ΑΝ ΠΗΡΑΜΕ ΜΑΘΗΜΑΤΑ, ΘΑ ΠΑΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ
Τρεις οικονομολόγοι προβαίνουν σε εκτιμήσεις για την οικονομική πορεία της Κύπρου το 2016
Η τήρηση πειθαρχημένης δημοσιονομικής οικονομικής πολιτικής, η απόδειξη από μέρους όλων μας ότι τα παθήματα μάς έγιναν μαθήματα και η λύση ή όχι του Κυπριακού θα καθορίσουν τη μελλοντική μας πορεία
Από εμάς εξαρτάται αν το 2016 θα είναι καλύτερο από τα προηγούμενα πέτρινα χρόνια. Η τήρηση πειθαρχημένης δημοσιονομικής οικονομικής πολιτικής, η απόδειξη από μέρους όλων μας ότι τα παθήματα μάς έγιναν μαθήματα και η λύση ή όχι του Κυπριακού θα καθορίσουν τη μελλοντική μας πορεία. Όχι μόνον αυτή του 2016, αλλά και κυρίως των ετών που θα ακολουθήσουν.
Τα πιο πάνω εξάγονται ως συμπέρασμα από τις τοποθετήσεις τριών οικονομολόγων, από τους οποίους η εφημερίδα μας ζήτησε εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας μας τη νέα χρονιά. Οι Θεόδωρος Παναγιώτου, Άννα Οράτη και Γιώργος Θεοχαρίδης ανέλυσαν συνοπτικά τις προοπτικές, τοποθετώντας τις ο καθένας υπό τη δική του οπτική γωνία. Τις παραθέτουμε προς γνώση αλλά και προβληματισμό:
Η λύση του Κυπριακού
ΔΡ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ,
Διευθυντής Cyprus International Institute of Management (CIIM)
Το 2016 η οικονομία της Κύπρου θα είναι καλύτερη από το 2015. Πόσο καλύτερη, θα εξαρτηθεί από το αν υπάρξει λύση του Κυπριακού ή όχι. Επομένως, οποιαδήποτε πρόβλεψη θα πρέπει να γίνει κάτω από δύο τουλάχιστον σενάρια, της λύσης και της μη λύσης.
Σε περίπτωση μη λύσης εντός του 2016, η οικονομία θα συνεχίσει τη νωχελική της πορεία προς την ανάκαμψη. Ο ρυθμός ανάπτυξης θα κυμανθεί γύρω στο 2.5% και η ανεργία θα μειωθεί γύρω στο 12%. Η οικονομία και οι τράπεζες θα εισπράξουν περαιτέρω αναβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης και τα κυπριακά ομόλογα θα εξέλθουν από την κατηγορία της υψηλής ποιότητας σκουπιδιών και θα αναβαθμισθούν σε χαμηλής ποιότητας επενδυτικό επίπεδο. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα συνεχίσουν να είναι ο μεγάλος βραχνάς των τραπεζών και η δαμόκλειος σπάθη πάνω από την κυπριακή οικονομία.
Εκλογές και απαιτήσεις
Με τις βουλευτικές εκλογές επί θύραις και τον λαϊκισμό στα ύψη, όχι μόνο θα επιβραδυνθούν και θα αποδυναμωθούν οι σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις, αλλά και η εφαρμογή όσων ψηφίστηκαν πιθανόν να καθυστερήσει. Οι αποκρατικοποιήσεις των ημικρατικών οργανισμών έχουν ήδη ευνουχισθεί, η αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων παραπαίει και το ΓεΣΥ αναβάλλεται για ευθετότερο χρόνο.
Εκμεταλλευόμενοι τη χρονική στιγμή των επικείμενων εκλογών και τα περί «success story» και ανάκαμψης της οικονομίας, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και άλλα οργανωμένα συμφέροντα, θα απαιτήσουν αυξήσεις και άλλα ωφελήματα, ακόμα και με δυναμικές κινητοποιήσεις. Από την πλευρά των επιχειρήσεων θα απαιτηθεί μείωση της φορολογίας, χρηματοδοτικές διευκολύνσεις και κίνητρα. Όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό που θα θυμίζει την πριν από την κρίση εποχή, ενώ ακόμα δεν θα έχουμε βγει για καλά από την κρίση.
