ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ, ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ, ΤΟ ΜΕΙΖΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
Από τη μια, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, από την άλλη οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι φορείς
Οι οργανωμένοι δικηγόροι, μέσω γραπτού σημειώματος που κατέθεσαν στην Επιτροπή, αμφισβητούν ευθέως την επιστημονική τεκμηρίωση του όρου «γονική αποξένωση» και μιλούν για «υποτιθέμενο σύνδρομο», που ουσιαστικά δεν υπάρχει
Με μια εκατέρωθεν αμφισβητούμενη, νομική και κοινωνική προσέγγιση, αναδεικνύεται το τελευταίο διάστημα το φαινόμενο που αποκαλείται «πρόβλημα επικοινωνίας παιδιού-γονέα», από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και «γονική αποξένωση», απ' όλους τους άλλους εμπλεκόμενους φορείς.
Αυτό αποκαλύφθηκε στη διάρκεια της συζήτησής του, στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για πρώτη φορά, την περασμένη Δευτέρα (29.6.2015), όταν οι οργανωμένοι δικηγόροι, μέσω γραπτού σημειώματος που κατέθεσαν στην Επιτροπή, αμφισβητούν ευθέως την επιστημονική τεκμηρίωση του όρου «γονική αποξένωση» και μιλούν για «υποτιθέμενο σύνδρομο», που ουσιαστικά δεν υπάρχει, ενώ οι βουλευτές όλων των κομμάτων, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, ο παρευρισκόμενος Πρόεδρος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, Γιώργος Σεργίδης και βέβαια τα μέλη της νεοσύστατης Ομάδας Πρωτοβουλίας κατά της Γονικής Αποξένωσης, το αντιμετωπίζουν σαν ένα μείζον, κοινωνικό πρόβλημα, με θύματα χιλιάδες παιδιά, αδίκως αποξενωμένα από τον έναν γονέα τους, σε βάρος της ψυχοσωματικής τους υγείας και ανάπτυξης.
Επεσήμανα ήδη σε προηγούμενο ρεπορτάζ ότι, παρόλο τούτο, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, αφού πήρε το γραπτό αυτό υπόμνημα, που μετέφερε ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου, Αχιλλέας Δημητριάδης, συμφώνησε να συνεργαστεί με τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, για ετοιμασία πρότασης νόμου, για επίλυση προβλημάτων γονικής αποξένωσης.
Παρέμβαση Λάρη Βραχίμη
Η μεγάλη διαφορά αντίληψης των δύο πλευρών, στο επίμαχο ζήτημα, αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο, από την παρούσα παρέμβαση του συντάκτη του πιο πάνω υπομνήματος, δικηγόρου Λάρη Βραχίμη, Μέλους του Δ.Σ. του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου, Προέδρου της Επιτροπής Οικογενειακού Δικαίου του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου και Ειδικού Επιστήμονα Οικογενειακού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Κληθείς από τη «Σημερινή» να σχολιάσει την έκθεση του 2012, της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Λήδας Κουρσουμπά, που δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές για το πρόβλημα της γονικής αποξένωσης, μας είπε τα εξής:
«Η Επίτροπος, λανθασμένα υιοθέτησε τη θεωρία του συνδρόμου γονικής αποξένωσης, βασισμένη στις απόψεις ενός Αμερικανού ψυχιάτρου, του Δρος Gardner, που απορρίφθηκε από τη νομική και επιστημονική κοινότητα. Η εφημερίδα Independent χαρακτήρισε τη θεωρία αυτή ως "το πιο ύπουλο ψευδοεπιστημονικό σκουπίδι, που έγινε ποτέ αποδεκτό από αμερικανικά δικαστήρια". Το Σύνδρομο αυτό, δεν αναγνωρίζεται από την Αμερικανική Ψυχολογική εταιρεία ή τον Διεθνή Οργανισμό Υγείας και έτσι δεν περιλαμβάνεται στα διαγνωστικά εγχειρίδια DSM V και ICD10.
Ο Εθνικός Σύνδεσμος Οικογενειακών Δικαστών και Δικαστών Δικαστηρίων Ανηλίκων των Η.Π.Α., η Επιτροπή για την Ενδοοικογενειακή Βία του Αμερικανικού Δικηγορικού Συλλόγου, Ενώσεις Προστασίας των Δικαιωμάτων των Παιδιών, η Εθνική Ένωση Γυναικών, η Ένωση Γενικών Εισαγγελέων των ΗΠΑ, η ομάδα ειδικών που ορίστηκαν από τον Official Solicitor της Αγγλίας για την ετοιμασία σχετικής έκθεσης για το ζήτημα και σωρεία ειδικών, απορρίπτουν αυτό το σύνδρομο και είναι έντονοι εναντίον του Συνδρόμου Γονικής Αποξένωσης, αφού αυτό στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης και αποτελεί απειλή για την ακεραιότητα του συστήματος δικαιοσύνης και την ασφάλεια παιδιών που έχουν υποστεί κακοποίηση, ή είναι το επίκεντρο της διαμάχης μεταξύ των γονιών τους.
