ΟΤΑΝ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ
Μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες αδυνατούν ν' ανταποκριθούν στις ανάγκες και προσδοκίες του σχολείου αλλά και των γονιών τους. Πώς εντοπίζουμε το πρόβλημα και ποια είναι η σωστή αντιμετώπισή του
· Σε έρευνα των Παπαθεοφίλου και συνεργατών, βρέθηκε ότι η ομάδα των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες σε ποσοστό 51% παρουσίαζαν προβλήματα υπερκινητικότητας
· Σε μιαν άλλη έρευνα εντοπίστηκε ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες στα μαθηματικά, διέφεραν σημαντικά από τους συνομήλικούς τους στη συμπεριφορά και στην υπερκινητικότητα
· Από τις έρευνες του δρος Κάκουρου προέκυψε ότι ένα ποσοστό 19-26,8% των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες παρουσίαζαν και διαταραχές διαγωγής
· Η Δροσινού βρήκε ότι οι μαθησιακές δυσκολίες σε ποσοστό 30% συνοδεύονται από συναισθηματικές διαταραχές, οι οποίες δεν αξιολογούνται έγκαιρα, ούτε από την οικογένεια αλλά ούτε και από το σχολείο
· Σε άλλη έρευνά της αναφέρει ότι τα μισά παιδιά της ειδικής τάξης, στην οποία δίδαξε, «εκτός των άλλων προβλημάτων είχαν και διαταραχές συμπεριφοράς».
«Αφού προσπαθώ μαμά…»! Αυτή ήταν η απάντηση του εφτάχρονου Γιώργου στη μαμά του, όταν αυτή του έκανε την παρατήρηση -μετά φυσικά από την παρατήρηση της δασκάλας- ότι ο μικρός αν και έξυπνος και ζωηρός, είναι πολύ πίσω από τους συμμαθητές του όσον αφορά τη γνωστική του εξέλιξη. Η μητέρα του, του επεσήμανε να αφήσει για λίγο το παιχνίδι και να αφοσιωθεί στα μαθήματά του. Έκατσε μαζί του να διαβάσει με τις ώρες… αλλά του φώναζε όταν δεν κατάφερνε να πει σωστά μια πρόταση και τον επέπληξε που δεν μπορούσε να γράψει σωστά. «Πόσο τεμπέλης είναι ο γιος μου τελικά;», αναρωτιόταν συνεχώς, μέχρι που μια φίλη της, που εργάζεται στον εκπαιδευτικό τομέα, της μίλησε για τις μαθησιακές δυσκολίες που ενδεχομένως να αντιμετώπιζε το παιδί.
«Αν και πανέξυπνος, δεν μπορεί να μάθει»
Οι μαθησιακές δυσκολίες είναι ένας γενικευμένος όρος, που περιγράφει μια μεγάλη ομάδα πολύμορφων δυσκολιών, οι οποίες εκδηλώνονται σε ένα ευρύ φάσμα γλωσσικών διεργασιών και αναφέρεται στη λειτουργία και εκμάθηση της ομιλίας, της γραφής, της κατανόησης και των μαθηματικών. Η ψυχολόγος εξελικτικής - σχολικής κατεύθυνσης, δρ Αριστονίκη Θεοδοσίου Τρυφωνίδου, εξήγησε στη «Σ» ότι αυτά τα προβλήματα είναι εγγενή στο άτομο και θεωρούνται ότι υπάρχουν εξαιτίας της δυσλειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος και είναι δυνατόν να εκδηλώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
«Ένα παιδί έχει μαθησιακές δυσκολίες όταν αυτές οι δυσκολίες απαιτούν ειδική εκπαιδευτική φροντίδα. Στην ουσία το παιδί φαίνεται να έχει δυσκολίες στη μάθηση σε σχέση με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Ή έχει ενδεχομένως μιαν ανικανότητα, η οποία τον εμποδίζει να χρησιμοποιήσει τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες που του προσφέρονται. Οπότε, σύμφωνα με τα παραπάνω, ενδέχεται να υπάρχει ανάγκη για ειδικά μέσα όπως ειδικές διευθετήσεις στο μαθησιακό περιβάλλον, ανάγκη για ειδικά προσαρμοσμένο πρόγραμμα ή ανάγκη για ενδελεχή και συστηματικό έλεγχο της δομής της τάξης, του μαθησιακού κλίματος και της συναισθηματικής κατάστασης που επικρατεί στην τάξη και στο σχολείο. Ωστόσο υπάρχουν μαθητές που έχουν πρόσκαιρα μαθησιακά προβλήματα, δηλαδή προβλήματα μάθησης που δεν είναι εγγενή. Αυτό μπορεί να συμβαίνει λόγω έλλειψης κινήτρων ή άλλων προβλημάτων μεταγνωστικής ενημερότητας και ελέγχου κ.ά.»
