ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΑΙΤΗΤΩΝ ΑΣΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΦΙΝΟΥ
Στον πηγαιμό για μια καλύτερη ζωή οι πρόσφυγες που διασώθηκαν αναφέρουν όσα τραγικά έζησαν στις χώρες τους και μιλούν για τα όνειρά τους και τις φιλοδοξίες τους
Όλοι τους μέλη μιας φανερά ανομοιογενούς και ιδιαίτερης κοινότητας, τους οποίους όμως συνδέει ένα κοινό: ο κατατρεγμός και το ένστικτο της επιβίωσης
Βρέθηκαν τόσο κοντά στον θάνατο, όπως μας περιέγραψαν, που πλέον νιώθουν ότι δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν
Ο ανθρώπινος πόνος δεν έχει ούτε πατρίδα, ούτε θρησκεία, ούτε εθνικότητα…
Έφυγα από τον Λίβανο γιατί εκεί δεν έχουμε δικαιώματα ούτε ασφάλεια. Ζούσαμε σε έναν καταυλισμό όπου υπάρχουν πολλοί έμποροι ναρκωτικών και όπλων, και οποτεδήποτε υπήρχε κάποιο πρόβλημα, αθώα άτομα σκοτώνονταν χωρίς κανένα λόγο.
Δεν έπαιξαν απλά τα ρέστα τους. «Τζόγαραν» σε μια πρόχειρης κατασκευής βάρκα την ίδια τους τη ζωή. Και παραλίγο να χάσουν. Βρέθηκαν τόσο κοντά στον θάνατο, όπως μας περιέγραψαν, που πλέον νιώθουν ότι δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν. Πλήρωσαν τέσσερεις χιλιάδες δολάρια για να επιβιβαστούν στη βάρκα της ελπίδας, η οποία θα τους μετέφερε σε άλλη γη και σε άλλα μέρη πιο ειρηνικά, πιο ασφαλή και πιο ανθρώπινα.
Οποιαδήποτε κι αν είναι η οπτική του καθενός από εμάς γι' αυτό το φλέγον θέμα του μεταναστευτικού, που σήμερα τρίζει τα θεμέλια και τη συνοχή ακόμα και αυτής της ισχυρής Ευρώπης, η οποία δεν «λύγισε» κάτω από το πλήθος των τραυμάτων που άφησε το ζήτημα του ελληνικού χρέους, αλλά είναι έτοιμη να σπάσει συμφωνίες και συνθήκες που θεωρούνταν δεδομένες πριν από λίγες εβδομάδες, δεν μπορεί παρά να νιώθει συμπόνια γι' αυτούς τους ανθρώπους. Άλλωστε ο ανθρώπινος πόνος δεν έχει ούτε πατρίδα, ούτε θρησκεία, ούτε εθνικότητα.
Εμφανείς οι ουλές
Στο πρόσωπό τους και στα σώματά τους έχουν τα σημάδια του καταδιωγμού, με τις ουλές από τα κτυπήματα που δέχτηκαν να είναι εμφανείς. Παρ' όλ' αυτά, δεν έχασαν το κουράγιο τους και δηλώνουν αποφασισμένοι για ένα καλύτερο αύριο. Τουλάχιστον σεβόμενοι όλες αυτές τις θυσίες που έκαναν για να μαζέψουν τα 4 χιλιάδες δολάρια που πλήρωσε ο καθένας τους για να επιβιβαστεί στη βάρκα. Το «εισιτήριο» των παιδιών κόστισε 2.500 ευρώ και μάζεψαν όλα αυτά τα λεφτά σε μια χώρα όπου το ημερήσιό τους εισόδημα ήταν πολύ πενιχρό.