Ανάλογη αντιμετώπιση είχε το σύνδρομο αυτό από τη δικαστική και νομική κοινότητα των Η.Π.Α., αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου. Παράλληλα συμβουλεύουν κατά της χρήσης του ίδιου του όρου “γονική αποξένωση”, όταν γίνεται αναφορά στο θέμα της κατάρρευσης της σχέσης ενός παιδιού με τον ένα από τους δυο γονείς, αφού η ορολογία αυτή παραπέμπει, αναπόφευκτα, σε αυτές τις ψευδοθεωρίες.
»Η έκθεση της Επιτρόπου είναι, γι' αυτόν τον λόγο, ατυχής. Σαν αποτέλεσμα, και οι υπόλοιπες παρεμβάσεις της Επιτρόπου, που έχουν ως αφετηρία αυτήν τη θέση, έχουν την ίδια επικίνδυνη κατεύθυνση. Ουσιαστικά η Επίτροπος με τη θέση της θέτει σε σοβαρό κίνδυνο το συμφέρον των παιδιών, είτε τα παιδιά είναι θύματα κακοποίησης από πλευράς του άλλου γονιού είτε έχουν πρόβλημα στη σχέση τους με τον άλλο γονιό. Στην πρώτη περίπτωση, υπερασπίζεται μια θεωρία που δεν έχει καμιά επιστημονική τεκμηρίωση και εφευρέθηκε ως γραμμή υπεράσπισης, για πατέρες που κακοποιούν σεξουαλικά τα παιδιά τους.
»Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, υιοθέτησε και προώθησε ενεργά λύσεις, οι οποίες από μόνες τους είναι κακοποιητικές προς τα παιδιά - για παράδειγμα, προώθησε απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία, όταν ένα παιδί αρνείται να ακολουθήσει τον άλλο γονιό για σκοπούς επικοινωνίας, η Αστυνομία να προχωρεί απαραίτητα στην έκδοση εντάλματος σύλληψης κατά του γονιού, που έχει υπό τη φροντίδα του το παιδί. Η απόφαση αυτή, πέραν του ότι συνιστά ανεπίτρεπτη και αδόκιμη παρέμβαση στη διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης, στην πράξη έχει άμεσες σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην ευημερία των παιδιών, που είναι στο επίκεντρο αυτής της διαμάχης».
«Κίνδυνος για το σύστημα δικαιοσύνης»
Σύμφωνα με τον Λάρη Βραχίμη, «υπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω από το αντικείμενο, που δεν βοηθά να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα, όταν καταρρέει η σχέση του παιδιού με τον γονιό με τον οποίο δεν διαμένει και διακόπτεται, στην πράξη, η επικοινωνία. Πολύ περισσότερο, η σύγχυση αυτή απειλεί το ίδιο το σύστημα οικογενειακής δικαιοσύνης και τη δυνατότητα ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών, να τα προστατεύσει επαρκώς και να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων τους.
Όλοι αναγνωρίζουμε ότι το πρόβλημα της κατάρρευσης της σχέσης μεταξύ παιδιών με τον έναν από τους γονείς τους είναι σοβαρό και ότι έχει ευθύνη το σύστημα απονομής δικαιοσύνης να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του για να βρεθεί τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος. Το σημείωμα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (σ.σ. που επιδόθηκε την περασμένη Δευτέρα στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), αυτό ακριβώς λέει.
Όμως, όπως αναφέρεται στο σημείωμα του ΠΔΣ, ακόμα και οι ίδιοι οι θεωρητικοί της “αποξένωσης”, όπως η Δρ Jannet Johnston, προειδοποιούν ότι η άποψη, ότι ο γονέας που έχει τη φροντίδα του παιδιού, έχει συνήθως ή κατά κανόνα, την κύρια ευθύνη για την “αποξένωση” του παιδιού από τον άλλο γονέα, είναι μονοδιάστατη, απλοϊκή και επικίνδυνη και παραγνωρίζει την πολυπλοκότητα του θέματος και του μεγάλου αριθμού παραγόντων, που, είτε από μόνοι τους είτε σε συνδυασμό, οδηγούν σε αυτήν την ανεπιθύμητη κατάσταση.
