανεπαρκής) αρχή για κοινωνική αλλαγή όσον αφορά ομοφοβικές στάσεις
Η ψήφιση του νομοσχεδίου για το Σύμφωνο Συμβίωσης, στις 26 Νοεμβρίου του προηγούμενου έτους, όταν η Βουλή «άναψε» το πράσινο φως για νομική και πολιτική ένωση μεταξύ ετερόφυλων αλλά και ομόφυλων ζευγαριών, ήταν ένα από τα μείζονα θέματα που απασχόλησαν την κυπριακή επικαιρότητα και πραγματικότητα, καθώς η ένταξη ομόφυλων αλλά και ετερόφυλων ζευγαριών, υπό την προστασία του νόμου, προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινωνικού γίγνεσθαι.
Ο νόμος στην παρούσα μορφή του προβλέπει την κοινωνική συμφωνία συμβίωσης δύο ατόμων, χωρίς ιδιαίτερες προϋποθέσεις. Αρκεί, δηλαδή, μόνο η βούληση των μερών ως προς τη σύσταση ή διάλυση του συμφώνου, καθώς και ο καθορισμός των περιουσιακών στοιχείων, έχοντας πάντα ως δεδομένο ότι αυτό πηγάζει από την ελεύθερη βούληση των εμπλεκόμενων μερών.
Το σύμφωνο συμβίωσης εξυπηρετεί, επομένως, έναν διττό κοινωνικό σκοπό, καθώς αποτελεί είτε μια συνειδητή επιλογή των ζευγαριών, είτε μια λύση λόγω των αναγκών που προκύπτουν υπό τις περιστάσεις, ενώ κατοχυρώνει προφανώς νομικά δικαιώματα ανάμεσα στα ζευγάρια τα οποία το συνάπτουν, τα οποία μέχρι πρότινος δεν υπήρχαν (π.χ. ζήτημα κληρονόμησης περιουσίας).
Τι γίνεται όμως με τα κοινωνικά δικαιώματα αυτών των ανθρώπων; Ένα σύμφωνο συμβίωσης είναι ικανό να θεσπίσει περαιτέρω κοινωνικά δικαιώματα, κυρίως ανάμεσα στα ομόφυλα ζευγάρια;
Σε μια προσπάθεια εμβάθυνσης στις κοινωνικές και κοινωνιολογικές προεκτάσεις του ζητήματος, η «Σημερινή» επικοινώνησε με την Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Μιράντα Χρίστου, η οποία ανέφερε ότι «το ερώτημα, του κατά πόσο αποκτώνται κοινωνικά δικαιώματα διαμέσου του Συμφώνου Συμβίωσης, ανάμεσα στα ομόφυλα ζευγάρια, σχετίζεται με το ευρύτερο δίλημμα τού κατά πόσον η νομοθεσία θα πρέπει να αναμένει την κοινωνία να φτάσει σε ένα επίπεδο «ετοιμότητας», παρά να επιβάλει κάτι για το οποίο υπάρχουν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις».
Η κ. Χρίστου διευκρίνισε ότι «πολλοί, για παράδειγμα, υποστηρίζουν ότι η κυπριακή κοινωνία δεν είναι ακόμη έτοιμη για να δεχτεί ομοφυλόφιλα ζευγάρια και ίσως κάποια παράταση χρόνου θα βοηθούσε στην κοινωνική αποδοχή τους, πριν να διασφαλιστούν τα νομικά τους δικαιώματα.
«Ιστορικά όμως», πρόσθεσε η κ. Χρίστου, «γνωρίζουμε ότι η νομική αλλαγή μπορεί να είναι ο καταλύτης για κοινωνική μετατροπή. Όταν η κατάργηση της δουλείας επιβλήθηκε διά νόμου στις ΗΠΑ από τον Lincoln το 1863 και επικυρώθηκε από τον ομοσπονδιακό νόμο ως η 13η αλλαγή στο σύνταγμα το 1865, υπήρχαν αμέτρητα βιολογικά, κοινωνικά και οικονομικά επιχειρήματα ενάντια στην απόφαση αυτή, και πράγματι το μεγαλύτερο μέρος του λαού διαφωνούσε. Σταδιακά όμως η κοινωνία όχι απλώς προσαρμόστηκε, αλλά αναγνώρισε ότι αυτή ήταν η σωστή κίνηση από έναν διορατικό ηγέτη. Παρόμοια, και το σύμφωνο συμβίωσης είναι μια καλή (αν και ανεπαρκής) αρχή για κοινωνική αλλαγή όσον αφορά ομοφοβικές στάσεις», κατέληξε η κ. Χρίστου.
Επόμενο βήμα ο γάμος;
Και κάπου εδώ τίθεται το εξής ερώτημα. Μήπως όμως αυτήν την κοινωνική αλλαγή είναι που φοβούνται οι περισσότεροι εκ των επικριτών του συμφώνου συμβίωσης; Καλώς ή κακώς, η κυπριακή κοινωνία αποτελούσε ανέκαθεν λάτρη των παραδόσεων και, ως εκ τούτου, σε μιαν αρκετά μεγάλη μερίδα του πληθυσμού επικρατούν ακόμη αναχρονιστικές αντιλήψεις, ενώ αναμφισβήτητα δύσκολα μπορεί να ανατρέψει κανείς την εικόνα που ο μέσος Κύπριος διατηρεί για τον πατροπαράδοτο γάμο.
