ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗ

Πρωτεύον για την Εκκλησία της Κύπρου είναι η διαχείριση της οικονομικής της δύναμης και όχι ο θεολογικός προβληματισμός, επισημαίνει ο θεολόγος Θεόδωρος Κυριακού

Δεν μπορεί η Εκκλησία να μετέρχεται σήμερα μεθόδους όπως αυτή του αφορισμού. Και θα πρέπει να εξεύρει τρόπους για ν' αντιμετωπίσει και να επιλύσει τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, που παραμένουν άλυτα εδώ και χρόνια


Τις απόψεις του για τον αφορισμό του Ανδρέα Πιτσιλλίδη από την Ιερά Σύνοδο εκφράζει στην κυριακάτικη «Σημερινή» ο θεολόγος Θεόδωρος Κυριακού σε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη, που θέτει στο επίκεντρο τον λόγο της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο.

Θεωρείτε ότι, πράγματι, συνέτρεχαν οι προσίδιοι κανονικοί λόγοι, ώστε η Ιερά Σύνοδος να ενεργοποιήσει τη διαδικασία αφορισμού του Ανδρέα Πιτσιλλίδη, τον οποίο, εν τέλει, αφόρισε;

Ο αφορισμός είναι μια πολύ παλιά πρακτική, η οποία βοήθησε την Εκκλησία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες να διαμορφώσει την αλήθεια της πίστης. Απ' εκεί και πέρα, χρησιμοποιούμενη στην εποχή μας, μάς παίρνει αρκετούς αιώνες πίσω, γιατί το ζητούμενο σ’ αυτήν την περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, ήταν η φίμωση ενός ανθρώπου, ο οποίος εξέφραζε ελεύθερα τις απόψεις του. Μπορεί η Ιερά Σύνοδος να υποστηρίζει ότι συνέτρεχαν λόγοι για να λάβει αυτήν την απόφαση, αν και την απόφαση δεν την έλαβε η Ολομέλεια της Ιεράς Συνόδου, αλλά μια επιτροπή.

Όμως, ο μοναδικός συντρέχων λόγος, είναι ότι οι ιδέες και οι απόψεις του Ανδρέα Πιτσιλλίδη ενοχλούσαν, και συνεχίζουν να ενοχλούν, τους Συνοδικούς. Ισχυρίζονται, βέβαια, ότι με τις απόψεις του δημιουργούσε πρόβλημα ανάμεσα στους πιστούς, αυτή όμως η δικαιολογία δεν ευσταθεί, γιατί εάν οι πιστοί είχαν την ποιμαντική διδασκαλία της Εκκλησίας σε βαθμό που οι ίδιοι θα θεωρούσαν ότι είναι προστατευμένοι από τέτοιες ιδέες, τότε δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Αλλά φαίνεται ότι ο λαός είναι αποίμαντος σε πολύ σημαντικά ζητήματα, και αυτό είναι ευθύνη της Εκκλησίας. Και όταν και οι ίδιοι αναγνωρίζουν, ουσιαστικά, αυτό το πράγμα, το πρόβλημα βρίσκεται στους ίδιους και όχι στον Πιτσιλλίδη.

Απουσία ζωντανού θεολογικού λόγου

Πώς κρίνετε τον θεολογικό λόγο που αρθρώνει σήμερα η Εκκλησία;


Έχω την εντύπωση ότι η ποιμένουσα Εκκλησία στην Κύπρο δεν αρθρώνει ζωντανό θεολογικό λόγο. Ζωντανός θεολογικός λόγος είναι εκείνος που αντιμετωπίζει τα καθημερινά προβλήματα, τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της εποχής του. Σε καμιά περίπτωση, βεβαίως, δεν θα αλλάξει κάποιος τη ζώσα Αλήθεια της Εκκλησίας, ό,τι, δηλαδή, αποκαλούμε δόγματα. Μπορεί, ωστόσο, να προσαρμόσει τη δυναμική του θεολογικού λόγου στην αντιμετώπιση και επίλυση των προβλημάτων της σημερινής εποχής. Και, μάλιστα, η Εκκλησία πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπ’ όψιν τα επιστημονικά δεδομένα της εποχής μας. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα μ’ έναν αφοριστικό τρόπο.