»Είναι σαφής η θέση του ΠΔΣ, ότι κατ’ αρχήν, είναι προς όφελος του συμφέροντος του παιδιού να διατηρεί σχέση και με τους δύο γονείς. Είναι κατανοητό ότι οι άνθρωποι, που για κάποιους λόγους έχει διακοπεί η επαφή τους με το παιδί τους, αισθάνονται αβοήθητοι και απελπισμένοι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να παρασυρόμαστε από τον τρόπο που σκέφτονται, γιατί είναι φυσικό ότι ο γονιός που δεν βλέπει το παιδί του και δεν έχει καν επαφή με το παιδί του, θα τείνει να ερμηνεύσει την τραγική κατάσταση την οποία βιώνει, ότι είναι αποτέλεσμα της άρνησης του γονιού που έχει τη φυσική φροντίδα του παιδιού, να ενθαρρύνει και υποβοηθήσει αυτήν τη σχέση.
Από την άλλη, ο γονιός που ζει με το παιδί, και βλέπει το παιδί να αντιδρά στην επαφή στον άλλο γονιό, θα τείνει να θεωρήσει ότι αυτή η άρνηση είναι αποτέλεσμα κακών εμπειριών που έχει το παιδί όταν βρίσκεται με τον άλλο γονέα.
Το γεγονός ότι η υπόθεση οδηγείται στα δικαστήρια, αφού αυτή είναι η μόνη διέξοδος που δίνεται στους γονείς που αντιμετωπίζουν αυτήν τη θλιβερή κατάσταση, οδηγεί σχεδόν νομοτελειακά τις δυο πλευρές να οχυρωθούν γύρω από αυτές τις θέσεις και ειδικά τον γονέα που δεν έχει επαφή με το παιδί του, να ερμηνεύσει την όλη κατάσταση με τη λογική της “πλύσης εγκεφάλου” του παιδιού, αρνούμενος να αποδεχτεί, πλέον, οποιαδήποτε ενδεχόμενη δική του ευθύνη στην άσχημη αυτή εξέλιξη και τον άλλο γονέα να οχυρώνεται πίσω από τη θέση ότι δεν έχει καμιά ευθύνη για την κατάρρευση της σχέσης του παιδιού του με τον γονιό που δεν έχει επικοινωνία.
Αυτό οδηγεί τα μέρη να αρνηθούν να συνεργαστούν στην επίλυση του προβλήματος και να δει ο καθένας τι οφείλει να κάνει από την πλευρά του, για να επιλυθεί το πρόβλημα, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε χρόνιο, ένα πρόβλημα που, υπό κανονικές συνθήκες, θα μπορούσε να ξεπεραστεί από μόνο του, με σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τα παιδιά που βρίσκονται στη μέση αυτής της διελκυστίνδας».
«Απαράδεκτο» δίλημμα δικαστηρίων
Ο Λ. Βραχίμης μάς παρέπεμψε στο γραπτό υπόμνημα, όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος αναγνωρίζει ότι τα Οικογενειακά Δικαστήρια δείχνουν ιδιαίτερη ευαισθησία στην ανάγκη διατήρησης της σχέσης των παιδιών και με τους δύο γονείς. Είναι πολλές φορές που δικαστές του δικαστηρίου έχουν εργαστεί και εις βάρος του προσωπικού τους χρόνου, στην προσπάθεια να πετύχουν ένα θετικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα όμως αναγνωρίζει ότι το κύριο, αν όχι το μόνο διαδικαστικό μέσο που είναι διαθέσιμο στα δικαστήρια, δηλαδή αυτό της διαδικασίας παρακοής (δηλαδή της τιμωρίας του ενός μόνο γονέα, για μη συμμόρφωση με το διάταγμα του δικαστηρίου), στρέφεται μόνο εναντίον του ενός γονέα. Με αυτόν τον τρόπο, εκ των πραγμάτων, στρέφει την προσοχή μακριά από τις όποιες συμπεριφορές του άλλου γονέα, που είτε έχουν προκαλέσει ή συμβάλει στην έλλειψη επικοινωνίας και περαιτέρω δεν προσφέρεται για να βοηθήσει στην υιοθέτηση άλλων ενδιάμεσων μέτρων, όπως τον διορισμό ψυχολόγου, ο οποίος να αξιολογήσει την περίπτωση, να προσπαθήσει να εντοπίσει την πηγή του προβλήματος και να εισηγηθεί και προς τους δύο γονείς, τρόπους που θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της σχέσης.