Στην αξία του γάμου βασίζεται, λοιπόν, και ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα που προβάλλουν οι επικριτές σύναψης συμφώνου συμβίωσης, ειδικότερα ανάμεσα σε ομόφυλα ζευγάρια, ότι δηλαδή το σύμφωνο συμβίωσης αποτελεί ουσιαστικά έναν προθάλαμο, που θα οδηγήσει σε μεταγενέστερη φάση, και εφόσον η τρέχουσα κατάσταση αφομοιωθεί από τη σημερινή κοινωνία, σε πολιτικό γάμο.
Με απλά λόγια, κατά την άποψη μερικών, το σύμφωνο θα ανοίξει τις θύρες για αιτήματα γάμου μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών, κάτι που ενισχύει, κατά τη γνώμη τους, την κοινωνική αλλοτρίωση και την προώθηση λανθασμένων προτύπων, που ενδεχομένως αποπροσανατολίσουν τη σεξουαλική κατεύθυνση των νέων μελών της κοινωνίας.
Αυτό εξάλλου συνδέεται άρρηκτα και με τη «φοβία» ότι στην πορεία το σύμφωνο συμβίωσης θα ανάψει το πράσινο φως για την υιοθεσία παιδιών, ή την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή από ομόφυλα ζευγάρια. Αυτό είναι κάτι που ενισχύεται και από τη μέχρι στιγμής παγκόσμια και ευρωπαϊκή εμπειρία, η οποία αποδεικνύει ότι όπου θεσπίστηκε το σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια, επεκτάθηκε τόσο στον πολιτικό γάμο όσο και στην υιοθεσία παιδιών, με μοναδική εξαίρεση την Πορτογαλία, η οποία δεν έχει θεσπίσει ακόμη την υιοθεσία.
«Ο γάμος, η υιοθεσία και η πρόσβαση στην τεχνολογία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και, κατά την άποψή μου, αργά ή γρήγορα ο νόμος θα πρέπει να προσαρμοστεί για να τα συμπεριλάβει για όλες τις ομάδες ατόμων και ζευγαριών», απαντά η κ. Χρίστου, αναφερόμενη στο ζήτημα αυτό που δημιουργείται.
Έπεται η υιοθεσία;
Όπως προαναφέρθηκε, η μέχρι στιγμής εμπειρία απέδειξε ότι η υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια ακολούθησε του συμφώνου συμβίωσης σε πολλές χώρες του κόσμου, δημιουργώντας ερωτήματα για την ανάπτυξη της ταυτότητας που έχει ένα παιδί που μεγαλώνει με δύο ομόφυλους γονείς. Κι όμως, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά ενδεχομένως να εκπλήξει, μιας και τα έως τώρα ερευνητικά ευρήματα, ενδεχομένως, οδηγούν σε αναθεώρηση των αναχρονιστικών πεποιθήσεών μας για το θέμα.
Σύμφωνα με την κ. Χρίστου, οι έρευνες που έχουν γίνει στον ευρωπαϊκό και αμερικανικό χώρο δείχνουν ότι α) ο σεξουαλικός προσανατολισμός των παιδιών που μεγαλώνουν σε ομοφυλόφιλες οικογένειες δεν εξαρτάται από τον σεξουαλικό προσανατολισμό των γονέων τους και β) τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν παρόμοια εικόνα σε θέματα όπως προσαρμογή, συναισθηματική ωριμότητα ή νοητικές λειτουργίες.
«Δεν είναι περισσότερο στιγματισμένα σε σχέση με τον γενικότερο πληθυσμό, όμως δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν περιθωριοποίηση και εκφοβισμό, λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού των γονέων τους. Φαίνεται, επίσης, ότι οι ηλικίες 10-12 χρονών είναι οι πιο δύσκολες και τα παιδιά αυτά προβληματίζονται αν μπορούν, για παράδειγμα, να καλέσουν φίλους στο σπίτι, γιατί δεν ξέρουν πώς να εξηγήσουν την οικογένειά τους στους φίλους τους. Σταδιακά όμως μαθαίνουν να το ξεπερνούν. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε φυσικά είναι ότι οι ομοφυλόφιλοι γονείς γνωρίζουν πολύ καλά ότι θα πρέπει να προετοιμάσουν τα παιδιά τους για να αντιμετωπίσουν τέτοιες καταστάσεις εκφοβισμού και πολλές φορές δρουν προληπτικά για να τους προσφέρουν τα κατάλληλα εφόδια, επισημαίνει η κ. Χρίστου.
Τέλος, ερωτώμενη αν η κυπριακή κοινωνία είναι έτοιμη να αποδεχθεί ένα τέτοιο οικογενειακό μοντέλο, δηλαδή με δύο ομόφυλους γονείς, η κ. Χρίστου απάντησε ότι «μόνο αν ο νόμος κατοχυρώσει το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών να έχουν οικογένεια, θα υπάρχει αποδοχή αυτού του οικογενειακού μοντέλου.
«Η κυπριακή κοινωνία δεν είναι έτοιμη, αφού η συζήτηση για τα θέματα αυτά δεν έχει ωριμάσει ακόμη και αποτελεί ένα πολύ πρόσφατο φαινόμενο. Εντούτοις, τα δείγματα σκέψης των φοιτητών και φοιτητριών με τους οποίους συναναστρέφομαι είναι πάρα πολύ ενθαρρυντικά», κατέληξε η κ. Χρίστου. Αναμένουμε τη συνέχεια...
Τα ακίνητα της εβδομάδας




