ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, η δυσκοιλιότητα, το φούσκωμα, η διάρροια και η δυσανεξία στη λακτόζη και τη γλουτένη αποτελούν τα συνηθέστερα προβλήματα που αφορούν το γαστρεντερικό σύστημα του ανθρώπου
Η διατροφή φαίνεται ότι εμπλέκεται στο σύνδρομο, αλλάζοντας μια «ισορροπία» στη λειτουργία του εντέρου. Κάποιες τροφές φαίνεται πως επηρεάζουν «θετικά» κι άλλες «αρνητικά» τη λειτουργία του, αλλά αυτό διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο
Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (ΣΕΕ) είναι ένα λειτουργικό σύνδρομο, που χαρακτηρίζεται από χρόνιο -διάρκειας τουλάχιστον 3 μηνών- κοιλιακό άλγος ή κοιλιακή δυσφορία με συνοδό αλλαγή των συνηθειών των κενώσεων (διάρροια, δυσκοιλιότητα, συνδυασμός ή και εναλλαγές αυτών). Το άλγος τυπικά ανακουφίζεται με τις κενώσεις, ενώ συνυπάρχει μετεωρισμός («φούσκωμα») ή και πρόσμιξη βλέννης στα κόπρανα.
Η αιτιολογία του συνδρόμου δεν είναι σαφής. Πιθανολογούνται η διαταραχή στον χρόνο διάβασης του εντέρου (αύξηση ή ελάττωση, αναλόγως του πώς εκδηλώνεται το σύνδρομο), η αυξημένη υποκειμενική αντίληψη του πάσχοντος στη φυσιολογική εντερική κινητικότητα (αυξημένη αντίληψη του σπλαχνικού πόνου), οι λοιμώξεις (καταχρηστικά ονομάζεται «μεταλοιμώδες» ΣΕΕ, και απαντάται συχνότερα σε συνδυασμό με ψυχολογική επιβάρυνση τη συγκεκριμένη περίοδο), κεντρικοί νευροορμονικοί μηχανισμοί, καθώς και η υπερανάπτυξη βακτηρίων στο έντερο (το περίφημο «σύνδρομο βακτηριδιακής υπερανάπτυξης»).
Εφόσον ο ασθενής δεν παρουσιάζει τα λεγόμενα «συμπτώματα συναγερμού», συμπτώματα δηλαδή που κατευθύνουν τη διάγνωση σε βαρύτερες νοσολογικές οντότητες (όπως τα νεοπλάσματα του πεπτικού) και περιλαμβάνουν την αναιμία, την απώλεια αίματος από το ορθό και την ανεπιθύμητη απώλεια βάρους, δεν χρειάζονται περαιτέρω εξετάσεις για τη διάγνωση του ΣΕΕ. Αντιθέτως, σε περίπτωση που θα διαπιστωθούν τέτοια ανησυχητικά συμπτώματα, θα χρειαστεί περαιτέρω ειδικός έλεγχος υπό την καθοδήγηση του θεράποντος ιατρού (Παθολόγου ή Γαστρεντερολόγου), ο οποίος μπορεί να περιλαμβάνει εργαστηριακές εξετάσεις, υπερηχογραφικό και ενδοσκοπικό έλεγχο του πεπτικού.
Η διατροφή φαίνεται επίσης ότι εμπλέκεται στο σύνδρομο, αλλάζοντας μια «ισορροπία» στη λειτουργία του εντέρου. Κάποιες τροφές φαίνεται πως επηρεάζουν «θετικά» κι άλλες «αρνητικά» τη λειτουργία του εντέρου, αλλά αυτό διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Φαίνεται ότι κάποιος άνθρωπος που πάσχει από ΣΕΕ θα πρέπει να αποφεύγει ορισμένες τροφές στην έξαρση των συμπτωμάτων.