Η τεμπελιά είναι μηχανισμός άμυνας
Πρόσφατες μελέτες αναφέρουν ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες αποτελούν το 15% του πληθυσμού του νησιού μας. Σύμφωνα με τη δρα Τρυφωνίδου, «η τεμπελιά και η αδιαφορία πιθανόν να είναι μηχανισμοί άμυνας του μαθητή με μαθησιακές δυσκολίες γιατί πιέζεται από τον περίγυρό του. Στις τεχνικές σχολές ένα στα τέσσερα παιδιά υποστηρίζεται ότι έχει μαθησιακές δυσκολίες. Η διερεύνηση προβλημάτων μάθησης όπως δυσλεξία, δυσαριθμησία κ.λπ ξεκινά με τη φοίτηση του παιδιού στο νηπιαγωγείο, ενώ συστηματοποιείται στην πρώτη και δεύτερη τάξη του δημοτικού σχολείου. Η επανάληψη της τάξης δεν λύνει το πρόβλημα. Ωστόσο προβλήματα νευρολογικής φύσεως ή νοημοσύνης μπορούν να εντοπιστούν νωρίτερα».
Οι πιο γνωστές ειδικές μαθησιακές διαταραχές είναι η δυσλεξία, η δυσγραφία και η δυσαριθμησία. Τα τελευταία 30 χρόνια κυρίαρχη θέση στη συζήτηση κατέχει η δυσλεξία, παρόλο που το ποσοστό εκδήλωσής της στον μαθητικό πληθυσμό είναι περίπου 6%-10%. Οι ειδικές μαθησιακές διαταραχές είναι μια απρόσμενη και αναιτιολόγητη κατάσταση που υπάρχει σε ένα παιδί με μέση ή και υψηλή νοημοσύνη. Χαρακτηρίζεται από σημαντική καθυστέρηση σε έναν ή περισσότερους τομείς μάθησης.
Τα παιδιά στην προσχολική ηλικία υπερεκτιμούν τις ικανότητές τους και δεν έχουν τη δυνατότητα κοινωνικών συγκρίσεων, οπότε αν εντοπιστούν μαθησιακές δυσκολίες στην ηλικία αυτή είναι καλύτερα να ξεκινούν προγράμματα αποκατάστασης. Μετά την ηλικία των 7 ετών συνειδητοποιούν την αποτυχία, καθότι συγκρίνουν τις επιδόσεις τους με τις επιδόσεις των συμμαθητών τους. Όμως τείνουν να πιστεύουν πως είναι πολύ εύκολο να μετατραπούν οι αποτυχίες σε επιτυχίες χωρίς κόπο. Από την ηλικία των 10 συνειδητοποιούν ότι η επίδοσή τους υστερεί αισθητά σε σχέση με εκείνη των συμμαθητών τους. Στην εφηβεία οι περισσότεροι μπορούν να περιγράψουν με ακρίβεια τα συναισθήματά τους».
Αναγνωρίζουμε τις μαθησιακές διαταραχές
Η διαγνωστική αξιολόγηση των μαθητών και η εκτίμηση των μαθησιακών τους προβλημάτων και ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών, είναι αναγκαία αλλά περίπλοκη διαδικασία, σύμφωνα με την ψυχολόγο. «Στις ακαδημαϊκές ικανότητες ανήκουν η ανάγνωση, γραφή, ορθογραφία, αριθμητική και ο προφορικός λόγος (κατανόηση και έκφραση). Περιλαμβάνει την εκμάθηση ικανοτήτων όπως επιμονή, οργάνωση, αυτοέλεγχος, συντονισμός κινήσεων, κοινωνικές δεξιότητες, κλπ.
