ΣΥΜΒΑΛΛΕΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΗΣ ΣΥΜΦΟΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ
Μια μορφή έκτισης ποινής εν ελευθερία, χωρίς αναγκαστικό χαρακτήρα και ένας συμβολικός τρόπος αποκατάστασης της ζημιάς που ο κηδεμονευόμενος προκάλεσε στην κοινωνία
«Οι σκοποί της κοινοτικής εργασίας είναι να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο άτομο που διέπραξε ένα μικρό αδίκημα, για να ενταχθεί κοινωνικά, ν’ αναλάβει κάποια ευθύνη και ν’ ακολουθεί κάποιους κανόνες μέσα από την εργασία»
«Πολλά παιδιά δεν είχαν καθόλου όρια και το πρόγραμμα τούς βοήθησε πολύ… σε πολλές περιπτώσεις, όταν το τέλειωσαν, μου είπαν ότι αν δεν τους έβαζα όρια, δεν θα το τέλειωναν. Στην πλειοψηφία τους, οι κηδεμονευόμενοι, παρά τις ενδεχόμενες αρχικές αντιδράσεις τους, συνεργάζονται με τους επιτηρητές»
Για δεύτερη φορά μέσα σε δύο χρόνια, η κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε ότι το πρόγραμμα της κοινοτικής εργασίας χωρίς αμοιβή, αντί της φυλάκισης, που αφορά κυρίως νεαρούς δράστες τροχαίων παραβάσεων, μικροκλοπών, συμμετοχής σε επεισόδια σε ποδοσφαιρικά γήπεδα, εξύβρισης, οχληρίας, βανδαλισμών σε δημόσια κτίρια και άλλων μικροπαραβάσεων είναι επιτυχημένο και τυγχάνει σωστού χειρισμού, ενώ θα μπορούσε να συμβάλει και στην αποτροπή της πληθυσμιακής συμφόρησης των φυλακών.
Το πρόγραμμα υλοποιείται στην Κύπρο από το 2005, από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ) σε συνεργασία κυρίως με το Παγκύπριο Συντονιστικό Συμβούλιο Εθελοντισμού (ΠΣΣΕ). Το πρόγραμμα, η ωφελιμότητα, τα προβλήματα και η πορεία εφαρμογής του συζητήθηκε την περασμένη Δευτέρα (7.9.2015), με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής Σοφοκλή Φυττή (βουλευτή ΔΗΚΟ), να υπενθυμίζει ότι αυτό απασχόλησε για πρώτη φορά την Επιτροπή στις 10 Φεβρουαρίου 2014. «Έκτοτε το παρακολουθούμε, γιατί προσφέρει μια ωφέλιμη, εναλλακτική ποινή», παρατήρησε.
Μια δεύτερη ευκαιρία
«Η κοινοτική εργασία υπάρχει και θα πρέπει να υπάρχει, ανεξάρτητα αν έχουμε, ή αν δεν έχουμε υπερπληθυσμό στις φυλακές, γιατί πρωτίστως εξυπηρετεί άλλους σκοπούς, ενώ δευτερευόντως εξυπηρετεί και το πρόβλημα του υπερπληθυσμού στις φυλακές», σημείωσε σε παρέμβασή της στη συνεδρία η λειτουργός του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Κάλια Καμπανελλά.
Πρόσθεσε ότι «οι σκοποί της κοινοτικής εργασίας είναι να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο άτομο που διέπραξε ένα μικρό αδίκημα, για να ενταχθεί κοινωνικά μέσα από την εργασία του, να του δώσει το μήνυμα ότι θα πρέπει ν’ αναλάβει κάποια ευθύνη και ν’ ακολουθεί κάποιους κανόνες μέσα από την εργασία και έτσι λειτουργεί ως μέθοδος σωφρονισμού, πέραν από τα όρια της κράτησης που έχουμε συνηθίσει, ως μέθοδο σωφρονισμού.
