Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Μ. Νικολάτος διαβεβαιώνει και καθησυχάζει τους πολίτες
Η κάθε υπόθεση θα κριθεί από τα δικά της γεγονότα και από τον χειρισμό που θα της γίνει, περιλαμβανομένης και της επιλογής των ορθών εναγομένων, τονίζει ο Μύρων Νικολάτος
Σαφέστατο μήνυμα του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι δεν πρέπει ν' ανησυχούν οι πολίτες και να έχουν πλήρη εμπιστοσύνη στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης.
Σε αποκλειστική συνέντευξη στο Sigmalive, το «Σίγμα» και τη «Σ», ο Μύρων Νικολάτος τονίζει ότι οι συνεχείς αναφορές του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν φανερώνουν ένταση μεταξύ Εκτελεστικής και Νομοθετικής Εξουσίας, αλλά ομαλή λειτουργία του Συντάγματος.
Τι λέγει για τις σχέσεις του Ανωτάτου με τη Νομική Υπηρεσία, το θέμα των αξιογράφων, των «κουρεμένων» καταθετών και τις καθυστερήσεις στην εκδίκαση ποινικών και αστικών υποθέσεων, στη συνέντευξη που ακολουθεί.
Δεν υπάρχει σύγκρουση εξουσιών
Οι συνεχείς αναφορές του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορα θέματα δείχνουν ότι το πολιτικό μας σύστημα έφτασε στα όριά του; Δηλαδή, οι σχέσεις των δύο Εξουσιών, Νομοθετικής και Εκτελεστικής, έφτασαν σε κατάσταση που χρειάζεται η επέμβαση της τρίτης Εξουσίας, της Δικαστικής;
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ασκώντας τα καθήκοντα και τις εξουσίες που του παρέχει το Σύνταγμα, έχει δικαίωμα να ζητά, με Αναφορά του στο Ανώτατο Δικαστήριο, γνωμάτευση αναφορικά με τη συνταγματικότητα ενός Νόμου, πριν τον υπογράψει. Αυτό δεν φανερώνει ένταση στις σχέσεις Εκτελεστικής και Νομοθετικής Εξουσίας, αλλά ομαλή λειτουργία του Συντάγματος. Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο, σε περίπτωση σύγκρουσης εξουσιών, είναι αρμόδιο να κρίνει, αν η Εκτελεστική και η Νομοθετική Εξουσία ενεργούν εντός των πλαισίων των αρμοδιοτήτων τους. Και αυτή η λειτουργία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τού ανατίθεται από το Σύνταγμα και δεν συνιστά οτιδήποτε το εξαιρετικό.
Υφίσταται σεβασμός στις αποφάσεις του Ανωτάτου
Κατά καιρούς συγκεκριμένες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν βρεθεί στο στόχαστρο πολλών, ακόμα και των κομμάτων, οι οποίες άλλες φορές δικαιώνουν και άλλες όχι τους προσφεύγοντες. Πιστεύετε ότι υπάρχει ο επιβαλλόμενος σεβασμός στις αποφάσεις του Ανωτάτου ή ο καθένας τις ερμηνεύει κατά το δοκούν;
Η καλόπιστη κριτική των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι αποδεκτή και καλοδεχούμενη. Προβλήματα δημιουργούνται όταν η κριτική δεν είναι καλόπιστη και όταν δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις υποσκάπτεται το κύρος της Δικαιοσύνης και επηρεάζεται δυσμενώς η εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Η εμπιστοσύνη στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης είναι απαραίτητη σ' ένα κράτος Δικαίου. Στην Κύπρο, πιστεύω ότι υπάρχει, γενικά, εμπιστοσύνη στην ακεραιότητα του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και σεβασμός στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σεβαστό είναι και το δικαίωμα να διαφωνεί κάποιος με απόφαση του Ανωτάτου ή οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου, αλλά αυτό δεν του δίνει το δικαίωμα να την παρακούει ή να μη συμμορφώνεται με αυτήν.
Δεν πρέπει να ανησυχούν οι πολίτες
Πόσο σας προβληματίζει η εικόνα της Κύπρου, στους πολίτες της αλλά και στο εξωτερικό, όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας βρίσκεται σε διαρκή αντιπαράθεση με Θεσμούς όπως η Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, ο Γενικός Ελεγκτής, ο Γενικός Εισαγγελέας; Επίσης, πώς σχολιάζετε το γεγονός, ο Γενικός Εισαγγελέας να βρίσκεται στα δικαστήρια με τον βοηθό του; Οι πολίτες βλέπουν τους θεσμούς να πλήττονται συνεχώς και δημιουργούνται αισθήματα αναξιοπιστίας, αλλά και ανασφάλειας δικαίου.
