Στο Ανώτατο ο καταδικασθείς για τη ληστεία εναντίον της οικογένειας Καλοπέσα
Ο εφεσείων είχε καταδικαστεί σε πολυετή φυλάκιση ως ένας εκ των τριών μαχαιροφόρων και κουκουλοφόρων ληστών, που σκόρπισαν τον τρόμο στην οικία των ιδιοκτητών του φούρνου Χρυσοβαλάντου στη Λακατάμεια το 2013


«Η ποινή της δεκαετούς φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα δεν ήταν απλώς μέσα στα ορθά πλαίσια, αλλά ήταν πλήρως εξισορροπημένη και αρμόζουσα», αποφάνθηκε, ομόφωνα, υπό τριμελή σύνθεση (Π. Παναγή-Τ.Θ. Οικονόμου-Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου), το Ανώτατο Δικαστήριο, αφότου εξέτασε την ποινική έφεση του Αιγύπτιου, Ασέμ Αλί Αχμέτ Φαράκ. Ο εφεσείων καταδικάστηκε με απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας σε δεκαετή φυλάκιση ότι συνωμότησε με άλλα δύο πρόσωπα, που δεν έχουν εντοπιστεί, για να ληστέψουν το 2013 την οικία της οικογένειας Καλοπέσα, στην οποία ανήκει το αρτοποιείο «Χρυσοβαλάντου», στη Λακατάμεια.

Το αρτοποιείο βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την οικία τους και ο καταδικασθείς είναι πρώην υπάλληλος της οικογένειας. Με την έφεσή του, ο Αιγύπτιος προσέβαλε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης ότι ο ίδιος ήταν ένας εκ των τριών κουκουλοφόρων ληστών. Η καταδίκη του εφεσείοντα είχε βασιστεί, μεταξύ άλλων, στην εξ ακοής αναγνώρισή του από τη Φρόσω Καλοπέσα. Σύμφωνα με το Κακουργιοδικείο, τον αναγνώρισε «από το πρώτο λεπτό» ως έναν από τους δράστες της ληστείας και το πρόσωπο που την κρατούσε από τον λαιμό, τόσο από τον τρόπο που μιλούσε, όσο από τη χροιά της φωνής του. Ο εφεσείων προσέβαλε και την ποινή (δέκα χρόνια) ως υπερβολική.

«Κόψω κκελλέ σου»
Άξιο αναφοράς πως η υπόθεση είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη για τη βιαιότητα που επέδειξαν οι ληστές σε βάρος των θυμάτων τους. Στις 15.7.2013 και περί ώρα 22.45, το ζεύγος Αντώνης και Φρόσω Καλοπέσα επέστρεψε στο σπίτι, ενώ ο γιος τους βρισκόταν στο αρτοποιείο για να φέρει τις εισπράξεις της ημέρας. Η Φρόσω προχώρησε στο υπνοδωμάτιό της, ενώ ο Αντώνης κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Τότε είδε τρία άτομα, με καλυμμένο το πρόσωπο, να εισέρχονται από την κύρια είσοδο της οικίας και να τον πλησιάζουν. Οι δύο κρατούσαν μαχαίρι. Ο πρώτος δράστης άρπαξε τον Αντώνη Καλοπέσα από τον λαιμό, υπό την απειλή του μαχαιριού, τον γονάτισε στο έδαφος και του είπε τα εξής σε σπασμένα ελληνικά: «Κόψω κκελλέ σου».

Όταν ο Καλοπέσας τον ρώτησε γιατί, αυτός του είπε «λεφτά» και ο πρώτος του είπε ότι δεν είχε. Τότε, ο πρώτος δράστης τραυμάτισε τον Καλοπέσα με το μαχαίρι πάνω από το δεξί φρύδι και το αριστερό μάτι και ακολούθως στον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού χεριού. Όταν δε ο Καλοπέσας του είπε ότι είναι εγχειρισμένος και να τον αφήσει, ο πρώτος δράστης τον τραυμάτισε ξανά στο ίδιο σημείο. Ακολούθως, ο Καλοπέσας αντιστάθηκε, άρπαξε τον πρώτο δράστη από την κουκούλα και τον δάγκωσε στο αριστερό χέρι. Ενώ η Φρόσω ήταν στο δωμάτιό της, άκουσε τον σύζυγό της να φωνάζει. Μετά από λίγο εισήλθαν στο δωμάτιό της δύο άτομα κρατώντας και οι δύο μαχαίρι.