Να αναφέρω, μόνο, ένα θέμα που τελευταίως έχει αναδειχθεί, θα έλεγα μ’ έναν επιτακτικό τρόπο, ως ένα από σημαντικότερα της εποχής μας, αυτό της ομοφυλοφιλίας. Αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αφοριστικά με βάση το κείμενο του Αποστόλου Παύλου πριν από 2000 χρόνια. Αντιθέτως, πρέπει να δούμε ποια είναι τα καινούργια δεδομένα που υπάρχουν, να τα σταθμίσουμε μ’ ένα πιο ανοικτό πνεύμα, και να επιχειρήσουμε να δώσουμε αποτελεσματικές απαντήσεις, με ποιμαντικό, πάντα, τρόπο.

Ανάγκη εκσυγχρονισμού

Θεωρείτε, λοιπόν, ότι η Εκκλησία θα πρέπει να προβεί σ’ ένα είδος εσωτερικής αυτομεταρρύθμισης, ώστε να μπορέσει να συγχρονιστεί με τις ανάγκες και τα προβλήματα των καιρών, χωρίς να απεμπολεί την αλήθεια της.


Η Εκκλησία οφείλει να εκσυγχρονιστεί σε πολλά πράγματα. Και, κυρίως, εννοώ να εκσυγχρονίσει τον λόγο της, όσον αφορά την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εποχής μας. Δεν μπορεί η Εκκλησία να μετέρχεται σήμερα μεθόδους όπως αυτή του αφορισμού. Και θα πρέπει να εξεύρει τρόπους για να αντιμετωπίσει και να επιλύσει τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, που παραμένουν άλυτα εδώ και χρόνια. Παράδειγμα, για να αναφέρω ένα, το θέμα του ράσου, ένα πρακτικό ζήτημα, αλλά πολύ σημαντικό για τους ιερείς, για το οποίο, ωστόσο, δεν επιδεικνύεται η δέουσα σωφροσύνη.

Δεν μπορεί ο ιερέας να αναγκάζεται να φορεί το καλοκαίρι το ράσο, σε θερμοκρασίες 40 βαθμών Κελσίου ή και περισσότερο. Άλλο θέμα που πρέπει να ξαναδούμε, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτό του γάμου των ιερέων, όπου, μετά την ιεροσύνη, οιοσδήποτε γάμος απαγορεύεται. Όμως, εάν ένας έγγαμος ιερέας έχει χάσει την πρεσβυτέρα του σε μικρή ηλικία και έχει τέσσερα παιδιά να αναθρέψει, πώς θα μπορεί αυτός ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στον χώρο της οικογένειάς του, και ταυτόχρονα να έχει τη δύναμη να ασκεί ποιμαντικό έργο και να συνεχίζει να ιερουργεί;

Είναι λοιπόν κάποια πρακτικά ζητήματα, τα οποία, δυστυχώς, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν τα αντιμετωπίζει, και διαιωνίζονται. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να επισημάνω και κάτι άλλο: Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν, πάντα, στο πλαίσιο της ιστορικής και πνευματικής διαχρονίας της, μια ζωντανή Εκκλησία, ένας ζωντανός οργανισμός. Δυστυχώς, τις τελευταίες δεκαετίες έχει μετατραπεί σε μια συντηρητική Εκκλησία, η οποία φοβάται, όπως προανέφερα, να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τής κοινωνίας, αφήνοντάς τα να επιλυθούν από μόνα τους ή να τα επιλύσουν άλλοι, χωρίς εκείνη να παρεμβαίνει.

Έχει κυριαρχήσει το πνεύμα του ευσεβισμού

Θα ήθελα να επιμείνουμε λίγο σ’ αυτό, καθώς βλέπουμε μια Εκκλησία, η οποία, αφενός, αρθρώνει έναν χύδην «εκκοσμικευμένο» λόγο για τα πολιτικά, τα εθνικά και οικονομικά θέματα, αλλά, αφετέρου, αδυνατεί να διατυπώσει έναν ζείδωρο λόγο για τα πνευματικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής, ως θα ανέμενε κάποιος από αυτήν.


Ο λόγος είναι ότι φοβούνται πως, επειδή στον χώρο της Εκκλησίας έχουν κυριαρχήσει και λειτουργούν συντηρητικές ομάδες, κάθε άλλη στάση μπορεί να κριθεί ως αμφιλεγόμενη. Αυτός ο συντηρητισμός, ο οποίος αρύεται από προτεσταντικά και όχι ορθόδοξα πρότυπα, έχει, δυστυχώς, κυριαρχήσει στους κόλπους της Εκκλησίας. Αναφέρομαι, όπως αντιλαμβάνεστε, σε διάφορες παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, όπως ο «Σωτήρας», η «Ζωή» και πιο πρόσφατα μια νέα οργάνωση στην Κύπρο, το ΠΑΘΟΚ.