Έξοδος από το μνημόνιο
Βέβαια, ευελπιστώντας σε μια θετική τελική αξιολόγηση από την Τρόικα, θα εξέλθουμε του Μνημονίου την άνοιξη. Όμως, θα πρέπει να έχουμε ανάμεικτα αισθήματα γι’ αυτό. Από τη μια, θα ανακτήσουμε την πλήρη κυριαρχία μας και εμείς θα αποφασίζουμε πλέον πώς θα διαχειριζόμαστε τα της οικονομίας μας, από την άλλη υπάρχει μεγάλο ρίσκο, ότι θα πάμε πίσω σ’ αυτά που ξέραμε και κάναμε πριν από τη κρίση και που μας οδήγησαν στην κρίση. Βέβαια, έχει γίνει νοικοκύρεμα τόσο των δημοσιονομικών όσο και του τραπεζικού μας συστήματος, όμως πόσο ανθεκτικές και βιώσιμες είναι αυτές οι αλλαγές μπροστά στην παλινδρόμηση των κακών συνηθειών της νοοτροπίας μας και την επέλαση των διαπλεκόμενων συμφερόντων και των κομματικών παρεμβάσεων;
Μία βιώσιμη λειτουργική λύση του Κυπριακού θα αλλάξει την ψυχολογία τόσο εντός όσο και εκτός της Κύπρου, ιδιαίτερα μεταξύ των εν δυνάμει επενδυτών. Η ομαλοποίηση της κατάστασης, οι νέες δομές του κράτους και της οικονομίας, οι νέες επιχειρηματικές και επενδυτικές ευκαιρίες θα ανατρέψουν άρδην τα δεδομένα.
Από τη μια είναι το κόστος της λύσης που θα είναι σημαντικό και μπορεί να επιφέρει πρόσθετες φορολογίες, και από την άλλη τα οφέλη από την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας που θα επιφέρει η ανοικοδόμηση της Αμμοχώστου και η στέγαση όσων θα μετακινηθούν, καθώς και η εκμετάλλευση του φυσικού αερίου που θα επιταχυνθεί με τη λύση.
Αν δεν προκύψουν πολιτικές επιπλοκές, ο ρυθμός ανάπτυξης θα επιταχυνθεί, πιθανόν σε επίπεδα προ της κρίσης και η ανεργία θα μειωθεί σημαντικά, αλλά δεν θα φτάσει τα επίπεδα της προ της κρίσης εποχής. Αυτή η πρόβλεψη εξαρτάται και από το πότε θα επιτευχθεί και θα εφαρμοστεί η λύση. Αν και η οικονομική ψυχολογία θα αλλάξει με την υπερψήφιση μιας αποδεκτής λύσης, ο πλήρης οικονομικός αντίκτυπος που θα έχει θα διαφανεί το 2017 και μετέπειτα.
Δεν είναι πανάκεια η έξοδος από το μνημόνιο
ΑΝΝΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥ,
Οικονομολόγος
Το 2015 ήταν μια χρονιά γεμάτη οικονομικά ζητήματα, υπήρξαν πολλές συζητήσεις για νομοθετήματα που αφορούσαν οικονομικές πτυχές του κράτους ένεκα μνημονιακών δεσμεύσεων, με σενάρια τρόμου σε πολλές χρονικές στιγμές, είτε λόγω εσωτερικών ζητημάτων είτε λόγω εξωτερικών παραγόντων, με άντληση σοβαρού ποσού ρευστότητας από την αγορά, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να αυξάνονται και την ανεργία να εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα παρά τις εκτιμήσεις για ανάπτυξη.
Άραγε τι από όλα αυτά θα αλλάξει το 2016 είναι άξιο ανάλυσης και τεκμηρίωσης, διότι οι προφορικές τοποθετήσεις και οι επευφημίες για την ορθή οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης ουδόλως στηρίζονται στην πραγματικότητα, πάρα μόνο λειτουργούν ως επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Το 2016 είναι η χρονιά της μεγάλης εξόδου της χώρας από το μνημόνιο, που δεν έπρεπε ποτέ να εισέλθει από την αρχή. Η έξοδος, που θα αποτελεί μεγάλο επίτευγμα της Κυβέρνησης Αναστασιάδη, δεν θα έπρεπε να αποτελεί και πανάκεια, διότι όσα «παρανόμως» έχει επιβαρυνθεί ο φορολογούμενος πολίτης για χάρη των τραπεζών, θα πρέπει να ξεκινήσουν να αποπληρώνονται. Αυτό από μόνο του εξυπακούει πλεονασματικούς προϋπολογισμούς για τα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας από το 2017 και κατ’ επέκταση δραστική μείωση των κρατικών δαπανών και/ή αύξηση των φορολογιών, πιθανότατα μετά τις εκλογές Μαΐου.
