Με υψηλό καλλιτεχνικό και ποιοτικό επίπεδο ανεβάστηκε από τους μαθητές και μαθήτριες του Λυκείου Αγίας Φυλάξεως και απέδειξε ότι «και με μισό κουπί πηγαίνουμε ασφαλείς» στην εποχή της πολιτικής αγυρτείας και της εθνικής αλλοτρίωσης
Να το παραδεχτούμε: Στα δημόσια εκπαιδευτήρια γίνεται σοβαρή, υπεύθυνη και αξιόλογη δουλειά. Και να το χωνέψουμε: Οι μαθητές μας, παρά τα όποια προβλήματα ή αστοχίες, όταν έχουν εκπαιδευτικούς με όραμα, πάθος για την παιδεία και φλόγα μετάδοσης της γνώσης, επιτελούν παραστάσεις και εκδηλώσεις υψηλού καλλιτεχνικού και ποιοτικού επιπέδου. Απλώς χρειάζεται εκπαιδευτικοί να ξεφύγουν από τα τετριμμένα και να πιστέψουν στους μαθητές τους, να τους κινητοποιήσουν και να τους συνεγείρουν. Αυτό έπραξαν και αυτό πέτυχαν εκπαιδευτικοί από το Λύκειο Αγίας Φυλάξεως, με τη συνέργεια της ΟΕΛΜΕΚ. Οργάνωσαν και ανέβασαν μια παράσταση με τίτλο έναν στίχο ποιήματος της Κλαίρης Αγγελίδου: «Και με μισό κουπί πηγαίνουμε ασφαλείς…».
Ήταν μια εκπληκτική και καταπληκτική συνάμα παράσταση, που ανεβάστηκε μόνο δύο φορές, δυστυχώς, μία στο Ριάλτο Λεμεσού (στις 31 Μαρτίου) και μία στο Παλλάς Λευκωσίας (την 1η Απριλίου). Όσοι είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε αυτήν την ανεπανάληπτη παράσταση, ταξιδέψαμε ποιητικά και μουσικά στους αγώνες του λαού μας για ελευθερία από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Λαός της αγχόνης
Έτσι φορτίσαμε ξανά και ενδυναμώσαμε την ιστορική μας μνήμη, επειδή οι ποιητές και οι συγγραφείς μας, οι φιλόσοφοι και οι τραγικοί μας, υπενθύμισαν το οφειλόμενο χρέος που έχουμε σ’ αυτούς που πέρασαν και σ’ αυτούς που θα 'ρθουν: Να σταθούμε στη γη που μας γέννησε, γιατί αυτός ο λαός μας ο ίδιος λαός είναι, της αγχόνης και της θυσίας, του αγώνα και της αγωνίας, που έμαθε χρόνια τώρα να «ταξιδεύει χωρίς να έχει ανάγκη από βάρκα και κουπιά. (Γιατί) και με μισό κουπί, πηγαίνουμε ασφαλείς. Ξέρουμε τα βράχια. Βράχια κι εμείς».
Αναφερόμαστε στην παράσταση των μαθητριών και μαθητών του Λυκείου Αγίας Φυλάξεως, επειδή πρόσφατα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης εκστασιάστηκε από μια θεατρική παράσταση τ/κ θεάτρου σε στίχους κάποιας Τ/κ ποιήτριας. Να σημειώσουμε πως δεν θυμόμαστε ο Πρόεδρος να παρέστη σε μία έστω μαθητική παράσταση ελληνικού εκπαιδευτηρίου. Όμως, έσπευσε να διατάξει τον Υπουργό Παιδείας όπως ανεβάσει σε όλα τα εκπαιδευτήριά μας το τ/κ δρώμενο, που η ΟΕΛΜΕΚ και ιστορικοί και φιλόλογοι δεν γνωρίζουν την όποια αξία του.
Ελληνική λεβεντιά
Γι’ αυτό σήμερα, θεωρούμε ότι πρέπει να αναδείξουμε την παράσταση του Λυκείου Αγίας Φυλάξεως και να καλέσουμε τον Υπουργό Παιδείας, που την παρακολούθησε στο Παλλάς, να αποφασίσει αυτήν να παρακολουθήσουν όλοι ανεξαίρετα οι μαθητές της Κύπρου. Πρώτον, επειδή τώρα είναι ο καιρός για να ενισχυθούν οι ιστορικές, πολιτιστικές και πατριωτικές μνήμες των μαθητών μας επειδή διατεταγμένοι Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες επιχειρούν αλλοτρίωση και ισοπέδωση του εθνικού και πατριωτικού φρονήματος. Δεύτερον, διότι η ιστορία, οι υπέρ ελευθερίας αγώνες, η αξιοπρέπεια, η τιμή, το φιλότιμο και η λεβεντιά των Ελλήνων πρέπει ν' αναδειχθούν ξανά σε αυτούς του χαλεπούς και πονηρούς καιρούς.