Όπως προανέφερα είναι περίπλοκη διαδικασία, γιατί εκτός από τον καθορισμό των δυσκολιών θα πρέπει να εντοπιστούν και οι παράγοντες που εμποδίζουν τη μάθηση. Επίσης θα πρέπει να εξεταστεί αν αυτοί οι παράγοντες είναι εγγενείς ή εξωγενείς. Ανάλογα με τους παράγοντες θα πρέπει να σχεδιαστεί εκείνο το υποστηρικτικό διδακτικό πρόγραμμα και να γίνουν οι κατάλληλες διορθωτικές παρεμβάσεις. Στόχος των διορθωτικών παρεμβάσεων θα πρέπει να είναι να ελέγχουμε τους παράγοντες που προκαλούν ή ενισχύουν ιδιαίτερες δυσκολίες και ανάγκες των μαθητών.
Η αξιολόγηση των παιδιών που ενδείκνυται να έχουν μαθησιακές δυσκολίες θα πρέπει να είναι εμπεριστατωμένη και ενδελεχής. Όσον αφορά παιδιά προσχολικής ηλικίας, θα πρέπει να περιλαμβάνει αξιολόγηση γλωσσικής ανάπτυξης, αντιληπτικής λειτουργίας, μνημονικής λειτουργίας, κινητικών δεξιοτήτων, επικοινωνίας, προσοχής, νοημοσύνης, συναισθηματικών δυσκολιών και κλινικό ιστορικό. Για τα παιδιά σχολικής ηλικίας θα πρέπει να είναι πιο αναλυτική η αξιολόγηση, καθώς θα πρέπει να περιλαμβάνει ό,τι περιλαμβάνει και η αξιολόγηση παιδιών προσχολικής ηλικίας αλλά και δυσκολίες ακαδημαϊκού ή σχολικού τύπου και συναισθηματικού/συμπεριφορικού τύπου».
Τι λένε οι έρευνες
Τα παιδιά που παρουσιάζουν μαθησιακές δυσκολίες ενδέχεται να εμφανίσουν και προβλήματα συμπεριφοράς. «Σε έρευνα των Παπαθεοφίλου και συνεργατών βρέθηκε ότι η ομάδα των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες σε ποσοστό 51% παρουσίαζαν προβλήματα υπερκινητικότητας. Σε μιαν άλλη έρευνα εντοπίστηκε ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες στα μαθηματικά, διέφεραν σημαντικά από τους συνομήλικούς τους στη συμπεριφορά και στην υπερκινητικότητα. Από τις έρευνες του δρος Κάκουρου προέκυψε ότι ένα ποσοστό 19-26,8% των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες παρουσίαζαν και διαταραχές διαγωγής.
Η Δροσινού βρήκε ότι οι μαθησιακές δυσκολίες σε ποσοστό 30% συνοδεύονται από συναισθηματικές διαταραχές, οι οποίες δεν αξιολογούνται έγκαιρα ούτε από την οικογένεια αλλά ούτε και από το σχολείο. Μάλιστα το 35% των μαθητών της έρευνας παρακολουθούν ειδικές τάξεις. Σε άλλη έρευνά της αναφέρει ότι τα μισά παιδιά της ειδικής τάξης, στην οποία δίδαξε, "εκτός των άλλων προβλημάτων είχαν και διαταραχές συμπεριφοράς".
Η ηλικία έναρξης των παραβατικών συμπεριφορών από τους μαθητές είχε άμεση σχέση με τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα των γονέων. Επίσης, οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες υστερούν στη "διαδικασία κοινωνικής πληροφόρησης". Είναι λιγότερο ικανοί στο να αναγνωρίσουν συναισθήματα και να ερμηνεύσουν τις χειρονομίες των άλλων, να αποκωδικοποιήσουν ρόλους και συμπεριφορές, καθώς και να επιλέξουν κατάλληλες αντιδράσεις, δηλαδή υστερούν στην επικοινωνιακή ικανότητα.