Η κοινοτική εργασία, πέραν από το συμφέρον του αδικοπραγούντα, εξυπηρετεί και την κοινωνία, καθώς συμβάλλει και στο να μειωθεί το στίγμα, που συνήθως συνοδεύει τους φυλακισμένους. Δηλαδή η επαφή του αδικοπραγούντα με την κοινωνία, μέσω της εργασίας, σίγουρα βοηθά και αυτόν τον σημαντικό σκοπό». Πρόσθεσε ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία μας έχει δεχθεί ότι η κοινοτική εργασία μπορεί να λειτουργήσει ως εναλλακτική ποινή και ότι εξέλιπαν οι προκαταλήψεις για άτομα που διέπραξαν κάποιο αδίκημα. Αυτό δεν το καταφέραμε κι αυτό είναι το μέγιστο που μπορεί να καταφέρει η κοινοτική εργασία».
Συνεργασία με εθελοντές
Η Κάλια Καμπανελλά εξέφρασε την έκπληξή της ακούγοντας, όπως είπε, ότι υπάρχουν τώρα μόνο 251 διαθέσιμες θέσεις για κοινοτική εργασία. «Θεωρώ ότι έπρεπε να ήταν πολύ περισσότερες, δεδομένου ότι πρόκειται για εργασία χωρίς αμοιβή και ειδικά σε περιόδους σαν αυτήν, όταν όλες οι υπηρεσίες ζητούν θέσεις εργασίας και όλοι αντιμετωπίζουν προβλήματα στελέχωσης», είπε.
Να σημειώσουμε ότι μέσα στο 2014, συμμετείχαν στο πρόγραμμα κοινοτικής εργασίας χωρίς αμοιβή περίπου 470 κηδεμονευόμενοι παγκυπρίως - 140 στη Λάρνακα, 135 στη Λευκωσία, 110 στη Λεμεσό, 45 στην Πάφο και 40 στην ελεύθερη Αμμόχωστο. Για τη λειτουργία του προγράμματος εργοδοτούνται σε πλήρη απασχόληση, με πλήρη επιδότηση από τις ΥΚΕ, 7 επιτηρητές εργοδοτούμενοι του ΠΣΣΕ (2 στη Λάρνακα, 2 στη Λευκωσία και από ένας στην ελεύθερη Αμμόχωστο, Λεμεσό και Πάφο) και επιπρόσθετα άλλοι 5 επιτηρητές, μερικώς απασχολούμενοι, προερχόμενοι από 4 Αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης και από μια μη κυβερνητική οργάνωση.
Οι ΥΚΕ συνεργάζονται στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος, με 41 φορείς - Αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, κρατικά ιδρύματα και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Οι εργασίες που καλούνται να εκπληρώσουν οι κηδεμονευόμενοι είναι κυρίως χειρωνακτικές, όπως μπογιάτισμα, καθαριότητα, βοήθεια σε εκδηλώσεις-εκστρατείες, οικοδομικές, υδραυλικές και υγειονομικές υπηρεσίες, ξυλουργικές εργασίες, ψυχαγωγία ηλικιωμένων, συντήρηση-επιδιόρθωση οχημάτων, κηπουρική, εργασίες εσωτερικού χώρου και διαλογή ειδών για απόρους.
Στόχος τα όρια και οι κανόνες
Όπως ανέφερε στη συνεδρία της Επιτροπής η κοινωνιολόγος Κατερίνα Παναγιώτου, επιτηρήτρια-κηδεμονική λειτουργός στη Λάρνακα, «η κοινοτική εργασία δεν είναι θεραπευτικό πρόγραμμα, έχει στόχο ν’ αναμορφώσει το άτομο, να του βάλει όρια και να το βοηθήσει να δουλέψει με κάποιους κανόνες». Πληροφόρησε τη «Σ» ότι σε μερικές περιπτώσεις, οι κηδεμονευόμενοι καλούνται να εκτελέσουν και γραφειακή εργασία, σε κάποιο Δήμο ή εθελοντική οργάνωση, αν πρόκειται βέβαια για μαθητές Μέσης Εκπαίδευσης και μπορούν ν' αντεπεξέλθουν στο καθήκον αυτό.