Παράλληλα, βάζει τα δικαστήρια σε ένα απαράδεκτο δίλημμα, είτε να απορρίψουν μια αίτηση παρακοής, με αποτέλεσμα η επικοινωνία του παιδιού με τον άλλο γονέα να τερματιστεί οριστικά, είτε να προχωρήσουν σε καταδίκη, ανεξάρτητα από το αν η μαρτυρία που έχουν ενώπιόν τους δικαιολογεί κάτι τέτοιο. Το δίλημμα αυτό, πολλές φορές οδηγεί σε αποφάσεις που παραβιάζουν κατάφωρα τα δικαιώματα των γονέων, εναντίον των οποίων στρέφεται η αίτηση και υποσκάπτουν το κύρος της δικαιοσύνης.
Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος θεωρεί ότι η διαδικασία αυτή θα πρέπει να ενισχυθεί και να θεσμοθετηθεί, ώστε το Δικαστήριο, το οποίο αντιμετωπίζει αίτηση για παρακοή διατάγματος επικοινωνίας, να μπορεί αντί της εξέτασης της αίτησης παρακοής και με τη σύμφωνη γνώμη των μερών να λαμβάνει μέτρα, είτε με οδηγίες είτε με προσωρινά διατάγματα, που θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της σχέσης».
Παρέμβαση Λήδας Κουρσουμπά
Καλέσαμε την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού να τοποθετηθεί στο σχόλιο του κ. Βραχίμη και μας είπε η Λήδα Κουρσουμπά: «Η θέση μας του 2012 αναφέρεται σε νομολογία, δηλαδή σε απόφαση του Προέδρου του Οικογενειακού Δικαστηρίου, κ. Σεργίδη, η οποία μέχρις ότου ακυρωθεί από άλλο ανώτερο Δικαστήριο, είναι δεσμευτική. Η θέση μας αφορά τον ρόλο των κρατικών υπηρεσιών, σε περιπτώσεις προβλημάτων επικοινωνίας παιδιού-γονέα, του οποίου οι γονείς είναι σε διάσταση, ή διαζευγμένοι.
Η γονική αποξένωση είναι μια πραγματικότητα στην Κύπρο, που πολλοί διαζευγμένοι γονείς ξέρουν - και στο Γραφείο μου φτάνουν τουλάχιστον δέκα παράπονα τον μήνα, είτε από τη μητέρα είτε από τον πατέρα κι αυτό είναι παραβίαση δικαιωμάτων, αφού μεγάλος αριθμός παιδιών αποξενώνονται από τον ένα γονέα, ενώ κάθε παιδί χρειάζεται και τους δύο γονείς. Η ουσία της θέσης μου είναι ότι υπάρχουν όλα αυτά τα ελλείμματα στην ανταπόκριση των κρατικών υπηρεσιών για να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των παιδιών και προς αυτήν την κατεύθυνση, έχω προβεί σε συγκεκριμένες εισηγήσεις. Το αν κάποιοι επιστήμονες απορρίπτουν το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης, δεν είναι η ουσία του θέματος».
Σημειώνουμε ότι, στην έκθεσή της, η Λήδα Κουρσουμπά επικαλείται πρωτόδικη απόφαση του Προέδρου του Οικογενειακού Δικαστηρίου, Γιώργου Σεργίδη, όπου επισημαίνει τα εξής: «Στο λειτούργημα του γονέα, περιλαμβάνεται και η συμβουλή προς το παιδί, να σέβεται και να αγαπά και τους δύο γονείς του και τους παππούδες του, ως επίσης και όλον τον κόσμο […].
Ψυχολογικός εξαναγκασμός ή πίεση ενός παιδιού, εκεί που υπάρχει, με σκοπό την αποξένωσή του από τον άλλο γονέα, δεν αποτελεί απλώς αντιπαιδαγωγική συμπεριφορά, αλλά όπως είδαμε, και βάναυση ενέργεια, ένα είδος κακοποίησης, την οποία κανένα Δικαστήριο, που θέλει να προστατεύσει το συμφέρον ενός ανηλίκου, δεν μπορεί να ανεχθεί. Όπως είδαμε από τα αποσπάσματα από τη μελέτη του Καθηγητή Gardner στο σύνδρομο της πατρικής αποξένωσης, το παιδί υφίσταται θυματοποίηση, με το να γίνεται και θύμα και θύτης, κυριαρχούμενο από ψυχαναγκασμό».