Συγκινήθηκαν όταν ήρθε η ώρα της κουβέντας για το πώς γλύτωσαν τελευταία στιγμή από τα δόντια του Χάρου και νιώθουν ευγνώμονες για τις κυπριακές Αρχές, που τους μετέφεραν σε ασφαλείς κατοικίες. Η σκέψη τους, όμως, ταξιδεύει πίσω στις χώρες προέλευσής τους, όπου κατοικούν οι οικογένειες τους και οι φίλοι τους, άτομα τα οποία δεν γνωρίζουν αν θα καταφέρουν ποτέ να αντικρίσουν ξανά..
Μια ιδιαίτερη κοινότητα
Τους συναντήσαμε την Παρασκευή, ντάλα μεσημέρι, κάτω από τον θερμό ήλιο, στο Κέντρο Υποδοχής Αιτητών Ασύλου στην Κοφίνου, εκεί όπου διαμένουν από την ημέρα που διασώθηκαν και βρίσκεται το νέο τους προσωρινό σπίτι. Εκεί συγκατοικούν με άλλους τόσους που διασώθηκαν από τη θάλασσα τον περυσινό Σεπτέμβρη, όπου και αυτοί περιμένουν να μάθουν υπομονετικά τη μοίρα τους. Μαζί τους άτομα από αφρικανικές χώρες όπως τη Νιγηρία, τη Σομαλία και την Ακτή του Ελεφαντοστού, αλλά και την Ουκρανία, όλοι τους μέλη μιας φανερά ανομοιογενούς και ιδιαίτερης κοινότητας, τους οποίους όμως συνδέει ένα κοινό: ο κατατρεγμός και το ένστικτο της επιβίωσης. Οι ευγενικές και έτοιμες να βοηθήσουν Λειτουργοί της Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών, οι οποίες έχουν αποσπαστεί τις τελευταίες εβδομάδες στην Κοφίνου, μας ενημέρωσαν ότι σήμερα στο Κέντρο ζουν 280 άτομα. Εκεί θα παραμείνουν μέχρι τους επόμενους μήνες, όπως μας λέχθηκε από τις Λειτουργούς, μέχρι να εξεταστούν οι αιτήσεις τους για τη χορήγηση ασύλου.
Πολυδιάστατη βοήθεια
«Είναι μικρογραφία μιας κοινότητας, ενός χωριού», ανέφερε στη «Σ» ο Υπεύθυνος του κλιμακίου του Ερυθρού Σταυρού στο Κέντρο Γιώργος Φραντζής. Ο Ερυθρός Σταυρός είναι καθημερινά εκεί προσπαθώντας, όπως μας είπε, να ικανοποιήσει όσο το δυνατόν γίνεται τις οποιεσδήποτε ανάγκες προκύψουν για τους πρόσφυγες. Η Παρασκευή ήταν η ημέρα κατά την οποία έφτασαν οι προμήθειες, οι οποίες απευθύνονται σε κάθε οικογένεια ξεχωριστά.
«Ξέρετε, αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν στην Κύπρο μόνο με τα ρούχα που φορούσαν. Αναγκάστηκαν να ρίξουν τις αποσκευές τους στη θάλασσα όταν βούλιαζε η βάρκα που τους μετέφερε. Εμείς πήγαμε από σπίτι σε σπίτι και καταγράψαμε τις ειδικές ανάγκες της κάθε οικογένειας, του κάθε ατόμου. Ένδυση, υπόδηση και ό,τι άλλες ανάγκες προκύψουν», σημείωσε ο κ. Φραντζής. Την ίδια στιγμή σημείωσε ότι ο Ερυθρός Σταυρός έχει μια ολιστική προσέγγιση στο θέμα και προσπαθεί, εκτός από τα υλικά αγαθά, να προσφέρει και ψυχοκοινωνική στήριξη σε αυτά τα άτομα με διάφορους τρόπους.