Πρόσθεσε ότι το πρόγραμμα εφαρμόστηκε αρχικά στην πόλη της το 2005, αφού το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας πρωτοπόρησε, εκδίδοντας τα πρώτα διατάγματα κηδεμονίας, με όρους κοινοτικής εργασίας. Εξήγησε ότι κάθε τέτοιο διάταγμα μπορεί να διαρκεί από 1-3 χρόνια και ο δικαστής συνήθως ζητά άμεση εκτέλεση της ποινής, μετά την έκδοση του διατάγματος, αφού το τοπικό επαρχιακό γραφείο ευημερίας έρθει σε επαφή με τον κηδεμονικό λειτουργό, για να καθοριστεί το πρόγραμμα της κοινοτικής εργασίας.
«Το διάταγμα πρέπει ν’ αρχίσει να εκτελείται μέσα σε 15 μέρες ή ένα μήνα, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι, π.χ. αν ο κηδεμονευόμενος είναι μαθητής και δεν μπορεί να ξεκινήσει άμεσα. Αυτό θα το καθορίσουμε μαζί του. Οι μαθητές κηδεμονευόμενοι μπορεί να έρχονται για τις εργασίες του προγράμματος τα απογεύματα, μετά το σχολείο, αλλά συνήθως προτιμούν περιόδους που τα σχολεία είναι κλειστά, όπως τα καλοκαίρια και τις διακοπές του καλοκαιριού, του Πάσχα ή των Χριστουγέννων. Όταν είναι τελειόφοιτοι, προσπαθούν να εκπληρώσουν το πρόγραμμα πριν καταταγούν στο στρατό».
Η Κατερίνα Παναγιώτου μάς είπε ότι «σε κάποιες περιπτώσεις τα διατάγματα κηδεμονίας, με όρους κοινοτικής εργασίας, αφορούν ακόμα και καλούς μαθητές λυκείων, που βρέθηκαν ένοχοι για μικρά αδικήματα, όπως η οδήγηση οχήματος χωρίς άδεια… το πρόγραμμα λειτουργεί καλά σε αυτά τα παιδιά…
Αν ο πατέρας τους πληρώσει γι’ αυτούς απλώς ένα πρόστιμο, μπορεί οι νεαροί να επαναλάβουν εύκολα το αδίκημα… όμως το να δουλέψουν στο πρόγραμμα επιδρά πάνω τους θετικά, γιατί χάνουν ώρες από τον ελεύθερο χρόνο τους, τις διακοπές του καλοκαιριού ή των γιορτών κι αυτό λειτουργεί σαφώς αποτρεπτικά…». Γενικά, προσπαθούμε να βάλουμε όρια από την αρχή, στους νεαρούς κηδεμονευόμενους, που φαίνεται να μην τους είχε βάλει η οικογένειά τους…
Τα παιδιά νιώθουν ασφάλεια μέσα στα όρια - π. χ. ξέρουν ότι θα προσέλθουν για την εργασία τους σε συγκεκριμένη ώρα και ότι αν δεν το κάνουν, θα έχουν παρατήρηση από εμάς τους επιτηρητές, θα σημειωθεί η απουσία τους και ίσως αντιμετωπίσουν την προοπτική να κάνουμε μια δυσμενή γι’ αυτούς έκθεση στο δικαστήριο, που θα δυσκολέψει τα πράγματα για τους ίδιους. Πολλά παιδιά δεν είχαν καθόλου όρια και το πρόγραμμα τούς βοήθησε πολύ… σε πολλές περιπτώσεις, όταν το τέλειωσαν, μου είπαν ότι αν δεν τους έβαζα όρια, δεν θα το τέλειωναν.
Στην πλειοψηφία τους οι κηδεμονευόμενοι, παρά τις ενδεχόμενες αρχικές αντιδράσεις τους, συνεργάζονται με τους επιτηρητές, γιατί ξέρουν ότι αν παραπεμφθούν πίσω στο δικαστήριο για μη συμμόρφωση στο πρόγραμμα, δεν είναι προς το συμφέρον τους - είναι στην κρίση του δικαστή, που μπορεί να τους επιβάλει πρόστιμο, ή άλλη ποινή. Κάποια παιδιά του προγράμματος είχαν φυλακιστεί πιο παλιά, για σοβαρότερες παραβάσεις και έχουν εκτίσει σοβαρότερες ποινές».