Σε μια δημοκρατική και ευνομούμενη Πολιτεία, όπως η Κύπρος, ο κάθε Θεσμός ενεργεί στο πλαίσιο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που του παρέχουν το Σύνταγμα και οι Νόμοι. Διαφωνίες ή και αντιπαραθέσεις μεταξύ Θεσμών, αν βρίσκονται στο πλαίσιο της ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος, δεν θα πρέπει να πλήττουν το κύρος και την αξιοπιστία των εμπλεκόμενων Θεσμών ή να δημιουργούν αισθήματα ανασφάλειας στους πολίτες. Εφόσον οι οποιεσδήποτε συγκρούσεις επιλύονται με τον τρόπο που προνοεί το Σύνταγμα και οι Νόμοι, οι πολίτες δεν θα πρέπει να ανησυχούν.
Υπάρχουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (σε συνεργασία με τον Καθηγητή του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Άντρο Καπαρδή), για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στην Κύπρο, παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης σε ό,τι αφορά πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Πώς το σχολιάζετε και τι προτίθεστε να κάνετε για την εξάλειψη του φαινομένου;
Δυστυχώς, υπάρχουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση αστικών και ποινικών υποθέσεων. Αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως η μη επαρκής στελέχωση των Δικαστηρίων σε δικαστές και προσωπικό, ο μη εκσυγχρονισμός των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η μη εισαγωγή σύγχρονων συστημάτων μηχανογράφησης στα Δικαστήρια. Για όλα αυτά εργαζόμαστε σκληρά και σε στενή συνεργασία με άλλους φορείς εξουσίας, όπως η Κυβέρνηση και η Βουλή.
Αυτήν την περίοδο το Ανώτατο Δικαστήριο ετοιμάζει έκθεση με τις συνολικές ανάγκες της Δικαστικής Υπηρεσίας σε Δικαστές, προσωπικό, σε νέα Δικαστήρια (όπως π.χ. το Εμπορικό Δικαστήριο) κ.λπ. Επίσης, εργαζόμαστε για την αγορά υπηρεσιών, για τον εκσυγχρονισμό των Θεσμών με βάση τους οποίους διεξάγεται η δικαστική διαδικασία, αλλά και για τη μηχανογράφηση των Δικαστηρίων και την εισαγωγή νέων συστημάτων, που θα επιταχύνουν την εκδίκαση των υποθέσεων, όπως καταχώριση των δικογράφων ηλεκτρονικά και τήρηση των πρακτικών με πιο σύγχρονες μεθόδους.
Επιβάλλονται τομές
Πιστεύετε ότι το δικαστικό μας σύστημα έχει φτάσει στα όριά του; Το σύνολο των πολιτών αισθάνονται ότι ισχύει στην Κύπρο η ρήση «δικαιοσύνη που αργεί, δεν είναι δικαιοσύνη».
Το δικαστικό μας σύστημα χρειάζεται τομές για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών. Αυτό συνεπάγεται κονδύλια, τα οποία το κράτος θα πρέπει να διαθέσει στη Δικαστική Εξουσία. Οι πολίτες θα πρέπει να γνωρίζουν και να είναι ήσυχοι ότι η Δικαστική Εξουσία στην Κύπρο είναι και ανεξάρτητη και έντιμη. Αυτό που αγωνίζεται να επιτύχει, είναι η επιτάχυνση του ρυθμού απονομής της δικαιοσύνης. Η ανεξαρτησία και η εντιμότητα των Δικαστών, όμως, είναι τεράστιας σημασίας για την ποιότητα της δικαιοσύνης και αυτές οι ιδιότητες δεν είναι, δυστυχώς, δεδομένες για όλες τις χώρες της Ευρώπης και, πολύ λιγότερο, του κόσμου.
Σχέσεις αμεροληψίας με Γ. Εισαγγελέα
Μεγάλο και ουσιώδες μέρος της δικαστικής εξουσίας ασκείται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος είναι ο ανώτατος και ανεξέλεγκτος άρχων των ποινικών διώξεων. Ποιες είναι οι υπηρεσιακές σχέσεις σας μαζί του;
Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν ασκεί δικαστική εξουσία, αλλά είναι ο υπεύθυνος για τις ποινικές διώξεις με όλες τις ευρείες εξουσίες που του παρέχουν το Σύνταγμα και οι Νόμοι. Οι Διωκτικές Αρχές είναι ανεξάρτητες από τις Δικαστικές Αρχές. Η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, όμως, προϋποθέτει ανεξάρτητες και έντιμες Δικαστικές και Διωκτικές Αρχές.