Αλλά πώς να ανεχτούμε τη βαρβαρότητα; Ο ουρανός και η γαλάζια θάλασσά μας δεν την αντέχουν: «Απόψε η θάλασσα εκοιμήθη, δεν ανασαίνει, δεν μιλά, μόνο στ’ απέραντά της στήθη ζει και σπιθίζει και κυλά ένα ασημένιο παραμύθι…» (Θ. Πιερίδης). Συνεχείς και αταλάντευτοι Οδυσσείς στους μαιάνδρους της ιστορίας και της επιστροφής στις αξίες και στις ρίζες μας: «Ήταν αυτό που γύρευα / Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλο/ Tότε, είπε και γεννήθηκε η θάλασσα/ Και είδα και εθαύμασα/ Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα/ και ομοίωσή μου:/ Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή/ και γαλήνιοι αμφορείς/ και λοξές δελφινιών ράχες/ η Ίος, η Σίκινος, η Σέριφος, η Μήλος, η Κύπρος» (Ο. Ελύτης).
Στο πείσμα των εχθρών
Τι είναι ο τόπος μας; «Τόσο μικρός για να μπορεί σαν πουλί/ να χωρέσει στη φούχτα μου./ Τόσο μεγάλος, να μπορεί να χωρά την ακέρια/ ανθρωπότητα» (Θ. Πιερίδης). Αυτόν τον μικρό μεγάλο τόπο πολλοί κουρσάροι εισβολείς, κάθε λογής κάθε εποχής, θέλησαν να σκλαβώσουν. Έτσι, «Ήρθαν ντυμένοι “φίλοι”/ αμέτρητες φορές οι εχθροί μου/ το παμπάλαιο χώμα πατώντας/ και το χώμα δεν έδεσε/ ποτέ με την φτέρνα τους» (Γ. Σεφέρης).
Σ’ αυτά εδώ τα χώματα, ελληνικά από χιλιετηρίδων, υπάρχει ένας λαός που πάντα ταξιδεύει, πολεμά και μάχεται αταλάντευτα μέσα από Συμπληγάδες, που μιλά τη γλώσσα των θεών, που περπατά χιλιάδες χρόνια μέσα από φωτιά, θαλασσοδαρμένος από το μένος των ανέμων, που καταφέρνει, όμως, και διασώζει την ψυχή του. «Στο πείσμα των σεισμών, στο πείσμα των λιμών, μόνος/ Στο πείσμα των εχθρών, στο πείσμα των δικών μου, μόνος/ Κρατήθηκα, ψυχώθηκα, κραταιώθηκα, μόνος» (Ο. Ελύτης).
Έτσι, «Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι’ εφυσούσαν/ τζι’ αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυννεφκιάζη/ τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν,/ ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν’ αρτζιεύκη να στοιβάζη,/ είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι’ η Τζιύπρου το κρυφόν της/ μεσ’ στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της».
«Έχω στον νουν μου, πίσκοπε, να σφάξω, να κρεμμάσω,/ τζι’ αν ημπορώ που τους Ρωμιούς την Τζιύπρον να παστρέψω,/ τζι’ ακόμα αν ημπόρεια τον κόσμον να γυρίσω,/ έθεν να σφάξω τους Ρωμιούς, ψυσιήν να μεν αφήσω». Όμως, σε πείσμα των μακελλάρηδων, των βάρβαρων και των γενοκτόνων: «Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,/ κανένας δεν εβρέθηκεν για να την-ι-ξηλείψη,/ κανένας, γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου./ Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!/ Το ‘νιν αντάν να τρώ’ την γην τρώει την γην θαρκέται,/ μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται» (Β. Μιχαηλίδης, 9η Ιουλίου).
Άντρες σε μια νύχτα
Τούτο το ελληνικό χώμα καρπίζει ήρωες και θυσίες, κατορθώματα και αγώνες που οριοθετούν την αξιοπρέπεια και τη μεγαλοσύνη του ανθρώπου. Αυτό είναι το θαύμα. «Παιδιά, που γίνατε άνδρες σε μια νύχτα/ του χίλια εννιακόσια πενήντα πέντε./ Τι να σας λέω για Θερμοπύλες, Μαραθώνες,/ όταν τη μάχη δίνετε με πέτρες στην αυλή μας;/ Τι να σας μάθω, ηρωικούς εξαμέτρους του Ομήρου,/ όταν μετράτε λίγα δευτερόλεπτα/ κι ύστερα ρίχνετε τη χειροβομβίδα;/
Τι να ζητώ καλλιγραφίες από τα χέρια που έσκαβαν/ όλο το βράδυ χτες κρησφύγετα;/ Ποιο τραγούδι ομορφότερο να πω/ απ’ τη σιωπή σας μπρος στα βασανιστήρια;» (Γ. Παπαδόπουλος)
Αυτός ο λαός των Ελλήνων έχει ψυχή, περηφάνια, ξέρει να πολεμά ξέρει και να πεθαίνει: «Παλιοί συμμαθηταί, Αυτήν την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.