Η επιμόρφωση των παραβατών
Η λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Χαρά Ταπανίδου ανέφερε, στην κοινοβουλευτική συνεδρία, ότι «τα διατάγματα κηδεμονίας εφαρμόζονται σύμφωνα με τον Περί Κηδεμονίας και άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμο του 1996 και αποτελούν εναλλακτική ποινή, που μπορεί να επιβάλει το δικαστήριο στις περιπτώσεις που δεν καθορίζεται ποινή σε οποιονδήποτε άλλο νόμο, για κάποιο αδίκημα.
Οπότε, έχει το περιθώριο ο δικαστής να επιβάλει την εναλλακτική ποινή, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις περιστάσεις του αδικοπραγούντος, τη φύση του αδικήματος, τον χαρακτήρα του και το οικογενειακό του περιβάλλον, με στόχο την εξασφάλιση της καλής διαγωγής ή της αποτροπής της επανάληψης του ιδίου αδικήματος ή άλλων αδικημάτων. Όπως ήδη ειπώθηκε, το διάταγμα κηδεμονίας μπορεί να περιλαμβάνει επιπρόσθετους όρους και ένας από αυτούς είναι η κοινοτική εργασία χωρίς αμοιβή, ή ο όρος επιμόρφωσης, με την παρακολούθηση από τον αδικοπραγούντα επιμορφωτικών μαθημάτων καθορισμένου περιεχομένου και διάρκειας.
Σε σχέση με τα επιμορφωτικά μαθήματα, να πω ότι μετά τη συνεδρία της Επιτροπής τον Φεβρουάριο 2014, αναλάβαμε πρωτοβουλία και ήρθαμε σε επαφή με το Υπουργείο Παιδείας, και τώρα είμαστε στο τελικό στάδιο να ενημερώσουμε τους δικαστές για την εισήγησή μας, να ενεργοποιηθεί ο όρος επιμόρφωσης των αδικοπραγούντων. Αν γίνει αποδεκτή η εισήγησή μας, οι δικαστές θα έχουν στη διάθεσή τους μέχρι τέλος Οκτωβρίου 2015 και αυτόν τον όρο σε διατάγματα κηδεμονίας, που θα είναι της ευθύνης του Υπουργείου Παιδείας, αλλά σε συντονισμό μαζί μας. Σύμφωνα με τον νόμο, το δικαστήριο δεν προβαίνει στην επιβολή όρων για την παρακολούθηση επιμορφωτικών μαθημάτων, εκτός αν πληροφορηθεί από τα αρμόδια Υπουργεία ότι έγιναν οι ανάλογες διευθετήσεις για την παρακολούθηση επιμορφωτικών μαθημάτων».
Να συμφωνεί ο αδικοπραγών
Όπως διευκρίνισε η Χαρά Ταπανίδου, «το διάταγμα κηδεμονίας, είτε έχει επιπρόσθετους όρους είτε όχι, έχει ισχύ από ένα μέχρι τρία χρόνια και ορίζει συγκεκριμένη επαρχία εφαρμογής του, στην οποία διαμένει ο υπό κηδεμονία. Για να επιβάλει αυτήν την ποινή το δικαστήριο, πρέπει να ισχύουν κάποιοι όροι - ο αδικοπραγών πρέπει να συμφωνεί με τον όρο και να αποδεχθεί την επιβολή κοινοτικής εργασίας χωρίς αμοιβή. Επίσης, το δικαστήριο πρέπει να πληροφορηθεί από το δικό μας Υπουργείο Εργασίας και τις ΥΚΕ, ότι έχουν γίνει διευθετήσεις για την εκτέλεση εργασίας, ότι υπάρχουν οι συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, ώστε να επιβληθεί ο συγκεκριμένος όρος και επίσης πρέπει να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι ο αδικοπραγών είναι πρόσωπο κατάλληλο για σκοπούς εκτέλεσης της κοινοτικής εργασίας.
