Υπηρεσιακό όχημα της ΑΤΗΚ, με τιμή αγοράς €45 χιλ., πωλήθηκε €4.5 χιλ. σε αποχωρήσαντα διευθυντή
Σε άλλη περίπτωση, υπηρεσιακό όχημα, που αγοράστηκε το 2010 από την ΑΤΗΚ έναντι €57.788, πωλήθηκε και πάλι σε αποχωρήσαντα διευθυντή έναντι €18.575, χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία των προσφορών, αναφέρει σε έκθεσή του ο Γενικός Ελεγκτής


«Προκλητικά απαράδεκτο και μεμπτό» χαρακτηρίζει ο Γενικός Ελεγκτής Οδυσσέας Μιχαηλίδης τον όλο χειρισμό του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (ΑΤΗΚ), σε σχέση με την πώληση δύο πολυτελών υπηρεσιακών οχημάτων της Αρχής σε δύο αποχωρήσαντες ανώτερους διευθυντές. Οι σχετικές αποφάσεις λήφθηκαν σε δύο συνεδρίες του ΔΣ, στις 23 Δεκεμβρίου 2014 και στις 31 Μαρτίου 2015. Όπως αποκαλύπτεται στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για τις οικονομικές καταστάσεις της ΑΤΗΚ για το 2014, η οποία απεστάλη μόλις χθες στη Γενική Διευθύντρια της Βουλής των Αντιπροσώπων, η εκποίηση των οχημάτων δεν έγινε με διαδικασία προσφορών (πλειστηριασμό), με την οποία καθορίζεται η πραγματική αγοραία αξία των οχημάτων.

Οι δύο περιπτώσεις
Συγκεκριμένα, στις 31 Μαρτίου 2015 εγκρίθηκε η πώληση πλήρως αποσβεσμένης λιμουζίνας, που αγοράστηκε €45.278 το 2007, στην τιμή των €4.500, η οποία, σύμφωνα με την έκθεση, αποτελεί τον μέσο όρο της καθαρής λογιστικής αξίας και της αγοραίας αξίας. Στη δεύτερη περίπτωση, με απόφαση ημερομηνίας 23 Δεκεμβρίου 2014, το όχημα που αγοράστηκε το 2010 έναντι €57.788 πωλήθηκε στην καθαρή λογιστική του αξία, €18.575, γιατί, σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου, η αγοραία αξία του οχήματος σύμφωνα με τις αγγελίες στο διαδίκτυο ήταν €21.000 και ήταν παραπλήσια της καθαρής λογιστικής αξίας. Στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι, λίγους μήνες πριν από την αποχώρηση των εν λόγω διευθυντών, η Αρχή κατέβαλε για επιδιορθώσεις και συντήρηση για την πρώτη περίπτωση €1.754 και €1.868 για τη δεύτερη περίπτωση.

«Γρήγορη πώληση σε λογική τιμή»
Το θέμα τέθηκε από τον Γενικό Ελεγκτή ενώπιον της Αρχής. Στην έκθεση περιλαμβάνεται η θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΗΚ, ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε διασφάλιζε αφενός τη συνέχεια και συνέπεια (αλλά και βελτίωση) σε σχέση με την προηγούμενη πρακτική για αποφυγή αιτιάσεων περί μεροληψίας και, αφετέρου, τη γρήγορη πώληση των οχημάτων σε λογική τιμή με ελάχιστο διαχειριστικό κόστος. Ο Γενικός Ελεγκτής σχολιάζει ότι η υπηρεσία του δεν θεωρεί ικανοποιητική την απάντηση.

Μεγαλύτερο πλεόνασμα
Σε ό,τι αφορά την οικονομική κατάσταση της Αρχής, αναφέρεται στην έκθεση ότι το καθαρό πλεόνασμα για το 2014, πριν από τη φορολογία, ήταν €56,88 εκ., σε σύγκριση με €54,79 εκ. το προηγούμενο έτος. Σε καλυπτική επιστολή, που συνοδεύει την έκθεση και φέρει ημερομηνία 15 Ιουνίου, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης προβαίνει σε σειρά επισημάνσεων και εισηγήσεων, οι οποίες αναμένεται να περιληφθούν στην Ετήσια Έκθεσή του για το 2014. Όπως αναφέρεται στην επιστολή, τα παρεμφερή ωφελήματα προσωπικού, όπως εισφορά στο Σωματείο Ταμείου Ευημερίας, βοηθήματα και χορηγίες, ασφάλεια ζωής, Ταμείο Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης κ.λπ. (€5,07 εκ. το 2014) δεν θα πρέπει να επιβαρύνουν την Αρχή, αλλά τους υπαλλήλους.

«Από τη διερεύνηση των επενδύσεων του Σωματείου Ταμείου Ευημερίας, που έγινε τα προηγούμενα χρόνια, διαπιστώθηκαν διάφορα θέματα, τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης, π.χ. υπογραφή συμβολαίου αγοραπωλησίας συγκροτήματος για ποσό ΛΚ 1 εκ. από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα του Σωματείου χωρίς έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου», γράφει ο Γενικός Ελεγκτής.

Διαχείριση Σχεδίου Συντάξεων
Ο Γενικός Ελεγκτής τονίζει πως, σύμφωνα με τον Νόμο, «η διαχείριση των αποθεματικών του Σχεδίου Συντάξεων πρέπει να γίνεται με σύνεση, ακολουθώντας τους κανόνες χρηστής διοίκησης. Από τον έλεγχο των διαδικασιών επιλογής και παρακολούθησης των επενδύσεων που έγιναν την περίοδο 2009-2013, ο οποίος έγινε από τη ?ιεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, διαφάνηκε ότι δεν προστατεύτηκαν τα συμφέροντα του Ταμείου, οι εμπλεκόμενοι διαχειριστές και λειτουργοί δεν εφάρμοσαν την απαραίτητη σύνεση, γνώση και επιδεξιότητα, δεν έδρασαν με την απαραίτητη προσοχή, δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους έναντι του Ταμείου και της Αρχής ως Χρηματοδοτούσας Αρχής, και άφησαν το Ταμείο εκτεθειμένο σε σημαντικούς κινδύνους και οικονομική ζημιά».