Χρόνια η ανεργία
Η ανεργία, που πλέον θεωρείται χρόνια, θα εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, διότι δεν έχουμε δει τα τελευταία τρία χρόνια οποιεσδήποτε πολιτικές στην αντιμετώπισή της, είτε μέσω στήριξης του ιδιωτικού τομέα είτε μέσω νέων τομέων επιχειρηματικότητας. Θα υπάρξει κάποια μείωση λόγω εποχικών αλλαγών και μείωσης του εργατικού δυναμικού λόγω μετανάστευσης, όμως εάν δεν δώσουμε ενέσεις ρευστότητας στον ιδιωτικό τομέα, να απορροφήσει κάποιο μέρος της, δεν θα μπορέσουμε να τη χτυπήσουμε δραστικά σύντομα.
Δυστυχώς, αυτή η πολυπόθητη ρευστότητα στον ιδιωτικό τομέα θα έπρεπε να έρθει μέσω των τραπεζών, γι’ αυτό άλλωστε τις στηρίζουμε σαν κράτος. Η πραγματικότητα είναι ότι ο ιδιωτικός τομέας αντιμετώπιζε και θα αντιμετωπίζει και τη νέα χρονιά προβληματική δανειοδότηση, και σε αυτό αντανακλάται η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Όσο οι τράπεζες δεν είναι σε θέση να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος των επιχειρήσεων με φτηνότερο δανεισμό ή/και νέο δανεισμό, δεν θα έχουμε ιδιαίτερη πρόοδο στην αντιμετώπιση της μειωμένης παραγωγής προϊόντος στην αγορά.
Τεστ αντοχής
Στο τραπεζικό σύστημα θα έχουμε τα νέα τεστ αντοχής για το 2016, με την εκτίμηση ότι οι τράπεζές μας θα καλύψουν τα κεφάλαιά τους, ώστε να μην χρειάζονται περισσότερη ανακεφαλαιοποίηση, χωρίς βέβαια να αποκλείονται και οι κακές εκπλήξεις. Αν και το θέμα επάρκειας κεφαλαίων ξεκίνησε να δείχνει τα δόντια του το 2015 μέσω του Συνεργατισμού, εντούτοις οι υπόλοιπες τράπεζες δείχνουν να διαχειρίζονται προς το παρόν ορθά την κατάσταση. Εάν κατορθώσουμε να μειώσουμε το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων με βιώσιμες λύσεις προς τους δανειολήπτες, θα είναι και θετικά τα τεστ αντοχής.
Στο θέμα των εκποιήσεων περιουσιών δεν είδαμε ακόμα την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας, λόγω λειτουργικών προβλημάτων στις διαδικασίες πλειστηριασμών και δεν πιστεύω ότι θα δούμε εκποιήσεις πριν από τις βουλευτικές εκλογές για ευνόητους λόγους. Όμως σίγουρα θα υπάρξουν το 2016 και πρέπει να το αποδεχτούμε σαν κοινωνία.
Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα ακόμα, όσο μάς παρουσιάζονται, γι’ αυτό πρέπει να είμαστε συνετοί στις πράξεις μας και στη διαχείριση των οικονομικών ζητημάτων και να εφαρμόζουμε πολιτικές που θα δημιουργούν συνθήκες για μελλοντική ανάκαμψη σε στέρεες βάσεις.
