Η ιστορία του κυπριακού κρασιού, η αναβάθμιση και το μέλλον των τοπικών οινοποιείων
Η Γιορτή του Κρασιού είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γεγονότα της Λεμεσού. Στις 27 Αυγούστου διοργανώνεται η γιορτή στον Δημόσιο Κήπο της πόλης και θα διαρκέσει 12 ημέρες
Σύμφωνα με την παράδοση, οι Κύπριοι είναι οι αρχαιότεροι παραγωγοί κρασιού στον κόσμο. Μέχρι πρότινος, τα στοιχεία κατεδείκνυαν ότι η παραγωγή κρασιού στην Κύπρο άρχισε γύρω στο 2000 π.Χ. Πρόσφατα, όμως, Ιταλοί αρχαιολόγοι, που μελέτησαν αριθμό δοχείων που είχαν ανασκαφεί το 1930 από τον Κύπριο αρχαιολόγο Πορφύριο Δίκαιο στον οικισμό της Ερήμης και φυλάγονταν σε κιβώτια στο Αρχαιολογικό Μουσείο στη Λευκωσία, ανακάλυψαν ότι στα εν λόγω δοχεία υπήρχαν ίχνη ταρταρικού οξέος, ενός βασικού συστατικού του κρασιού. Αυτό αποδεικνύει ότι τα ηλικίας 5.500 χρόνων δοχεία χρησιμοποιούνταν για το κρασί.
Εκεί που η ιστορία χάνεται μέσα στη μυθολογία, συναντούμε τον Βάκχο και τους φίλους του να απολαμβάνουν κυπριακό κρασί και τους λάτρεις της θεάς Αφροδίτης να γιορτάζουν με κυπριακό «νάμα», που λέγεται ότι είναι το πιο παλιό γνωστό κρασί. Ο Όμηρος στα έπη του επαινεί τα κυπριακά κρασιά, ενώ σε πολλά αρχαία ελληνικά συγγράμματα η Κύπρος αναφέρεται ως «εύοινος». Ο Σαίξπηρ μάς πληροφορεί ότι ο Μάρκος Αντώνιος παραχώρησε το νησί της Κύπρου στη βασίλισσα της Αιγύπτου Κλεοπάτρα, με τα λόγια «η γλυκύτητά σου αγάπη μου είναι ισάξια με το κυπριακό νάμα».
Δώδεκα αιώνες μετά, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος αναχωρούσε από την Κύπρο λέγοντας: «Πρέπει να επιστρέψω στην Κύπρο μόνο και μόνο για να ξαναγευτώ το κρασί της». Σήμερα, αιώνες μετά, οι Κύπριοι, πιστοί στην παράδοση, παράγουν περισσότερο κρασί κατ’ άτομο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Κατά παράδοξο τρόπο, βέβαια, οι Κύπριοι καταναλώνουν και το λιγότερο κρασί από τις χώρες της Ευρώπης. Αυτό σημαίνει ότι η οινική βιομηχανία του νησιού στηρίζεται κυρίως στην ξένη ζήτηση.
Παραδοσιακά, η Κύπρος παράγει δύο ποικιλίες σταφυλιών, το «μαύρο» ή κόκκινο, που είναι και μοναδικό στην Κύπρο, και το «ξυνιστέρι» ή άσπρο. Και οι δύο αυτές ποικιλίες παράγουν κρασιά με δυνατή γεύση. Τις τελευταίες δεκαετίες οι Κύπριοι οινοπαραγωγοί έχουν πειραματιστεί με νέες ποικιλίες σταφυλιών, αλλά πολύ λίγες έχουν αποδειχθεί κατάλληλες για τις ντόπιες κλιματολογικές συνθήκες. Οι ποικιλίες αυτές χρησιμοποιούνται κυρίως για μείξη με το μαύρο ή το ξυνιστέρι, ή για την παραγωγή μικρών ποσοτήτων ελαφρύτερων κρασιών, πιο κατάλληλων για την ευρωπαϊκή αγορά.