Αυτοί οι κύκλοι έχουν καταφέρει να επιβάλουν, στο εσωτερικό της Εκκλησίας, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, το πνεύμα του ευσεβισμού, αναπτύσσοντας μια πολύ αυστηρή, πουριτανική προσέγγιση κυρίως σε ό,τι αφορά ηθικής φύσεως θέματα. Αυτό ακριβώς το πνεύμα έχει αποδυναμώσει την ικανότητα της Εκκλησίας όσον αφορά την άρθρωση ενός σύγχρονου θεολογικού λόγου. Όταν μεγαλώνεις μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα, δεν είναι εύκολο να αποστασιοποιηθείς και ν' αντικρίσεις, μ’ έναν πιο ανοικτό ή και πιο ριζοσπαστικό, αν θέλετε, τρόπο, τα σύνθετα υπαρξιακά, πνευματικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας.

Όταν έχεις διαμορφωθεί, λοιπόν, με το πνεύμα του ευσεβισμού, που δεν έχει καμία σχέση με τη ζωντανή ορθόδοξη παράδοση, δεν μπορεί να δώσεις απαντήσεις και λύσεις στα προβλήματα. Αντίθετα, στα πολιτικά ζητήματα, η Εκκλησία της Κύπρου αισθάνεται ότι έχει μια δύναμη, την οποία μπορεί να ασκήσει ως μοχλό πίεσης προς διάφορες κατευθύνσεις, παρεμβαίνοντας στις πολιτικές καταστάσεις. Νομίζω, λοιπόν, ότι το μείζον πρόβλημα της κυπριακής Εκκλησίας είναι ότι στηρίζεται σε καθαρά εξουσιαστικές δομές, εδώ και αιώνες, και δεν είναι διατεθειμένη να αποστασιοποιηθεί από την εξουσία που έχει στα χέρια της.

Η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο

Η αλήθεια της Εκκλησίας απειλείται από τη θρησκευτική ελευθερία ή αυτή η τελευταία αποτελεί προϋπόθεσή της;


Θα αναφέρω απλώς εκείνο που είπε ο Χριστός, «γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς». Εδώ πρέπει να στηρίζεται όλη η πρακτική της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν μπορεί να φοβάται να αντικρίζει προβλήματα. Όπως πολλές φορές το παρουσιάζουμε, η Εκκλησία είναι ένα θεραπευτήριο, ένα νοσοκομείο, το οποίο προσφέρει θεραπεία. Θεραπεία, όμως, δεν σημαίνει φίμωση. Θεραπεία σημαίνει απελευθερώνω και στηρίζω νέες, εν αληθεία, φωνές, που μπορούν να συμβάλουν εποικοδομητικά και να βοηθήσουν τον κόσμο να αντιμετωπίσει την ανασφάλεια της εποχής μας.

Δυστυχώς, όταν η Ιεραρχία λειτουργεί αθεολόγητα και εξουσιαστικά, όχι μόνο δεν μπορεί να βοηθήσει, αλλά, αντίθετα, δημιουργεί απαξίωση για την ίδια την Εκκλησία και τον εκκλησιαστικό χώρο. Ευτυχώς, αυτό που συντηρεί ακόμη τη ζωή της Εκκλησίας και συγκρατεί τον κόσμο από το να μην την εγκαταλείψει, είναι η λατρεία της και η ζωντανή λατρευτική σχέση. Ο κόσμος παραμένει στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, εξακολουθώντας να αναζητεί ένα καταφύγιο, και εδώ θα έπρεπε να ρίξει όλες τις δυνάμεις της η Εκκλησία, ώστε να ξαναβρεί τη δυναμική της στον σύγχρονο κόσμο και να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων του σύγχρονου ανθρώπου.

Αναντιστοιχία Ιεραρχίας και πληρώματος

Θεωρείτε, λοιπόν, ότι υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στο λατρευτικό αίσθημα των πιστών και στη θεσμισμένη εκκλησιαστική εξουσία;


Αυτό είναι βέβαιο. Εκείνο που βιώνει ο πιστός μέσω της λατρείας και της προσωπικής σχέσης του με τον Χριστό, δεν μπορεί να το βιώσει, συχνά, στη σχέση του με αυτήν την Εκκλησία, η οποία τείνει να απολέσει την ποιμαντική της διάσταση. Και εδώ είναι το πνευματικό πρόβλημα που υπάρχει αυτήν τη στιγμή στη ζωή της Εκκλησίας μας. Αντί η Ιεραρχία και ο Κλήρος να επιμείνουν στην ποιμαντική αποστολή τους, εμφανίζονται σαν μια Εκκλησία διοικούσα, εξουσιαστικής μορφής, που δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες του σύγχρονου πιστού.

