ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΒΙΑΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΕΙ Η ΚΙΣΑ
Η ΚΙΣΑ εκφράζει έντονες ανησυχίες για τον τρόπο που οι διωκτικές Αρχές του κράτους αντιμετωπίζουν περιστατικά βίας στην οικογένεια, ειδικότερα σε εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το θύμα είναι πολίτης τρίτης χώρας. Σε χθεσινή ανακοίνωσή της, η οργάνωση αναφέρεται σε πρόσφατη υπόθεση λεκτικής και σωματικής βίας εναντίον οικιακής εργαζομένης από τη Σρι Λάνκα, η οποία παρέχει φροντίδα σε ηλικιωμένη Κύπρια με προβλήματα υγείας, όταν ο γιος της ηλικιωμένης εγκαταστάθηκε στην προσφυγική οικία της μητέρας του και επέδειξε επιθετική και βίαιη συμπεριφορά εναντίον της εργαζομένης, προσπαθώντας να την εξαναγκάσει να εγκαταλείψει την εργοδότριά της. Στη συνέχεια, καταγγέλθηκε από τη θυγατέρα της ηλικιωμένης ότι η εργαζόμενη δέχθηκε σωματική επίθεση.
«Μετέβησαν στο σπίτι, όπου συνέβη το όλο περιστατικό, μέλη της Αστυνομίας, αντί όμως να λάβουν μέτρα προστασίας του θύματος, προέτρεψαν τη θυγατέρα της εργοδότριας να 'φιλοξενήσει' για λίγες ημέρες τη μητέρα της και την οικιακή εργάτρια στο σπίτι της, καθώς, όπως ανέφεραν, οι ίδιοι δεν μπορούν να προβούν σε κάποια περαιτέρω ενέργεια.
Έκτοτε, η ηλικιωμένη εργοδότρια, μαζί με την οικιακή εργάτριά της, διαμένει σε ένα δωμάτιο στον πρώτο όροφο της προσφυγικής οικίας της θυγατέρας της, αφού ο γιος της δεν επιτρέπει στην ίδια να επιστρέψει μαζί με την οικιακή εργάτριά της πίσω στο σπίτι της», υποστηρίζει η ΚΙΣΑ και σημειώνει ότι έχει επιδεινωθεί η κατάσταση υγείας της ηλικιωμένης, η αλλοδαπή δεν έχει προστατευθεί, και ο θύτης έχει αποθρασυνθεί και συνεχίζει να εκτοξεύει απειλές, τώρα και εναντίον της θυγατέρας της εργοδότριας.
Η ΚΙΣΑ καλεί τις διωκτικές Αρχές να προχωρήσουν τάχιστα στην ποινική δίωξη του θύτη και στην έκδοση διατάγματος, που να του απαγορεύει να πλησιάζει τα θύματα και θα τον απομακρύνει από το σπίτι της εργοδότριας, και να αντιμετωπίζουν τα περιστατικά βίας ενάντια σε οικιακές εργαζόμενες, από άτομα που ζουν στην ίδια κατοικία, ως υποθέσεις βίας στην οικογένεια, καλώντας τα μέλη της Αστυνομίας να μεταχειρίζονται ισότιμα και να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα για προστασία των θυμάτων βίας, ανεξάρτητα από το καθεστώς παραμονής και εθνοτικής τους καταγωγής.