«Συζητούμε μαζί τους, θέλουμε να έρθουμε κοντά τους, ώστε να μας πουν τα προβλήματα και τις ανησυχίες τους, ενώ σύντομα θα τους βοηθήσουμε και νομικά», σημείωσε ο κ. Φραντζής. Σε σχέση με το επεισόδιο της περασμένης Κυριακής, που δημοσιεύτηκε ότι ορισμένα άτομα του Κέντρου ήρθαν στα χέρια, ο Υπεύθυνος του Ερυθρού Σταυρού τόνισε ότι το συμβάν μεγαλοποιήθηκε, συμπληρώνοντας ότι όπως γίνεται σε όλες τις κοινότητες, οι διαφωνίες δεν μπορούν να μην εμφανίζονται.
Μια τρυφερή επανένωση
Η Ζεϊνάχ βρίσκεται στην Κύπρο από τον περασμένο Σεπτέμβριο, οπότε και διασώθηκε τελευταία στιγμή. Ξεκίνησε από τη Συρία με προορισμό της τη Σουηδία που ζουν σήμερα η αδελφή της, ο αδερφός του άντρα της και άλλοι συγγενείς της. Έχει τέσσερα παιδιά και η μικρή της κόρη σήμερα οκτώ ετών βρισκόταν μαζί της στην θάλασσα και διασώθηκε την τελευταία στιγμή. Μετά την αίτησή της για παραχώρηση ασύλου τον Φεβρουάριο και με τις ενέργειες της Κυβέρνησης κατάφερε να ενωθεί ξανά με την οικογένειά της, καθώς πριν από κάποιες ημέρες έφτασαν στην Κύπρο τόσο ο σύζυγός της αλλά και οι δύο άλλες της κόρες 12 και 10 χρονών αντίστοιχα, και ο μικρός της γιος 4 ετών.
«Στην αρχή όταν έφθασα εδώ δεν ήξερα αν θα ξαναέβλεπα τα παιδιά μου, αλλά τώρα νιώθω πολύ ευτυχισμένη που είμαι μαζί τους», ανέφερε η Ζεϊνάχ. Απαντώντας σε ερώτηση, αν εξακολουθεί να θέλει να πάει στη Σουηδία, σημείωσε ότι τώρα πλέον σκέφτεται ότι θα ήθελε να μείνει στην Κύπρο. «Θέλω να μάθω τη γλώσσα και μαζί να βρω μια δουλειά. Επίσης, θέλω να εγγράψω τα παιδιά μου στο σχολείο ώστε να μορφωθούν», σημείωσε. Παράλληλα, συμπλήρωσε ότι είναι πάρα πολύ ευχαριστημένη από τη βοήθεια που δέχεται στο Κέντρο από τις Λειτουργούς και γενικά όλους όσοι εργάζονται στον χώρο. Τέλος η Ζεϊνάχ δεν έκρυψε την συγκίνησή της τονίζοντας: «μακάρι να μπορούσα με λόγια να περιγράψω πόσο ευγνώμων είμαι προς αυτούς τους ανθρώπους».
«Δεν ξέραμε αν θα ζήσουμε»
«Το όνομα μου είναι Τουμέχ και είμαι Παλαιστίνιος του Λιβάνου. Είμαι 25 ετών και έφθασα στην Κύπρο στις αρχές του μήνα. Πλήρωσα για τη μεταφορά 4 χιλιάδες δολάρια. Στη χώρα μας δεν έχουμε νερό καθαρό, δεν έχουμε τις απαραίτητες υποδομές, δεν έχουμε δικαιώματα. Το μόνο που έχουμε είναι όπλα και δολοφονίες. Αιτία αυτών, ο ρατσισμός. Μας θεωρούν κατώτερα όντα τους Παλαιστίνιους του Λιβάνου. Στον Λίβανο δούλευα ως κηπουρός. Ο πατέρας μου πέθανε μικρός και έπρεπε να ζήσω εγώ την οικογένειά μου.