Στατιστικά έχει φανεί ότι σε αρκετούς ανθρώπους τα συμπτώματα του ΣΕΕ μπορεί να επιδεινωθούν από το γάλα (ιδίως εφόσον υπάρχει δυσανεξία στη λακτόζη), τα όσπρια, το πορτοκάλι (κι άλλα εσπεριδοειδή), το τσάι, τον καφέ, το κρεμμύδι, τους ξηρούς καρπούς, το κρασί (ιδίως το κόκκινο), τη σοκολάτα, την ντομάτα (ιδίως εφόσον συνοδεύεται από τους σπόρους). Τονίζεται πάντως ότι δεν προκαλούν κάποιες τροφές συμπτώματα ΣΕΕ σε όλους τους ανθρώπους και ότι ο ίδιος ο ασθενής συνήθως θα πρέπει να γνωρίζει ποιες τροφές τον ενοχλούν και ποιες όχι. Άλλος παράγοντας με σημαντικό ρόλο στο ΣΕΕ είναι ο ψυχισμός.
Στο πεπτικό σωματοποιούνται ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο σύστημα του οργανισμού το στρες και τα συναισθήματά μας. Έτσι λοιπόν ο ψυχισμός συνδέεται με το ΣΕΕ, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι ασθενείς με διαταραχές του ψυχισμού εμφανίζουν συχνότερα το σύνδρομο και μάλιστα με βαρύτερη εικόνα.
Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι ασθενείς με ΣΕΕ εμφανίζουν πιο συχνά ψυχιατρικές διαταραχές (όπως κατάθλιψη, αυτοκτονικό ιδεασμό ή διαταραχή πανικού). Δεν είναι όμως απόλυτα ξεκαθαρισμένο αν αυτές αποτελούν την αιτία ή το αποτέλεσμα των συμπτωμάτων του ΣΕΕ. Η θεραπεία του συνδρόμου είναι κατά βάση συμπτωματική (π.χ. αντιδιαρροϊκά, όπως η λοπεραμίδη σε διάρροια, καθαρτικά όπως η λακτουλόζη σε δυσκοιλιότητα, αντισπασμωδικά σε άλγος), σε συνδυασμό με ψυχολογική υποστήριξη (καθησυχασμός του ασθενούς ότι δεν υποβόσκει κάτι σοβαρό και ότι η νόσος συνοδεύεται από φυσιολογικό προσδόκιμο επιβίωσης) καθώς και διαιτητικές παρεμβάσεις, όπως αύξηση στην πρόσληψη φυτικών ινών (π.χ. Guar gum), αποφυγή της κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας καφέ σε άτομα με έντονο στρες, αύξηση πρόσληψης υγρών σε δυσκοιλιότητα κ.λπ.
Επίσης, η αποκατάσταση της εντερικής χλωρίδας, δηλαδή των μικροβίων που υπάρχουν φυσιολογικά στον εντερικό αυλό και που βοηθούν στη λειτουργία του εντέρου, θεωρείται σήμερα σημαντική και αποτελεί ένα θεραπευτικό στόχο, που επιτυγχάνεται με χορήγηση ειδικής αντιβιοτικής αγωγής, αλλά ενίοτε και από τα γνωστά προβιωτικά και πρεβιοτικά φάρμακα.
Δυσκοιλιότητα
Ως χρόνια δυσκοιλιότητα ορίζεται η μείωση του αριθμού των κενώσεων (λιγότερες από 3 την εβδομάδα) με τη συνοδεία τουλάχιστον 2 από τα παρακάτω συμπτώματα και σημεία:
α) Αλλαγή στη σύσταση των κοπράνων,
β) Ανάγκη χειρισμών προς υποβοήθηση της αφόδευσης,
γ) Αίσθημα ατελούς κένωσης,
δ) Ανάγκη για «σφίξιμο» κατά την αφόδευση,
ε) Αίσθημα απόφραξης στην έξοδο των κοπράνων.
Τα συμπτώματα έχουν διάρκεια πάνω από 3 μήνες
Η παρουσία συμπτωμάτων όπως η αιμορραγία και η απώλεια βάρους ή η απότομη έναρξη των συμπτωμάτων καθιστούν επιπλέον επιτακτική την ανάγκη αποκλεισμού οργανικών αιτιών, όπως ο καρκίνος του παχέος εντέρου, παθήσεις του θυρεοειδούς κ.λπ.