Διαφωνούν με τον Δικηγορικό Σύλλογο
Είπαν στη διάρκεια της συνεδρίας της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την περασμένη Δευτέρα:
Στέλλα Κυριακίδου, βουλευτής ΔΗΣΥ, κλινική παιδοψυχολόγος, εισηγήτρια συζήτησης του συγκεκριμένου θέματος: «Η γονική αποξένωση είναι ένα από τα πολλά προβλήματα που παρουσιάζονται μετά από ένα διαζύγιο ή χωρισμό γονιών. Αφορά τη ρήξη της γονικής σχέσης ή επαφής ανάμεσα στον ένα γονιό και το παιδί, κυρίως όταν οι γονείς είναι χωρισμένοι ή σε διάσταση. Τα παιδιά βρίσκονται μέσα σε ένα πεδίο μάχης, μεταξύ ενός ζευγαριού που χωρίζει… αλλά το κάθε παιδί έχει δικαίωμα να έχει επαφή και επικοινωνία και με τους δύο γονείς, ανεξαρτήτως αν το ζευγάρι έχει χωρίσει για διάφορους λόγους ή οι δύο γονείς δεν βρίσκονται μαζί. Συνήθως η γονική αποξένωση προκαλείται από τον γονιό που έχει τη γονική επιμέλεια, ο οποίος, σε μια συνειδητή διαδικασία, προσπαθεί να αποξενώσει το παιδί του από τον άλλο γονιό και από την οικογένειά του. Αυτό έχει πολύ σημαντικές ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις πάνω στα παιδιά, τα ίδια, τα οποία είναι θύματα, και πάνω στον γονιό που στερείται το παιδί του».
Γιώργος Σεργίδης, Πρόεδρος του Οικογενειακού Δικαστηρίου: «Η γονική αποξένωση είναι γεγονός. Οι υποθέσεις που εκδικάζονται, αφορούν θέματα γονικής αποξένωσης και τα βλέπουμε πιο έντονα, στις περιπτώσεις αιτήσεων, για παρακοή διαταγμάτων επικοινωνίας. Μπορεί να έχουμε παραβιάσεις διαταγμάτων, ακόμα και αν τα διατάγματα εκδόθηκαν κατόπιν συμφωνίας των μερών. Για μας τους δικαστές, το βασικότερο είναι το συμφέρον του παιδιού και είναι δικαίωμα και των δύο γονέων να έχουν πρόσβαση και επικοινωνία με τα παιδιά τους».
Κατερίνα Κληρίδου, λειτουργός Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας: «Κατά την αξιολόγηση του γονικού ρόλου που κάνουν οι υπηρεσίες μας, η γονική αποξένωση λαμβάνεται υπόψη, στις τελικές εκθέσεις. Αν ένας από τους δύο γονείς προβαίνει σε πράξεις που φαίνονται και υποδηλώνουν γονική αποξένωση, αυτό λαμβάνεται υπόψη. Προσπαθούμε να το αποτυπώνουμε στις εκθέσεις μας, αλλά, βέβαια, ο ρόλος μας είναι συμβουλευτικός…».
Χρυσαυγή Αργυρού, δικηγόρος, μέλος της Ομάδας Πρωτοβουλίας κατά της Γονικής Αποξένωσης: «Το σημείωμα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου περιέχει μονόπλευρες θέσεις… όλοι όσοι μίλησαν εδώ, αναγνωρίζουν ότι υπάρχει το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης. Επιτηδευμένα σε αυτό το κείμενο, προωθείται η θέση ότι δεν υπάρχει γονική αποξένωση. Μέσα από το κείμενο αυτό, γίνεται μια προσπάθεια αποενοχοποίησης των γονιών, οι οποίοι αποξενώνουν τα παιδιά τους από τον άλλο γονιό».
Γιώργος Τσόκκος, μέλος της Ομάδας Πρωτοβουλίας κατά της Γονικής Αποξένωσης (σε γραπτό του σημείωμα προς τη «Σ»: «Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχει αναγνωρίσει επίσημα τον όρο "Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης" το 2002. Η συνεδρία στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής δεν αφορούσε τη συζήτηση οποιουδήποτε "Συνδρόμου", αλλά αφορούσε τρόπους αντιμετώπισης της Γονικής Αποξένωσης, όπως ακριβώς αναφέρεται στον τίτλο τού υπό συζήτηση θέματος που ενεγράφη από την Επιτροπή. Ο όρος "Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης", καμία σχέση δεν είχε με το υπό συζήτηση θέμα. Η αντίδραση της δικηγόρου, μέλους της Ομάδας μας, δείχνει ξεκάθαρα πως όχι μόνο αυτή, αλλά και πολλοί άλλοι δικηγόροι, που επικοινώνησαν μαζί μας μετά τις δημοσιεύσεις, δεν συμφωνούν καθόλου με τις γραπτές θέσεις του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου».