Οι προκλήσεις παραμένουν
ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Οικονομικών (CIIM)
Το 2015 ήταν αναμφίβολα ακόμη μια δύσκολη χρονιά για την κυπριακή οικονομία, με αρκετά προβλήματα ακόμη να παραμένουν. Μπορεί όμως επίσης κάποιος να προσθέσει ότι ήταν μια χρονιά που επιτέλους επιστρέψαμε στην ανάπτυξη μετά από αρκετά χρόνια ύφεσης. Τα τελευταία στοιχεία έχουν δείξει ότι η ανάπτυξη για το 3ο τρίμηνο του 2015 σε σχέση με το προηγούμενο του 2014 είναι στο 2.2%, ο υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 4ο τρίμηνο του 2010. Επίσης, τα δημοσιονομικά στοιχεία δείχνουν αρκετά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Οι προβλέψεις για το 2015 και μετά είναι για πρωτογενή πλεονάσματα με στόχο 3-4% για το μεσοπρόθεσμο διάστημα, που είναι αρκετά για να τεθεί το δημόσιο χρέος σε βιώσιμη τροχιά. Αυτά τα αποτελέσματα βοήθησαν ώστε να έχουμε αναβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης και ακόμη μια επιτυχή έξοδο στις αγορές στα τέλη Οκτωβρίου (έκδοση δεκαετούς ομολόγου με επιτόκιο στο 4.25%). Τώρα έχουμε την τελευταία αξιολόγηση από την Τρόικα και από τον Απρίλιο του 2016 λογικά θα είμαστε εκτός μνημονίου.
Όπως όμως έχω γράψει στην αρχή, ακόμη υπάρχουν πολλές δυσκολίες και προκλήσεις που θα πρέπει να ξεπεραστούν. Πρώτα, υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας, ιδιαίτερα στους νέους. Αρκετοί νέοι διαλέγουν τον δρόμο της ξενιτιάς, αφού δεν υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός καινούργιων θέσεων εργασίας και αρκετά άτομα παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην ανεργία. Θα έλεγε κάποιος ότι η ανεργία τουλάχιστον σταθεροποιήθηκε, αλλά παραμένει δυστυχώς σε πολύ υψηλά επίπεδα, κοντά στο 16%. Η Κυβέρνηση (αλλά και ο ιδιωτικός τομέας) θα πρέπει να επενδύσουν πολύ περισσότερο στην ανάπτυξη για να μειωθεί η ανεργία σε υποφερτά επίπεδα.
Τα κόκκινα δάνεια
Επίσης υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα με τον ανησυχητικό ρυθμό αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) στο σύστημα. Τα τελευταία στοιχεία από την ΚΤΚ δείχνουν ότι αποτελούν σχεδόν το 50% (γύρω στα €27 δισεκατομμύρια) του συνολικού εσωτερικού δανειακού χαρτοφυλακίου. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να προβληματίσουν τις τράπεζες, οι οποίες οφείλουν και θα πρέπει να βρουν αξιόπιστες λύσεις. Ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές;
Πρώτον, η ψήφιση του νόμου για τις εκποιήσεις και τα νομοσχέδια που καθορίζουν το πλαίσιο για την αφερεγγυότητα τελικά θα αναγκάσουν τους στρατηγικούς κακοπληρωτές να προσεγγίσουν την τράπεζα και να αρχίσουν να συνεργάζονται. Δεύτερον, οι τράπεζες πρέπει να αυξήσουν την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της αναδιάρθρωσης των δανείων.
Τρίτον, το ποσό των ΜΕΔ θα αρχίσει να μειώνεται σημαντικά όταν η πραγματική οικονομία ανακάμψει και δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις εργασίας.
Τέλος, η δημιουργία μιας εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, παρόμοιας με την Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης των Περιουσιακών Στοιχείων (National Asset Management Agency-NAMA) της Ιρλανδίας ή μιας «κακής» τράπεζας που θα αναλάβει όλα τα προβληματικά δάνεια από τον τραπεζικό τομέα, και να επιτρέψει στις τράπεζες να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους, θα μπορούσε να είναι μια άλλη ριζική λύση στο πρόβλημα.
Διαρθρωτικές αλλαγές
Μια άλλη μεγάλη πρόκληση είναι οι διαρθρωτικές αλλαγές που προέβλεπε το μνημόνιο (ιδιωτικοποιήσεις, ΓΕΣΥ, μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας). Δυστυχώς και σ’ αυτό το κομμάτι έχουμε μείνει πολύ πίσω.
Είχαμε μια χρυσή ευκαιρία μέσα από το μνημόνιο να υλοποιήσουμε αυτές τις αλλαγές και φαίνεται τη χάσαμε. Πολύ φοβάμαι ότι αυτό μπορεί να μας κοστίσει ακριβά στο μέλλον.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