Από το γλυκόπιοτο κρασί στην κουμανταρία
Το πλέον φημισμένο από τα κυπριακά κρασιά είναι το γλυκό κρασί «κομανδαρία» (ή «κουμανταρία»). Παράγεται στο νησί εδώ και αιώνες. Το 1191, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέκτησε το νησί καθ' οδόν προς τους Αγίους Τόπους στο πλαίσιο της Τρίτης Σταυροφορίας. Στη συνέχεια μεταβίβασε το νησί σε Τάγμα Ιπποτών, τους Ναΐτες, οι οποίοι με τη σειρά τους το πούλησαν το 1192 στον Γκι ντε Λουζινιάν, πρώην βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Οι Ιππότες κράτησαν δικές τους κάποιες περιοχές του νησιού και τις ονόμασαν «Κομαντερίες» (Commanderies).
Το κρασί που εξήγαγαν οι Ιππότες έγινε γνωστό με το όνομα «κομανδαρία», ώστε να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα κρασιά, λόγω της εξαιρετικής ποιότητάς του. Ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος - Αύγουστος το ονόμασε «Απόστολο των κρασιών» τον 13ο αιώνα. Η κουμανταρία παρασκευαζόταν ανέκαθεν με μια συγκεκριμένη μέθοδο, η οποία χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Η περιοχή όπου παράγεται η κουμανταρία βρίσκεται στις νότιες πλαγιές της οροσειράς του Τροόδους, σε υψόμετρο 400 με 800 μέτρων. Όλα τα στάδια παραγωγής συμπληρώνονται στην περιοχή αυτή από τα 14 χωριά που κατά την παράδοση έχουν το δικαίωμα να παράγουν το φημισμένο αυτό κρασί με το ξεχωριστό κόκκινο χρώμα και τη βελούδινη γεύση.
Τα τελευταία χρόνια, η κυπριακή Κυβέρνηση ενθάρρυνε μικρές επιχειρήσεις να εγκαταστήσουν τοπικά εργοστάσια παραγωγής κρασιού, γεγονός που δημιούργησε ευκαιρίες εργοδότησης και έφερε εισόδημα σε χωριά όπως ο Άγιος Αμβρόσιος, το Κοιλάνι, οι Πλάτρες, το Μονάγρι, το Άρσος, ο Κάθικας, το Βουνί - Παναγιά και άλλα. Υπάρχουν περίπου 20 τέτοιες μονάδες, και μαζί με τις μεγάλες οινοβιομηχανίες του τόπου -ΚΕΟ, ΕΤΚΟ, ΣΟΔΑΠ και ΛΟΕΛ- παράγουν μια τεράστια ποικιλία κυπριακών κρασιών.
Η μεγαλύτερη αγορά για τα κυπριακά κρασιά είναι η Ευρώπη. Το 2004 η Γερμανία αγόρασε 1.000.000 λίτρα κυπριακού κρασιού. Άλλες χώρες - αγορές των κυπριακών κρασιών είναι η Μ. Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία.
Η Γιορτή του Κρασιού
Η Γιορτή του Κρασιού είναι από το 1961 ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γεγονότα της Λεμεσού, που θεωρείται η κυπριακή πρωτεύουσα του κρασιού. Η Γιορτή διοργανώνεται στον Δημόσιο Κήπο της πόλης και διαρκεί 12 ημέρες.
Η Γιορτή του Κρασιού είναι εμπνευσμένη από τις αρχαίες γιορτές προς τιμήν του θεού του κρασιού Διονύσου και τιμά μια μακρά παράδοση παραγωγής κρασιού στην Κύπρο. Η γιγαντιαία φιγούρα ενός παραδοσιακά ντυμένου Κύπριου στην είσοδο του Δημόσιου Κήπου κατά τη διάρκεια της Γιορτής καλωσορίζει τους ντόπιους και ξένους επισκέπτες. Στον χώρο της εκδήλωσης οι επισκέπτες μπορούν να δοκιμάσουν τα κυπριακά κρασιά, καθώς και παραδοσιακά κυπριακά φαγητά. Παρ’ όλο που υπάρχει ένα μικρό κόστος εισόδου, οι επισκέπτες μπορούν να πιουν εντελώς δωρεάν όση ποσότητα κρασιού επιθυμούν.