Οι υπηρεσιακές σχέσεις της Δικαστικής Εξουσίας με τον Γενικό Εισαγγελέα και τη Νομική Υπηρεσία είναι σχέσεις αμεροληψίας και αντικειμενικότητας. Ο Γενικός Εισαγγελέας, και στις ποινικές και τις αστικές και τις διοικητικές-συνταγματικές υποθέσεις, αντιμετωπίζεται από τα Δικαστήρια όπως ο οποιοσδήποτε άλλος διάδικος.
Ταχύτητα στην απονομή
Υπάρχουν χιλιάδες εκκρεμούσες υποθέσεις και έπονται νέες ενώπιον των δικαστηρίων. Η Δικαστική Εξουσία, που επιβάλλεται να παραμείνει αλώβητη, έχει τα αναγκαία εχέγγυα και εφόδια για να μπορέσει να πραγματοποιήσει το σημαντικό της έργο ή απαιτούνται βαθιές τομές;
Η Δικαστική Εξουσία της Κύπρου έχει τα κυριότερα εχέγγυα που απαιτούνται για την επιτέλεση του έργου της, την ανεξαρτησία (από τις άλλες Εξουσίες) και την εντιμότητα. Επίσης, το επίπεδο απονομής της Δικαιοσύνης στην Κύπρο είναι υψηλό, όπως διαπιστώθηκε και από τις αρμόδιες Αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Τόσο το Δίκαιό μας όσο και το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης μας, βρίσκονται σε υψηλόν επίπεδο. Τομές, όμως, απαιτούνται αναφορικά με την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης και θα γίνουν, εφόσον το κράτος διαθέσει τα απαραίτητα κεφάλαια και επιδείξει την αναγκαία βούληση για να γίνουν οι τομές αυτές (με συνταγματικές και νομοθετικές ρυθμίσεις, όπου χρειάζεται).
H τελευταία μου ερώτηση μπορεί να μην αφορά τις αρμοδιότητές σας, ωστόσο απασχολεί πολύ κόσμο, πολύ έντονα, και θα ήθελα την άποψή σας. Στις 2 Μαρτίου η ΚΔ, η ΚΤ, η Τράπεζα Κύπρου και η διαχειρίστρια της πρώην Λαϊκής πρέπει να καταθέσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την υπεράσπισή τους σχετικά με τις αγωγές που καταχώρισαν εναντίον τους οι κάτοχοι αξιογράφων και οι «κουρεμένοι» καταθέτες. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι το Eurogroup δεν ήταν το αρμόδιο όργανο που ευθύνεται για την απόφαση κουρέματος, και οι ενάγοντες πρέπει να αποταθούν στην Κυπριακή Δημοκρατία για αποζημιώσεις.
Η δική σας νομική θέση, ποια είναι; Πιο συγκεκριμένα: Ποιος οφείλει και πρέπει να καταβάλει αυτά τα χρήματα τελικά; Η Κυπριακή Δημοκρατία, ή στις αποζημιώσεις πρέπει να συνδράμει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Επίσης, αν το δικαστήριο εκδικάσει απόφαση υπέρ των καταθετών, η Κυπριακή Δημοκρατία πώς θα τους αποζημιώσει και τι περιθώρια δίνονται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις; Υπάρχει δικαστικό προηγούμενο σε παρόμοια υπόθεση;
Υποθέσεις κατόχων αξιογράφων και «κουρεμένων» καταθετών εκκρεμούν ενώπιον των Δικαστηρίων. Η τύχη τους θα εξαρτηθεί από το εάν οι ενάγοντες επιτύχουν να αποδείξουν αθέτηση συμβατικών ή και άλλων νομικών υποχρεώσεων των εναγομένων, έναντί τους, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να έχουν υποστεί ζημιά. Η κάθε υπόθεση θα κριθεί από τα δικά της γεγονότα και από τον χειρισμό που θα της γίνει, περιλαμβανομένης και της επιλογής των ορθών εναγομένων. Αυτό ισχύει τόσο για τα κυπριακά Δικαστήρια όσο και τα ευρωπαϊκά (ΕΔΔΑ, ΔΕΕ και Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και για τα Δικαστήρια άλλων κρατών - μελών.