Τα ερευνητικά δεδομένα τονίζουν ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες και προβλήματα συμπεριφοράς, επειδή δεν έχουν αποτελεσματικό αυτοέλεγχο, δεν μπορούν να κατανοήσουν επαρκώς τις συνέπειες των πράξεών τους. Τα υψηλά επίπεδα άγχους που δήλωσαν οι μαθητές, οι οποίοι φοίτησαν στην ειδική τάξη, είναι πιθανόν να σχετίζονται και με τη χαμηλή σχολική επίδοση. Η διαπίστωση ότι η συσχέτιση ανάμεσα στο υψηλό επίπεδο άγχους, στην αρνητική αυτοαξιολόγηση και στη χαμηλή επίδοση είναι στατιστικά σημαντική, έχει γίνει και από προηγούμενες έρευνες.
Οι μαθητές με δυσκολίες μάθησης εμφανίζουν συνήθως και ανώριμη συμπεριφορά σε τέτοιο βαθμό και συχνότητα, ώστε ξεχωρίζουν πολύ από τους συμμαθητές τους. Η έλλειψη οργάνωσης είναι εμφανής ακόμη και στη σχολική τους τσάντα, στον τρόπο μελέτης τους. Δυσκολεύονται σημαντικά στις αλληλουχίες, εμφανίζουν έλλειψη στοχαστικότητας, αποδιοργανώνονται όταν υπάρχει θόρυβος. Η σύγχρονη αντίληψη αναγνωρίζει ίδιες δυνατότητες στα άτομα με δυσκολίες μάθησης και εστιάζεται στην ανάπτυξη εναλλακτικών μεθόδων και προσεγγίσεων εκμάθησης».
Προσδοκίες γονέων παιδεύουσι τέκνα
Πρωτίστως θα πρέπει να εντοπιστεί το πρόβλημα και ακολούθως όλη η οικογένεια θα πρέπει να ενημερωθεί για όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με τις δυσκολίες του παιδιού. «Τα πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ μόνα τους. Εμείς τα αλλάζουμε. Ακόμη και αν είναι δύσκολα, είναι πάντοτε καλύτερο να ανάψεις μια φλόγα παρά να πορεύεσαι στο σκοτάδι. Έχω δει με τα μάτια μου πολλά παιδιά στο γραφείο μου που μετά τη διάγνωση και τη θεραπευτική παρέμβαση βοηθήθηκαν σημαντικά και είχαν καλύτερη επίδοση στο σχολείο και μείωσαν τις πολύωρες και εξαντλητικές ώρες μελέτης.
Η οικογένεια θα πρέπει να μάθει να διαχωρίζει τις δικές της προσδοκίες από τις προσδοκίες του παιδιού. Να επαινεί έστω τις μικρές επιτυχίες και να μη συγκρίνει το παιδί με μαθησιακές δυσκολίες με άλλα παιδιά. Να βοηθά το παιδί να οργανώσει τον χώρο και χρόνο μελέτης. Ο γονιός θα αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες κατά τη διάρκεια της πορείας του παιδιού μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Όπως έλεγε και ο Άινσταϊν, το εκπαιδευτικό μας σύστημα απαιτεί απ' όλους να μαθαίνουν με τον ίδιο τρόπο.
Οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να ενημερώνονται συνεχώς για τα καινούργια ερευνητικά δεδομένα και να εκπαιδεύονται μέσα από σεμινάρια και εργαστήρια για το πώς να αντιμετωπίζουν μαθητές που έχουν μαθησιακές δυσκολίες. Όταν ο εκπαιδευτικός αναγνωρίζει τα ταλέντα και σέβεται την αξιοπρέπεια των μαθητών του, η απόδοσή τους βελτιώνεται. Οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες ερμηνεύουν συνήθως τη σχολική τους αποτυχία ως αποτέλεσμα των ελλιπών τους ικανοτήτων. Στην ουσία δεν προσπαθούν να κατακτήσουν νέα γνωστικά αντικείμενα, παρότι δεν έχουν πρόβλημα σε αυτά.