Κάπου έχω διαβάσει, κ. Κυριακού, ότι ο ίδιος ο Χριστός, ουδέποτε αφόρισε οιονδήποτε. Πώς η Εκκλησία μπορεί, στο όνομα της διδασκαλίας του, να αφορίζει;

Μα αυτό που ήταν σκάνδαλο την εποχή του Χριστού ήταν εκείνο το περίφημο που είπε ότι «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την Βασιλείαν των Ουρανών». Αυτή ήταν μια πραγματική επανάσταση. Αντίθετα, η Εκκλησία σήμερα απορρίπτει ολόκληρες ομάδες ανθρώπων. Γιατί, μπορεί να μην αφορίζει συγκεκριμένους ανθρώπους, αλλά αφορίζει ανθρώπους με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτό είναι ακόμη χειρότερο, διότι, έτσι, λειτουργεί καθαρά ρατσιστικά.

Κανείς δεν απειλεί τις αλήθειες της Εκκλησίας

Η Εκκλησία επικαλέστηκε την έννοια της κακοδοξίας, για να προχωρήσει στον αφορισμό του Α. Πιτσιλλίδη. Μπορείτε να εξηγήσετε, με δυο λόγια, τι σημαίνει αυτό;


Κακοδοξία, σημαίνει αίρεση. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι ο Ανδρέας Πιτσιλλίδης είναι αιρετικός. Πρόκειται για βαριά κατηγορία, που αποδιδόταν παλαιότερα στους αιρετικούς, οι οποίοι επέμεναν σε παραχάραξη της Αλήθειας της Εκκλησίας. Θεωρώ ότι ο Ανδρέας Πιτσιλλίδης δεν προέβη σε κάτι τέτοιο, αλλά εξέφρασε διαφορετικές θέσεις, από τους Ιεράρχες, σε κοινωνικά κυρίως θέματα. Σε ουδεμία περίπτωση, αυτές οι απόψεις μπορούν να χαρακτηριστούν ως κακοδοξία.

Συνήθως ο αφορισμός συνοδεύεται από ένα αναθεματικό, βιαιοπραγούν, γλωσσικά, επί της αξιοπρέπειας του αφοριζομένου, κείμενο. Αυτό δεν συνιστά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που είναι νομικά και συνταγματικά κατοχυρωμένη από τον δικαιϊκό πολιτισμό μας;

Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Κανείς δεν απειλεί πλέον τις αλήθειες της Εκκλησίας μας. Όταν κάποιοι καταφεύγουν στην πρακτική του αφορισμού, στοχοποιούν ανθρώπους. Όταν αυτό γίνεται για τις ιδέες που εκφράζει κάποιος -εδώ να υπενθυμίσω και την περίπτωση του Τεύκρου Ανθία-, συνιστά μια έκφραση μη αναγνώρισης των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η σημερινή κοινωνία δεν μπορεί να το ανεχθεί.

Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι να συμφωνούν με την ενέργεια της Εκκλησίας εναντίον του θεολόγου, όμως νομίζω πως ακόμη και αυτοί επηρεάζονται περισσότερο από τον τρόπο που εκφράζει τις απόψεις του ο Α. Πιτσιλλίδης και λιγότερο από το περιεχόμενό τους. Αυτό πρέπει να το πούμε, γιατί υπάρχουν και τέτοιες, λίγες, έστω, φωνές. Φρονώ ότι η πλειοψηφία εμμένει στον σεβασμό της δυνατότητας των ανθρώπων να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους. Και ιδιαίτερα στον χώρο της Εκκλησίας, που είναι χώρος ελευθερίας και όχι χώρος καταπίεσης.

Μόνο και μόνο από τον λόγο του Χριστού «όποιος θέλει να με ακολουθήσει», θεμελιώνεται αυτή η ελευθερία. Εδώ θέλω να διατυπώσω ένα ερώτημα: Όλοι αυτοί που αφόρισαν τον Πιτσιλλίδη, ζητώντας του να γίνει πρότυπο πιστού, θεωρούν τον εαυτό τους πρότυπο πιστού; Ας ρωτήσουν, στο κάτω-κάτω της γραφής, τον κόσμο, ποιους από αυτούς θεωρεί ως πρότυπο. Νομίζω θα απογοητευθούν. Αιρετικός, για μένα, δεν είναι ο Ανδρέας. Αιρετική είναι η στάση της Εκκλησίας σε πάρα πολλά πράγματα.