Ο ένας, στον οποίο θα αναφερόμαστε ως ο δεύτερος δράστης, έψαχνε στο δωμάτιο, ενώ ο άλλος , ο τρίτος δράστης, την άρπαξε και την κρατούσε με το ένα του χέρι στο στόμα και τη μύτη της και με το άλλο είχε το μαχαίρι στον λαιμό της. Ο τρίτος δράστης της είπε σε σπαστά ελληνικά «Μεν φοάσαι, δεν θα κάμω σου κακό» και τη ρώτησε πού ήταν τα λεφτά λέγοντας: «Θέλω λεφτά, πού ΄ντα λεφτά, θέλω κλειθκιά κάσια, πού ΄ντα κλειθκιά κάσια;» Και οι δύο αυτοί δράστες προσπάθησαν να την καθίσουν στο κρεβάτι, χωρίς να καταφέρουν. Όταν η Φρόσω προσπάθησε να αντισταθεί, ένιωσε τον τρίτο δράστη να τη γδέρνει τρεις φορές με το μαχαίρι στη δεξιά πλευρά του λαιμού της, ενώ ο δεύτερος δράστης τον βοηθούσε και την έγδαρε δύο φορές με το μαχαίρι που κρατούσε στην αριστερή πλευρά του λαιμού της. Τους απάντησε ότι τα κλειδιά τα είχε ο γιος της και να προσέχουν τον σύζυγό της επειδή ήταν εγχειρισμένος. Ο τρίτος δράστης της είπε να μη φωνάζει και αυτή ηρέμησε λίγο, ενώ ο δεύτερος της είπε δύο φορές «σιώπα».

Πάλεψε με τον ληστή
Στο μεταξύ, εισήλθε στο σπίτι ο Ειρηναίος, ο οποίος είδε τον πατέρα του στο πάτωμα του σαλονιού να αιμορραγεί και τον πρώτο δράστη να βρίσκεται από πάνω του. Ο τελευταίος πρόταξε το μαχαίρι που κρατούσε στον Ειρηναίο, ο οποίος, τότε, αφήνοντας το ταμείο στον καναπέ, προσπάθησε να αμυνθεί ρίχνοντας στον πρώτο δράστη διάφορα αντικείμενα που υπήρχαν στο σαλόνι. Ο πρώτος δράστης φοβήθηκε, άνοιξε την πόρτα και τράπηκε σε φυγή. Στη συνέχεια, ο Ειρηναίος είδε τον δεύτερο δράστη να εισέρχεται στο σαλόνι κρατώντας στο αριστερό του χέρι μαχαίρι, με ευθεία λεπίδα.

Ο δράστης αυτός πήρε €800 που ο Αντώνης Καλοπέσας είχε προηγουμένως αφήσει πάνω σε ερμαράκι και, όταν είδε τον Ειρηναίο, του επιτέθηκε προτάσσοντας το μαχαίρι. Για να αμυνθεί ο Ειρηναίος τον πήρε από το χέρι στο οποίο κρατούσε το μαχαίρι και άρχισε να τον κτυπά με τα χέρια και τα πόδια, με αποτέλεσμα να βγουν έξω στην αυλή του σπιτιού. Εν τω μεταξύ, βγήκε από το σπίτι και ο τρίτος δράστης, ο οποίος, ενώ ο Ειρηναίος κτυπιόταν με τον δεύτερο δράστη, κτύπησε τον Ειρηναίο στο πίσω μέρος του κεφαλιού, με αποτέλεσμα να ζαλιστεί. Τότε, ο δεύτερος και ο τρίτος δράστης τράπηκαν σε φυγή.

Ορθή η πρωτόδικη απόφαση
Εξετάζοντας τα όσα παρουσιάστηκαν ενώπιόν του, το Ανώτατο έκρινε πως το Κακουργιοδικείο έκρινε ορθά ότι αποδεχόταν την ακουστική αναγνώριση της Φρόσως, όπως και υποστηρικτική μαρτυρία που αφορούσε το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου στη χειρολαβή του μαχαιριού. Όσον αφορά την ποινή, το Ανώτατο απέρριψε τη θέση του εφεσείοντα ότι δεν δόθηκε η δέουσα βαρύτητα από το Κακουργιοδικείο στα ελαφρυντικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, κρίνοντας πως η δεκαετής φυλάκιση ήταν «πλήρως εξισορροπημένη και αρμόζουσα» ποινή.