Σύμφωνα με δηλώσεις του Δήμαρχου Λεμεσού, Ανδρέα Χρίστου, στον χώρο μπορεί επίσης να δει κανείς ένα παραδοσιακό πατητήρι και να χαρεί στο υπαίθριο θέατρο του Κήπου παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια, καθώς και θεατρικές παραστάσεις από κυπριακά και ξένα σχήματα. Εκείνο το οποίο είναι χαρακτηριστικό της φετινής γιορτής είναι το πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, που θα είναι πιο πλούσιο από κάθε χρονιά.
Επίσης, όπως δήλωσε ο κ. Χρίστου, φέτος θα συμμετέχουν, όπως πάντα, οι τέσσερις οινοβιομηχανίες της Λεμεσού, ΕΤΚΟ - ΚΕΟ - ΛΟΕΛ και ΣΟΔΑΠ, δεκατέσσερα άλλα οινοποιεία της Λεμεσού και Πάφου, το Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, ο Όμιλος Οινοφίλων Κύπρου και περίπου εβδομήντα άλλα περίπτερα. «Έχουμε την εντύπωση ότι φέτος θα έχουμε τη μεγαλύτερη παρουσία και ευρύτερη συμμετοχή από ξένους επισκέπτες, οι οποίοι κάνουν διακοπές στο νησί μας αυτήν την περίοδο», ανέφερε ο κ. Χρίστου.
Το μέλλον του κυπριακού κρασιού
Σχετικά με την αναβάθμιση και το μέλλον του κυπριακού κρασιού και των τοπικών οινοποιείων, ο κ. Χρίστου είπε ότι «τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν γίνει μεγάλες πρόοδοι όσον αφορά την ανάπτυξη των τοπικών ποικιλιών του κυπριακού σταφυλιού. Έχει αναπτυχθεί και έχει αξιοποιηθεί, σε μεγάλο βαθμό, το επιτόπιό μας μαραφέτι, το ξυνιστέρι, ενώ από την άλλη έχουν αναπτυχθεί 50 περίπου οινοποιεία, τα οποία δημιούργησαν, αξιοποιώντας νέες τεχνολογίες και χορηγίες από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κρασιά ποιότητας, τα οποία, αυτήν τη στιγμή, ανταγωνίζονται πολλά κρασιά από άλλες χώρες του κόσμου. Το πρόβλημά μας, όμως, είναι η αμπελουργία μας, δυστυχώς έχουν μείνει πολύ λίγες ποσότητες παραγόμενων σταφυλιών, οι αμπελώνες μας έχουν περιοριστεί και πρέπει να βρεθούν νέοι αμπελουργοί να καλλιεργούν το αμπέλι, να παράγουν τα σταφύλια, καθώς και την κουμανταρία μας, η οποία δεν παράγεται στα εργοστάσια».
Την ευχαρίστησή του και την περηφάνια του εξέφρασε ο κ. Χρίστου για τη συμμετοχή του κυπριακού κρασιού στους διεθνείς διαγωνισμούς και δήλωσε ότι «έχουμε πολύ καλά αποτελέσματα, προσπαθούμε ως Δήμος να ενθαρρύνουμε και να στηρίζουμε τη συμμετοχή των κρασιών μας σε εθνικούς και σε διεθνείς διαγωνισμούς. Μέσω των διαγωνισμών, έρχεται και η επαφή με νέους αγοραστές, καθώς και νέους παραγωγούς. Επίσης, οι κριτές σε τέτοιους διαγωνισμούς είναι ξένοι, άρα αυτομάτως αναγνωρίζεται το κυπριακό κρασί ανάμεσα σε κρασιά άλλων χώρων. Η επαφή αυτή μάς φέρνει μόνο καλά και θετικά αποτελέσματα, και καλό όνομα για το κυπριακό κρασί».