»Δεν λάβαμε βοήθεια από κανέναν, παρά μόνο τους εαυτούς μας. Έφτασα εδώ με τον αδελφό μου, αλλά η οικογένειά μου ζει ακόμα στον Λίβανο και στόχος μου είναι να τους φέρω εδώ, ώστε να απαλλαγούν από τα κακά που βιώνουν στη χώρα. Συνομιλώ καθημερινά με την οικογένειά μου μέσω διαδικτύου και μου λένε τι περνούν.
»Μας έσωσαν και μας υποδέχτηκαν πάρα πολύ καλά στην Κύπρο, και η κάθε υπηρεσία μας συμπεριφέρεται πάρα πολύ καλά. Την ώρα της βύθισης του πλοίου πανικοβληθήκαμε όλοι και δεν ξέραμε αν θα ζήσουμε ή θα πεθάνουμε. Αν αργούσε η ακτοφυλακή, σήμερα θα ήμασταν όλοι νεκροί. Υπήρχαν πολλά μωρά, ακόμα και βρέφη, τα οποία έπρεπε πρώτα να σωθούν. Θέλω να μείνω στην Κύπρο, να βρω μια δουλειά και να ενσωματωθώ στην κοινωνία, και να στηρίζομαι στις δικές μου δυνάμεις. Στην Κύπρο υπάρχει ασφάλεια και αυτό είναι κάτι πολύτιμο».
«Σκοτώνονταν αθώοι»
«Ονομάζομαι Σάλαχ και είμαι 28 ετών. Είμαι Παλαιστίνιος του Λιβάνου. Διασώθηκα και εγώ από το πλοίο που βυθιζόταν. Έφυγα από τον Λίβανο γιατί εκεί δεν έχουμε δικαιώματα ούτε ασφάλεια. Ζούσαμε σε έναν καταυλισμό όπου υπάρχουν πολλοί έμποροι ναρκωτικών και όπλων, και οποτεδήποτε υπήρχε κάποιο πρόβλημα αθώα άτομα σκοτώνονταν χωρίς κανένα λόγο. Ένα φίλος μου πέθανε χωρίς να φταίει σε τίποτε. Στον Λίβανο ζούσαμε πολύ δύσκολα. Βρίσκαμε μετά δυσκολίας δουλειά και οι μισθοί δεν αρκούσαν. Έχω στον Λίβανο σύζυγο και τέσσερα παιδιά. Θέλω να μεταφέρω την οικογένειά μου στην Κύπρο για να ζήσουν μαζί μου».
«Θέλω ο γιος μου να γίνει καλύτερος από εμένα»
«Είμαι ο Οσμέρ και είμαι 30 ετών. Ήρθα στην Κύπρο με τον αδελφό μου. Στον Λίβανο έχω την αδελφή μου και τους γονείς μου. Η Κύπρος είναι καλή χώρα και αν βρω δουλειά για να συντηρούμαι, θα ήθελα να μείνω. Στον Λίβανο δούλευα σε μανάβικο και εργαζόμουν σε αγορά όπου πωλούσαν φρούτα και λαχανικά. Εκεί ζούσαμε σε έναν καταυλισμό όπου δεν μας επιτρεπόταν να βγούμε έξω. Αν είχαμε ακόμα και 1 εκατομμύριο δολάρια δεν θα μας επιτρεπόταν να έχουμε τίποτε στο όνομά μας, εξαιτίας της καταγωγής μας.
»Δεν υπάρχει καμία απολύτως ασφάλεια. Για παράδειγμα, αν γινόταν κάτι, τότε υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για όλους. Δεν είχαμε πρόσβαση ούτε σε καθαρό νερό, ούτε σε ηλεκτρισμό, ενώ απαγορευόταν και να κυκλοφορούμε ελεύθερα όπου θέλαμε. Το μόνο που ζητούμε είναι να ζήσουμε κανονικά. Όχι πλουσιοπάροχα, ούτε σε βάρος των άλλων. Θέλω ο γιος μου να έχει τις ευκαιρίες που δεν είχα ποτέ εγώ, να γίνει καλύτερος από εμένα. Να πάει σε σχολείο και να μορφωθεί. Οι γονείς μου ακόμα ζουν στο Λίβανο και δεν ξέρω τι θα απογίνουν».