Έχουν μετατρέψει, θα μπορούσε να πει κανείς, τον Οίκο του Πατρός σε οίκο εμπορίου, και, αντί να προβούν σε μιαν αυτοκριτική για όλα αυτά που συμβαίνουν, στοχοποιούν έναν άνθρωπο, και μάλιστα από τον χώρο της Εκκλησίας, και νομίζουν ότι θα επιλύσουν τα προβλήματά της. Εγώ θα έλεγα, μακάρι τα προβλήματα της Εκκλησίας να ήταν ο Ανδρέας Πιτσιλλίδης, αλλά δεν είναι. Και αυτά, δεν αντιμετωπίζονται με τον τρόπο που έπραξε η Ιερά Σύνοδος.

Η Θεολογία του Προσώπου και η υπνώττουσα Εκκλησία μας

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν επισυμβεί πολλές και σημαντικές δημιουργικές προσπάθειες στον ορθόδοξο χώρο όσον αφορά την αναβίωση της Πατερικής Θεολογίας, με επίκεντρο την έννοια της ελευθερίας του Προσώπου, ως ρίζα και ως άνοιγμα προς μια προβληματική της Ετερότητας. Προβληματική που παραπέμπει στο ζήτημα του άλλου, της διαφορετικότητας κ.λπ. Πώς συνέβη και η κυπριακή Εκκλησία έμεινε σχεδόν ανέπαφη από αυτές τις κοσμογονικές, σε θεολογικό επίπεδο, εξελίξεις; Εξελίξεις που επισυνέβησαν κυρίως στον ρωσόφωνο κόσμο, αλλά και στον ελληνικό.


Ναι, πέρα από τους Ρώσους θεολόγους, έχουμε και στον ελληνικό χώρο σημαντικές θεολογικές φωνές. Η διδακτορική διατριβή του Ρωμανίδη για το προπατορικό αμάρτημα αποτέλεσε σταθμό για την επιστροφή της ορθόδοξης θεολογίας στις ρίζες της και, απ' εκεί και πέρα, εμφανίστηκαν και άλλες σημαντικές φωνές στον χώρο της ορθόδοξης θεολογίας, όπως ο Ι. Ζηζιούλας, ο Χρ. Γιανναράς, κ.ά. Το ζητούμενο και στους τρεις είναι η προβολή του Προσώπου και της Ετερότητας, καθώς και του τρόπου συνύπαρξης των προσώπων, που είναι η Κοινότητα. Δυστυχώς, η τελευταία έχει εκλείψει τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, διαδεχόμενη από έναν άκρατο ατομικισμό.

Η Εκκλησία της Κύπρου δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει αυτές τις εξελίξεις στον θεολογικό χώρο, γιατί πρωτεύον γι’ αυτήν ήταν η διαχείριση τής οικονομικής της δύναμης και όχι ο θεολογικός προβληματισμός. Και αλίμονο αν αυτό το πράγμα δεν απασχολεί την Ιεραρχία και τον θεολογικό κόσμο. Ως επί το πλείστον, οι Κύπριοι θεολόγοι, που έρχονταν από την Ελλάδα για να στελεχώσουν την Εκκλησία και να διδάξουν στα σχολεία μας, ήταν απόφοιτοι της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, μιας συντηρητικής σχολής οργανωσιακού χαρακτήρα.

Ερχόμενοι όλοι αυτοί στην Κύπρο και νιώθοντας την εξουσία της Εκκλησίας, όπως την περιγράψαμε, πάνω τους, δεν ήταν εύκολο να αντιδράσουν. Κάποιοι καταφέραμε να αρθρώσουμε έναν διαφορετικό λόγο, αλλά το αποτέλεσμα της άρθρωσης του διαφορετικού αυτού λόγου, ήταν, όπως βλέπετε, τα αναθέματα και οι αφορισμοί. Νομίζω λοιπόν ότι ως Εκκλησία έχουμε μείνει πολύ πίσω όσον αφορά τον θεολογικό προβληματισμό, με βάση όσα προαναφέραμε, δηλαδή την αξία της θεμελιακής σημασίας του Προσώπου, της Ετερότητας και της Κοινότητας ως τρόπου ύπαρξης.