Πρέπει βέβαια να συναινέσει ο αδικοπραγών, σε περίπτωση που το δικαστήριο προσανατολίζεται να του επιβάλει τον όρο της κοινοτικής εργασίας. Πρέπει να νιώθει ότι υπάρχει περιεχόμενο και αντικείμενο στην εργασία που θα επιτελέσει. Στην πορεία, εμείς πληροφορούμε το δικαστήριο για τη διαγωγή του αδικοπραγούντος και την πρόοδο, όσον αφορά την εκτέλεση της κοινοτικής εργασίας, οπότε υπάρχει επαρκής επιτήρηση και συνεργασία του επιτηρητή με τον κηδεμονικό λειτουργό».
O υπερπληθυσμός στις φυλακές
Η συμμετοχή στη συνεδρία της Δευτέρας, του Επιθεωρητή και του Λοχία του Τμήματος Φυλακών Λοΐζου Λεωνίδου και Παναγιώτη Τσολιά αντίστοιχα, ανέδειξε μια ιδιαίτερη πτυχή της εφαρμογής της ποινής της κοινοτικής εργασίας αντί της φυλάκισης, αυτήν της διασύνδεσης του προγράμματος με τον υπερπληθυσμό στις Κεντρικές Φυλακές, παρόλο που τα δύο ζητήματα δεν σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους. Όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά οι δύο εκπρόσωποι των Φυλακών, αυτήν τη στιγμή καταλήγουν στη φυλακή δύο άτομα την ημέρα, για χρηματικές οφειλές-χρέη, ενώ η νέα Διεύθυνση των Φυλακών εισηγήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ως μέτρο αποσυμφόρησης των φυλακών, τη μη φυλάκιση των ατόμων αυτών, που δεν έχουν διαπράξει σοβαρά ποινικά αδικήματα και τη συμπερίληψή τους στους κηδεμονευόμενους του προγράμματος κοινοτικής εργασίας χωρίς αμοιβή.
Πάντως η Μαριάννα Πατσαλίδου, λειτουργός του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ανέφερε στη συνεδρία της Επιτροπής ότι η κοινοτική εργασία χωρίς αμοιβή «είναι αυθύπαρκτη ποινή, επομένως είναι ποινική μεταχείριση».
Δύο με ηλεκτρονικό βραχιόλι
Στη συνεδρία έγινε αναφορά και στην ανάγκη μείωσης του υπερπληθυσμού των φυλακών, σε σχέση με την εφαρμογή του θεσμού του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική παρακολούθηση, μέσω ηλεκτρονικού βραχιολιού, που αφορά κατάδικους ενταγμένους στο Κέντρο Καθοδήγησης, Εξωιδρυματικής Απασχόλησης και Αποκατάστασης (ΚΚΕΑΑ). Σημειώνουμε ότι η διαφορά μεταξύ των δύο μέτρων είναι ότι η κοινοτική εργασία είναι εναλλακτικός τρόπος ποινικής μεταχείρισης του αδικοπραγούντα, ενώ η ηλεκτρονική παρακολούθηση είναι εναλλακτικός τρόπος άσκησης έκτισης της ποινής. Στην πρώτη περίπτωση, το άτομο δεν μπαίνει στη φυλακή, ενώ στη δεύτερη, το άτομο βρίσκεται ήδη στη φυλακή, αλλά έχει την ευκαιρία, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, να εκτίσει το τελευταίο μέρος της ποινής του έξω στην κοινωνία και στο σπίτι του.
Για την ηλεκτρονική παρακολούθηση καταδίκων αγοράστηκαν 50 συσκευές, οι 45 από αυτές ασύρματες. Ο νόμος καθορίζει εγκατάσταση του ηλεκτρονικού βραχιολιού μόνο σε κρατούμενους που δεν υπερβαίνουν τα 4 χρόνια φυλάκισης και είναι τοποθετημένοι στο ΚΚΕΑΑ. Έχουν το δικαίωμα να το τοποθετήσουν από 15 μέρες μέχρι 4 μήνες, μόνο για τον κατ’ οίκον περιορισμό. Οι δύο εκπρόσωποι του Τμήματος Φυλακών πληροφόρησαν στη συνεδρία τους βουλευτές της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι, «προς το παρόν, φέρουν το βραχιόλι μόνο δύο κατάδικοι -στην επαρχία Λευκωσίας- και τώρα το θέμα μελετάται από τη Νομική Υπηρεσία, για να εφαρμοστεί και με άλλους».