«Βάλαμε τα παιδιά στους ώμους μας»
«Το όνομά μου είναι Άχμεντ και είμαι 25 ετών. Είμαι Παλαιστίνιος του Λιβάνου. Πλήρωσα για τη μεταφορά μου 4 χιλιάδες δολάρια και ήρθα μόνος μου. Έχω την οικογένειά μου και την αρραβωνιαστικιά μου στον Λίβανο και θέλω αν πάρω άσυλο να τους φέρω εδώ. Δούλευα ως τεχνικός δαπέδων στη χώρα μου. Ο σκοπός μου ήταν αρχικά να πάω στη Γερμανία, αλλά λόγω του ότι το πλοίο βυθιζόταν καταλήξαμε εδώ. Αλλά ίσως και να είναι καλύτερα εδώ. Θέλουμε να ξεκινήσουμε μια καινούργια ζωή με ασφάλεια. Ακόμα και ένα ζώο να έβαζες εκεί θα αδυνατούσε να επιβιώσει. Είναι πάρα πολύ επικίνδυνη η ζωή ειδικά για τους Παλαιστινίους, γιατί δεν μας επιτρέπεται να έχουμε τίποτα στο όνομά μας.
»Ούτε σπίτι, ούτε αυτοκίνητο, ούτε καν κινητό τηλέφωνο. Ήμουν ιδιωτικός υπάλληλος σε εταιρεία και όταν αργότερα έμαθαν ότι είμαι Παλαιστίνιος ήταν σαν να έπαθαν ηλεκτροσόκ! Μετά δεν με ήθελε κανένας και με έδιωξαν. Την ώρα που βυθιζόταν το πλοίο μας πανικοβληθήκαμε και νομίζαμε ότι θα πεθάνουμε. Προσπαθούσαμε όσοι από εμάς ξέρουμε κολύμπι να διασώσουμε ο καθένας μας έστω ένα παιδί, καθώς αυτά δεν γνώριζαν κολύμπι και ήταν περισσότερο πανικοβλημένα.
»Αφού βάλαμε τα παιδιά στους ώμους μας ξεκινήσαμε να κολυμπούμε μέχρις ότου φτάσουμε στο πλοίο που μας διέσωσε. Πλήρωσα 4 χιλιάδες δολάρια για να επιβιβαστώ στο πλοίο. Το μόνο που ζητούμε από την κυπριακή κυβέρνηση είναι να μας επιτρέψει να ξεκινήσουμε να ζούμε μια κανονική ζωή. Θέλω να μάθω τη γλώσσα, να δουλέψω και να ζήσω την οικογένειά μου. Δεν ήρθα εδώ για να ξεκουράζομαι. Θέλω να δουλέψω και δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι να είσαι αναγκασμένος όλη μέρα να κάθεσαι και να μην κάνεις τίποτε. Δεν συνηθίσαμε έτσι. Όταν με έδιωξαν από την εταιρεία που σας προανέφερα και με πλήρωναν περίπου 50 ευρώ ημερησίως, μετά πήγα και δούλευα με Παλαιστινίους. Δεν έπαιρνα ούτε 30 ευρώ την ημέρα, αλλά δεν μπορούσα να μη δουλεύω».
*Τα ονόματα που εμφανίζονται είναι αλλαγμένα, καθώς βάσει νόμου απαγορεύεται η δημοσιοποίηση των πραγματικών ονομάτων των αιτητών ασύλου.
**Θερμές ευχαριστίες στον μεταφραστή του Κέντρου, χωρίς τη βοήθεια του οποίου το ρεπορτάζ δεν θα μπορούσε να γίνει.