Πρώτης γραμμής αντιμετώπιση αποτελεί η σύσταση για έναρξη αερόβιας άσκησης σε συνδυασμό με διαιτητικά μέτρα, όπως η αύξηση της ημερήσιας κατανάλωσης νερού (περίπου 8 ποτήρια ημερησίως), ο εμπλουτισμός της δίαιτας με φυτικές ίνες, αποφυγή γάλακτος, καφέ, τσαγιού, αν αυτά σχετίζονται με τα συμπτώματα.
Επόμενο μέτρο είναι η χορήγηση καθαρτικών με ωσμωτικώς δρώσες ουσίες (όπως η PEG, η ουσία δηλαδή που χρησιμοποιείται για την εντερική προετοιμασία στην κολονοσκόπηση) να αποτελούν σχετικά ασφαλή φάρμακα με μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης εθισμού, αφού προηγουμένως γίνει ένας στοιχειώδης έλεγχος διάβασης του εντέρου και του μηχανισμού της αφόδευσης προς αποκλεισμό αιτίων αποφρακτικής δυσκοιλιότητας (όπως η ορθοκήλη). Μακροχρονίως η δυσκοιλιότητα έχει συσχετισθεί με επιπλοκές όπως η αιμορροϊδοπάθεια, η εκκολπωμάτωση και η ραγάδα του δακτυλίου, η πρόπτωση του ορθού και η δημιουργία κοπρολίθων.
Δυσανεξία στη λακτόζη
Πρόκειται για αδυναμία διάσπασης του δισακχαρίτη λακτόζη (που υπάρχει στο γάλα και σε διάφορα γαλακτοκομικά προϊόντα) σε γλυκόζη και γαλακτόζη λόγω ανεπάρκειας του ειδικού ενζύμου, με αποτέλεσμα η μη διασπώμενη λακτόζη να προκαλεί ωσμωτική διάρροια, μετεωρισμό και κοιλιακό άλγος. Είναι συχνή στους ενήλικες, ιδίως στη νότια Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Η αντιμετώπιση έγκειται στην αποφυγή κατανάλωσης γάλακτος, ενώ το γιαούρτι και τα τυριά είναι συνήθως καλά ανεκτά από τους ασθενείς.
Δυσανεξία στη γλουτένη
Ο όρος γλουτένη περιλαμβάνει πρωτεΐνες που βρίσκονται στο σιτάρι, τη σίκαλη και το κριθάρι, οι οποίες σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα προκαλούν μια χρόνια εντεροπάθεια, γνωστή ως εντεροπάθεια από γλουτένη (ή δυσανεξία στη γλουτένη ή κοιλιοκάκη).
Κυριότερα συμπτώματα από το πεπτικό είναι η διάρροια, ο μετεωρισμός και το κοιλιακό άλγος. Στις κλινικές εκδηλώσεις της εντεροπάθειας από γλουτένη μπορεί αρκετά συχνά να περιλαμβάνονται οι λεγόμενες «εξωεντερικές εκδηλώσεις» (δηλαδή εκδηλώσεις από άλλα όργανα, εκτός από το λεπτό ή το παχύ έντερο). Σ' αυτές ανήκουν η καθυστερημένη σωματική ανάπτυξη, η υπογονιμότητα, κάποιες δερματοπάθειες (όπως η ερπητοειδής δερματίτιδα) και σπάνια το λέμφωμα από Τ-λεμφοκύτταρα.
Η μοναδική θεραπεία
Πέρα της «κλασικής» εντεροπάθειας από γλουτένη, ορισμένα άτομα μπορεί να εμφανίζουν απλή δυσανεξία στη γλουτένη (στα άτομα αυτά δεν στοιχειοθετείται δηλαδή η εντεροπάθεια από γλουτένη από όλες τις αιματολογικές και ιστολογικές εξετάσεις, αλλά μπορεί να ανταποκριθούν στην παραπάνω δίαιτα). Εδώ βέβαια χρειάζεται προσοχή, καθώς η δίαιτα ελεύθερη γλουτένης τείνει να γίνει «μόδα» σε κάποιους κύκλους και αυτό δεν είναι σωστό. Τέτοιες δίαιτες αποκλεισμού τροφίμων θα πρέπει να γίνονται μετά από σοβαρή και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση και πάντα σε συνεργασία με τους ειδικούς.
ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας-Γαστρεντερολογίας, για in.gr