»Θα πάρω μιαν ανηφοριά/ θα πάρω μονοπάτια/ να βρω τα σκαλοπάτια/ που παν στη Λευτεριά./ Θ' αφήσω αδέλφια, συγγενείς, / τη μάνα, τον πατέρα/ μεσ' τα λαγκάδια πέρα/ και στις βουνοπλαγιές» (Ε. Παλληκαρίδης).
Να μην ξεστρατίσουμε
Την ώρα της εθνικής μέθεξης και της πατριωτικής ανάτασης καλούμαστε να προστρέχουμε στις αείζωες και ζείδωρες πηγές μας: «Να πάρουμε μια σταγόνα από το αίμα σου / να καθαρίσουμε το δικό μας./ Να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου/ να βάψουμε το δικό μας./ Να πάρουμε το τελευταίο σου βλέμμα/ να μας κοιτάζει μην ξεστρατίσουμε» (Κ. Μόντης). Ποιος λαός ανεβαίνει στο ικρίωμα ατενίζοντας την τρομερή κόψη του σπαθιού και την όψη της ελευθερίας που μετρά τη γη των αθανάτων; Άξιον Εστί του θανάτου η νέκρωσις/ στης αγχόνης το σκίρτημα./ Χαίρε ο καιόμενος και χαίρε ο αγονάτιστος/ Ο Γρηγόρης, ο Ευαγόρας, ο Φώτης,/ ο Δράκος, ο Μάτσης, ο Καραολής,/ ο Πατάτσος, ο Λένας και ο Μιχαήλ.
Τούτος ο λαός αφέντη μου δεν ξέρει πολλά λόγια, μον’ ξέρει να κτίζει και να δημιουργεί, να μάχεται και να μεγαλουργεί. «Απ’ εδώ πέρασε ένας Λαός./ Κι άφησε τα σημάδια του στο χώμα. Απ’ εδώ πέρασε ένας Λαός. Κι έκτισε την ταυτότητά του/ με πέτρα και τέχνη. Εκκλησιές και λιακωτά./ Άφησε τα βήματά του και τ’ αχνάρια του πάνω στη γη./ Για να τα κοιτάζει η ιστορία και να βρίσκει τον εαυτό της./ Για να τα κοιτάζουν οι άνθρωποι και να μελετούν την ιστορία./ Από ’δω πέρασε ένας λαός/ που έμαθε να κτίζει και να χαμογελά./ Να οργώνει και να χαίρεται» (Άνθος Λυκαύγης).
Δέκα χιλιάδες μέλισσες
Κι ύστερα ξέσπασαν οι άνεμοι που την Τουρτζιάν. Με όπλο το άδικο, την αρπαγή, τον φθόνο και τον φόνο, το μίσος και τον όλεθρο: «Είναι δύσκολο να πιστέψω/ πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας./ Είναι δύσκολο να πιστέψω/ πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας» (Κ. Μόντης). «Ήρθες και μου ’πες να ο Πενταδάκτυλος/ Απορώ πώς συνεννοούνται μαζί του/ Απορώ τι γλώσσα τού μιλούν;» (Κ. Μόντης)
Γι’ αυτό, ανασήκωσε την πλάτη και απόσεισέ τους, Πενταδάκτυλέ μου. Αλλά τώρα που συντελέσθηκε το έγκλημα και ο τόπος σκλαβώθηκε. Δεν πήραμε έγκαιρα τα μηνύματα, δεν θελήσαμε να καταλάβουμε τα σημάδια: «Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος να μας κεντρίσουν, να μας ξυπνήσουν, να μας φέρουν ένα μήνυμα./ Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος/ κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα/ χωρίς τίποτα να νιώσουμε» (Π. Μηχανικός, Ονήσιλος). Κερύνεια, Μόρφου, Καραβάς, Λάπηθος, η Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, στα δίκρανα της σκλαβιάς. «Εδώ είναι μια πόλη, μην το ξεχνάτε, είναι βασικό/ Μια πόλη - θάλασσα που πάντα ταξιδεύει/ χωρίς να έχει ανάγκη από βάρκα και κουπιά./ Και με μισό κουπί, πηγαίνουμε ασφαλείς./ Ξέρουμε τα βράχια/ Βράχια και εμείς». (Κλαίρη Αγγελίδου).
Ξένες Κίρκες και ντόπιοι κολαούζοι βάλθηκαν να μας εξανδραποδίσουν: «Μας έλεγαν θα νικήσετε, όταν υποταχτείτε/ Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη/ Μας έλεγαν θα νικήσετε, όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας/ Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη» (Γ. Σεφέρης). Καιρός για ανάταση και νέο ξεκίνημα. Με φως την ιστορία μας και οδηγό τους ήρωες και τον πολιτισμό μας. Για να διαλύσουμε τα σκοτάδια της βαρβαρότητας και της εθελοδουλείας, της σκλαβιάς και της εθνικού ύπνου.




